Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

«ΦΩΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ»

«ΦΩΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ»
 
Απάνου στα κεραμίδια της εκκλησιάς ανεμίζουνται κάτι ψιλά χορτάρια. 
Από μέσα όμως από τον κουμπέ είναι ο Παντοκράτορας, 
σαν να σκύβει από τον ουρανό 
«ἐπιβλέπων ἐπὶ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». 
Η κεφαλή Του είναι μεγαλόπρεπη με πυκνά και άφθονα μαλλιά, 
οπού πέφτουνε στον αριστερόν ώμο Του. 
Το γένι Του είναι πυκνό. 
Η έκφρασή Του είναι απλή, με ταπείνωση και με πραότητα· 
έχει ωστόσο ένα θεϊκό μεγαλείο. 
Πλατύλαιμος, μ’ ανοιχτό πουκάμισο, με φαρδειές πλάτες 
και με τα χέρια ανασηκωμένα, όπως πάγει ο γύρος. 
Είναι περιτυλιγμένος μέσα σ’ έναν φαρδύν μανδύα, 
σα να αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. 
«Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον Αὐτοῦ»! 
Με το δεξί χέρι Του βλογά τον κόσμο, 
και με τ’ αριστερό Του κρατά το Βαγγέλιο, τον Νόμο του Θεού.
Ησυχία βασιλεύει όλη την ημέρα μέσα στον τρούλλο, ακόμα και τότες 
που βουΐζουνε όξω η θάλασσα και τα δέντρα από τον άνεμο. 
Διάφορα μαμούδια πετάμενα, χρυσόμυιγες, μελίσσια, 
φτερουγίζουνε εκεί απάνου και βοΐζουνε ολόγυρα στους Προφήτες, 
ύστερ’ ανεβαίνουνε κλωθογυρίζοντας στο μεγάλο Παντοκράτορα· 
μάλιστα μια σφύγκα έχει κολλημένη τη χωματένια φωλιά της 
σε μια ζαρωματιά που σκεδιάζει το πουκάμισό Του. 
Ο Χριστός όλα τα δέχεται με καλωσύνη.

Προς το βράδυ, 
ένα χρυσαφένιο γλυκό φως μπαίνει μέσα στον αγιασμένον πύργο, 
σα να τον γεμίζει με θυμίαμα. 
Τούτην την ιερή ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, 
βουΐζει ο τελευταίος φτερωτός προσκυνητής, 
ένας αθώος καντηλοσβήστης. 
Σιμώνει με ευλάβεια στο θεϊκό πρόσωπο, προσκυνά το μέτωπο, 
μια χαϊδεύει το μουστάκι, μια τα άγια τα μαλλιά, 
ύστερ’ ανεσπάζεται το χέρι Του, φτερουγίζει στο Βαγγέλιο, 
σα να μετρά τα μαργαριτάρια που το πλουμίζουνε, 
παίρνει βόλτα στους ώμους του Θεού, 
ψάχνει μέσα στις δίπλες που κάνει το φόρεμά Του. 
Παίρνει βόλτα πολλές φορές τον κουμπέ, 
οσμίζοντας το λιβάνι και το κερί που μοσκοβολά 
από αιώνες κολλημένο απάνου στον καπνισμένον θόλο. 
Ώρα πολλή ακούγεται το ίσο που βαστά 
’κείνο το αθώο μαμούδι, ο λεγόμενος χαμπαρολόγος, 
σα να μη θέλει να χωριστεί από τον Χριστό 
για να πετάξει στα βουνά, 
σα να λέγει με το βουρβούρισμά του: 
«Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σου, Κύριε τῶν δυνάμεων!». 
Τ’ άγιο ’κείνο φτερωτό, σα νά ’ναι κανένα μικρό Σεραφείμ, 
αγάλλεται μέσα στην ανοιχτή αγκαλιά 
του «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν», του Τρισαγίου. 
Κι Εκείνος βλέπει από πάνου με πραότητα. 
Το χέρι Του δεν κουράζεται ν’ απλώνει σε σχήμα ευλογίας, 
δε σαλεύει για να διώξει το αθώο πεταλούδι που βουΐζει στ’ αυτιά Του, 
μπαίνει στα μάτια Του, χαϊδεύει το λαιμό Του. 
’Κείνο πάλε ξέρει πως είναι ο πατέρας του 
και δε φοβάται την αυστηρή ματιά Του, 
κι ολοένα μουρμουρίζει, ως που μονομιάς κόβεται το βούϊσμα, 
γιατί βγήκε από το στενό θυρίδι κι έφυγε στον αγέρα.
Από κάτου, ’κείνη την ώρα, 
λέγει ο καλόγερος με φωνή ήσυχη 
το «Φῶς Ἱλαρόν», 
ενώ ο ήλιος βασιλεύει και τελειώνει η μέρα.
«Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός,
οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ,
ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν,
ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν,
ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν.
Ἄξιόν Σε ἐν πᾶσι καιροῖς ὑμνῆσθαι φωναῖς αἰσίαις,
Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς,
διὸ ὁ κόσμος Σὲ δοξάζει».
Δάκρυα έρχονται στα μάτια τ’ ανθρώπου ακούγοντας αυτά τ’ αρχαία λόγια, οπού ’ναι απλά κι αιώνια σαν το βασίλεμα του ήλιου. 
Το βιβλίο, πού ’ναι ακουμπισμένο απάνου στ’ αναλόγι, 
γράφει πως είναι ποίημα Αθηνογένους του Μάρτυρος
Παμπάλαιος ύμνος, που τον λένε κάθε βράδυ, σαν τελειώνει η μέρα, 
από δύο χιλιάδες χρόνια ίσαμε το σήμερα, 
απλοί ανθρώποι που βαστάνε από τους αρχαίους Έλληνες, 
σαν και τούτον τον Αγιονορείτη καλόγερο, 
πού ’ναι και στο πρόσωπο σαν τους παλαιούς.
Ακατάλυτη Ελληνική φύτρα! 
Ποτές δε θα ξεραθείς, ποτές δε θα πεθάνεις! 
Από το γέρικο και τιμιώτατο κορμί σου, 
πετιούνται ολοένα καινούργια βλαστάρια, 
που γεύοντάς τα και τ’ αγρίμια ημερεύουνε! 
Σε κάθε καινούργια γέννα σου χαίρεται ο κόσμος, 
μα οι οχτροί σου τα κράζουνε στερνοπαίδια, 
ως που δεν αργείς να φέρεις άλλον 
δράκο στον κόσμο, κι αποσβολώνουνται!
Ας παρατήσουνε πια τους παλαιούς Έλληνες, 
κι ας ακούσουνε τον καινούργιο Πίνδαρο 
(σημ.: τον Βασίλη Μιχαηλίδη· 1849–1917), 
που κράζει από την Κύπρο:
«Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶν’ φυλὴ συνόκαιρη τοῦ κόσμου.
Κανένας δὲν εὑρέθηκε γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψῃ,
κανένας, γιατὶ σκέπει την ’πὸ τἅψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ῥωμιοσύνη θὰ χαθῇ ὅντας ὁ κόσμος λείψῃ».

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)
[Φωτίου Κόντογλου:
«Έργα Α΄Το Αϊβαλί, η Πατρίδα μου»,
κεφ. 47ο, σελ. 327–331,
«Αστήρ», Αθήνα 19957.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου