Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ


     «Πριν από χρόνια, την ημέρα της Μεταμορφώσεως, ρώτησα κάποιον ασκητή, ο οποίος πιστεύω ότι αναμφίβολα πολλές φορές αξιώθηκε να δει το Φως της θείας Μεταμορφώσεως. Στην αδιάκριτη παράκλησή μου να πει κάτι και σε μένα για το Μυστήριο του Θαβωρίου Φωτός, δηλαδή για το “πώς” αυτό οράται και για το “πώς” είναι δυνατό να αποκτήσει κάποιος αυτή τη Δωρεά, αυτός, με πολύ συγκατάβαση προς την αμά­θειά μου και με μεγάλη υπομονή μού διευκρίνισε το όλο θέμα. Κι εγώ σήμερα, πολύ σύντομα μεταφέρω σε σας τα πιο ουσιώδη απ’ αυτά που άκουσα από το αψευδές του στόμα…

     »Μου διηγήθηκε ο άνθρωπος αυτός ότι αρχικά, όταν ήταν νέος, το Φως αυτό εμφανιζόταν σ’ αυτόν ασαφώς, μέσα σε βραχείες στιγμές· άλλοτε σαν μια ακατάληπτη πύρινη φλόγα που έκαιγε την καρδιά του με την αγάπη· άλλοτε σαν ένα απαύγασμα που εισέδυε με τη λάμψη του μέσα στο νου του την ώρα της προσευχής, κυρίως και κατ’ εξοχήν μέσα στο ναό. Αλλά κάποια μέρα, μετά από εκτενή και διάπυρη προσευχή που έκανε για πολλούς μήνες, προσευχή που συνοδευόταν από βαθιά λύπη για την αθλιότητά του, το Φως αυτό κατέβηκε με ιλαρότητα προς αυτόν κι έμεινε μαζί του για τρεις μέρες. Τότε η ψυχή του γέμισε από τη χαρά της εκ νεκρών Αναστάσεως. Εσωτερικά ονόμασε εκείνο το Φως “Πρωινό Αναστάσεως”, γιατί αυτό το Φως ήταν ιλαρό (χαρούμενο, πρόσχαρο) σαν το ανοιξιάτικο πρωί. Εκείνο τον καιρό ο ασκητής αυτός ζούσε μεταξύ των ανθρώπων που ζούσαν το “συνηθισμένο” σε όλους κοπιαστικό βίο.

     »Μετά την πάροδο πολλών χρόνων απ’ αυτό το γεγονός, όταν αυτός έγινε μοναχός και αργότερα λειτουργός, πολλές φορές συνέβαινε η προσευχή του να μεταβάλλεται σε θεωρία Φωτός σε τέτοιο βαθμό, που να μην αισθάνεται ούτε το σώμα του ούτε και τον γύρω υλικό κόσμο που τον περιέβαλλε.

      »Έλεγε αυτός ο ασκητής:
     »“Το Φως αυτό φανερώνεται ‘ἄνωθεν’, σαν καθαρή ευδοκία. Αρχικά έρχεται απροσδόκητα· όταν η ψυχή δεν σκέφτεται καθόλου γι’ αυτό, όταν δεν συλλογίζεται καν ότι αυτό θα έρθει ή και ότι υπάρχει ακόμη. Άγνωστο αυτό το Φως μέχρι τότε, με την έλευσή του φέρνει στη ψυχή μια γλυκιά απορία. Κατάπληκτη αυτή αγνοεί ακόμα και τότε το Ποιος ή Τι είναι αυτό που φανερώθηκε σ’ αυτή. Αισθάνεται όμως τον εαυτό της εκείνη την ώρα σαν τον δέσμιο που βγαίνει από το ζοφερό σκότος της φυλακής προς τις απέραντες εκτάσεις που καταφωτίζονται από τον ήλιο”.

     »Έλεγε, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός:
     »“Αν και το θείο Φως μένει κατά τη φύση Του πάντοτε αναλλοίωτο, όμως οι ενέργειές Του, δηλαδή εκείνο που γεννά μέσα στον άνθρωπο, ποικίλλουν. Κάποιες φορές, εκλαμβάνεται σαν αίσθηση ιλαρής αγάπης του Χριστού· κάποτε, σαν συμπαράσταση της θείας δυνάμεως· άλλοτε, σαν κάποια ανεκλάλητη κίνηση της αιώνιας ζωής μέσα στον άνθρωπο· και άλλοτε, σαν Φως συνέσεως (διάκρισης και σοφίας) ή σαν μια υπερνοητή νοερή όραση του Θεού.

     »Άμετρη, όμως, είναι η αγαθότητα του Κυρίου και συμβαίνει κάποιες φορές η αγάπη Του να εκχέεται ακόμη πιο άφθονη προς τον άνθρωπο. Τότε αυτό το θείο Φως πληροί όλο τον άνθρωπο, ώστε αυτός να γίνεται όμοιος με αυτό το Φως· και τότε εκείνο που βλέπει είναι αδύνατο να ονομασθεί διαφορετικά παρά σαν ‘Φως’ –αν και το Φως αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από το φως του ήλιου”.

     »Καθώς ελκύστηκα από τον εμπνευσμένο του λόγο και ήμουν ευγνώμων για τη συγκατάβαση που έδειξε σε μένα, ωστόσο γέμισα θλίψη όταν συνειδητοποίησα το δικό μου σκοτάδι και σκέφτηκα μέσα μου:
     »“Δεν έχω εγώ αυτή την τύχη!”.

     »Ο συνομιλητής μου, για να με παρηγορήσει, συνέχισε ως εξής: “Όσο εμείς δεν αξιωνόμαστε της όρασης της μεγαλοπρεπούς δόξας της θεότητας, τόσο πιο πολύ θα υπάρχει μέσα μας ο έλεγχος γι’ αυτό το έλλειμμα, με την ακόμη περισσότερο πιστή προς αυτό εσωτερική κίνηση του πνεύματός μας. Και αν η ψυχή μας είναι ανδρεία, τότε θα πούμε: ‘Για τις δικές μου αδικίες στερήθηκα εγώ αυτό το δώρο! Γιατί, ‘ὁ πορευόμενος ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαλῶν εὐθεῖαν ὁδόν, οὗτος οἰκήσει ἐν ὑψηλῷ καὶ τὸν Βασιλέα μετὰ δόξης ὄψεται’ (Ἡσ. 33, 15–18)’.

     »Παρ’ όλ’ αυτά, μη δίνετε τόπο στην απόγνωση· πάρτε θάρρος και πενθήστε με μετάνοια για τους εαυτούς σας. Απορρίψτε τον άδικο λογισμό που μπορεί να φονεύσει μέσα σας την ελ­πίδα· ότι (τάχα) αυτό (το Θαβώριο Φως) είναι ο κλήρος μόνο των “εκλεκτών”. Η αλήθεια, πάνω στην οποία είναι ανάγκη να στερεωθεί η καρδιά μας, είναι ότι ο Κύριος κανέναν που έρχεται προς Αυ­τόν δεν τον διώχνει έξω και δεν τον απορρίπτει (πρβλ. Ιωάν. 6, 37). Όλοι μας, δίχως εξαίρεση, μεγάλοι και μικροί, σημαντικοί και μηδαμινοί, έχουμε κληθεί για την ίδια ακριβώς τελειότητα προς την οποία κάλεσε ο Κύριος εκείνους τους Αποστόλους που οδήγησε προς το Όρος του Θαβώρ· τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Γιατί κι εμείς, παρόμοια προς αυτούς, λάβαμε τις ίδιες ακριβώς με αυτούς εντολές και όχι άλλες και, επομένως, την ίδια, την ίση προς αυτούς τιμή κλήσεως και όχι κάποια άλλη κατώτερη.

     »Ερευνήστε με προσοχή όλη την ακολουθία της εορτής της Μεταμορφώσεως και θα δείτε με ποια δύναμη η Εκκλησία προσκαλεί και πείθει όλους για την ανάβαση στο αψηλάφητο Όρος της νοεράς θεοπτίας, δείχνοντας έτσι με σαφήνεια ότι, όχι μονάχα κατά την αρχαιότητα, όχι μονάχα στους Αποστόλους ευδόκησε ο Κύριος να φανερώσει την ‘αυγή’ της θεότητάς Του, αλλά στη διάρκεια όλων των αιώνων, ακόμα και μέχρι των ημερών μας, δεν έπαυσε και δεν θα παύσει ποτέ, σύμφωνα με την επαγγελία Του, να εκχέει την ίδια εκείνη Δωρεά σε όσους Τον ακολουθούν με όλη τους την καρδιά.

     »Εκτός από τη νόθα ταπείνωση –‘αυτό δεν είναι για μένα’!–, εκτός από την αδικαιολόγητη απόγνωση που γεννιέται από την ακηδία και την ηδυπάθεια, φραγμός για τη θεωρία του Ακτί­στου Φωτός αποβαίνει επιπλέον κι εκείνη η τολμηρή έφεση –τάχα, ‘να δούμε τον Θεό!’– και με τη δική μας σκέψη να Τον περιπτυχθούμε, σαν να θέλουμε να διεισδύσουμε με δύναμη μέσα στα μυστήρια και στα έγκατα του Θείου Είναι· και σαν με το δικό μας νου να θέλουμε να κυριαρχήσουμε επάνω Του, σαν να επρόκειτο για κάποιο αντικείμενο της δικής μας ανθρώπινης γνώσης. Είναι δύσκολο να βρούμε λέξεις για τον χαρακτηρισμό της πνευματικής ουσίας αυτής της υπερήφανης αξίωσης του νου μας. Αλλά είναι σπουδαίο για μας να γνωρίζουμε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις συναντούμε όχι ‘φωτεινή νεφέλη’, αλλά γνόφο και σκοτάδι που κρύβουν τον Θεό.

     »Όταν προσηλώνουμε τα μάτια του νου μας απ’ ευθείας προς τον Ήλιο του Προαιωνίου Είναι, με σκοπό να Τον δούμε όπως ακριβώς Αυτός είναι, τότε τα μάτια μας καταφλέγονται και αποτυφλώνονται από το απρόσιτο και εκτυφλωτικό Φως της θεό­τητας, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τυφλώνονται και καίγονται τα φυσικά μας μάτια, όταν γυμνά αυτά, δίχως να προστα­τεύονται από κάτι, στρέφονται κατευθείαν προς τον φυσικό ήλιο. Στη Γραφή υπάρχει μια θαυμάσια εικόνα που μας διδάσκει την εγκράτεια, από το να έχουμε παρρησία ενώπιον του Θεού: ‘Ἱστάμενα κύκλῳ τοῦ Θρόνου τοῦ Ὑψίστου τὰ ἑξαπτέρυγα Σερα­φείμ, δυσὶ πτέρυξι κατακαλύπτοντα τὰ πρόσωπα αὐτῶν’ (Ἡσ. 6, 2).

     »Η αληθινή οδός για τη θεωρία του θείου Φωτός, διέρχεται διά μέσου του ‘έσω ανθρώπου’. Όλη η σκέψη μας, όλη η δύ­ναμη της επιθυμίας μας, οφείλουν να κατευθύνονται μονάχα προς το ‘τηρῆσαι τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ ἄσπιλον καὶ ἀνεπίληπτον’ (Α΄ Τιμ. 6, 14). Τότε το θείο Φως, όπως έδειξε η πείρα των αιώνων, ‘πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως’ επισκέπτεται τον άνθρωπο. Και κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για τα όρια της ευδοκίας του Θεού προς εμάς. Γιατί αυτή η ευδοκία στην πραγματι­κότητα βρίσκεται μακριά από κάθε όριο.

     »Όσο πολύ κι αν τείνει ο άνθρωπος προς τον Θεό, όσο πολύ κι αν φλέγεται από την αγάπη του γι’ Αυτόν, και πάλι οι εκχύσεις του Φωτός Του θα παραμένουν έξω και πέρα από κάθε όριο και αριθμό, γιατί δεν υπάρχει τέλος σε αυτές, ακόμα κι όταν Αυτό το Φως υπερβαίνει τις δυνάμεις της δικής μας φύσης να υπομείνει τη λάμψη Του. Και ο μοναδικός δυνατός Λόγος, η μονα­δική επικύρωση σε όλα αυτά είναι ότι, τελικά, ‘ὁ Θεὸς Φῶς ἐστι, καὶ σκοτία ἐν Αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία’· και ότι ‘Αὐτὸς οἰκεῖ ἐν ἀπροσίτῳ Φωτὶ’ και εμφανίζεται πάντοτε ‘ἐν τῷ φωτὶ καὶ ὡς φῶς’…”.

     »Αλλά, παρά τους λόγους αυτούς αυτού του ανδρός, δεν διαλύθηκε η απορία στη δειλή μου ψυχή. Δεν έβλεπα μπροστά μου την οδό· δεν γνώριζα “πώς” να μπω μέσα σ’ αυτή την ζωή· από “πού” ακριβώς ν’ αρχίσω· ένοιωθα τον εαυτό μου να βρίσκεται μέσα σε γνόφο και “ρώτησα”:
     –“Τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω” (πρβλ. Μάρκ. 10, 17);

     »Και μου δόθηκε η απάντηση:
     –Να προσεύχεσαι όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος για χρόνια ολόκληρα βοούσε· “Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος!” και στο τέλος εισακούσθηκε. Να προσεύχεσαι με τα λόγια της εκκλησιαστικής ωδής: “Λαμψάτω, ὦ Φωτοδότα, καὶ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ τὸ Φῶς Σου τὸ ἀπρόσιτον!”· να παίρνεις δύναμη με την Πίστη και να θυμάσαι πάντα ότι η Εκκλησία δεν προσεύχεται ποτέ για πράγματα αδύνατα και ανέφικτα.

     »Στη συνέχεια ο άνθρωπος εκείνος, σαν να ήθελε να αποκλείσει τη δυνατότητα ότι μια τέτοια προσευχή θα παραμείνει χωρίς την “ἄνωθεν” απάντηση, κατέκλεισε τον λόγο του ως εξής:
     –Όταν γνωρίσει η ψυχή σου αυτό το Φως, τότε όταν θα συμβαίνει να το στερείσαι, θα φλέγεσαι κυριολεκτικά γι’ αυτό· και, μιμούμενος τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, θα το αναζητάς και θα κράζεις προς αυτό:
     “Ἐλθέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν.
     Ἐλθέ, ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος.
     Ἐλθέ, τῶν πεπτωκότων ἡ ἔγερσις.
     Ἐλθέ, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις.
     Ἐλθέ, Πανάγιε Βασιλεῦ.
     Ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν,
     καὶ μεῖνον ἀδιαστάτως ἐν ἡμῖν,
     καὶ ἀδιαιρέτως Σὺ μόνος βασίλευε ἐν ἡμῖν
     εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.”».


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)

[Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Άσκησις και Θεωρία»,
μέρος 3ο, κεφ. V,
(«Λόγος εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου»),
σελ. 177–179 και 184–188,
Έκδοση Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 19961.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση και ολική μεταφορά
του κειμένου στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]






–ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ–

Το παραπάνω εμπνευσμένο κείμενο 
του μακαριστού Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ 
ήταν –και νομίζουμε πως εκδοτικά είναι ακόμη– 
εξολοκλήρου δημοσιευμένο στην καθαρεύουσα. 
Η μεταφορά του στην απλή δημοτική 
κρίθηκε από μας τελείως αναγκαία και απαραίτητη. 
Αναντίρρητα το εγχείρημα αυτό 
φέρει την ατελή σφραγίδα 
της δικής μας πρωτοβουλίας και ευθύνης. 
Παρά τη νέα «γλωσσική» εκδοχή του κειμένου, 
θέλουμε να πιστεύουμε 
ότι δεν παρεκκλίναμε ανησυχητικά πολύ 
από το ύφος και τη σειρά του πρωτοτύπου. 
Για τα όσα τυχόν λάθη 
υπάρχουν αλλά και εντοπίσουν 
οι λίαν αγαπητοί επισκέπτες – αναγνώστες, 
εμείς ζητούμε ειλικρινά την επιείκεια της κρίσης τους.   






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου