Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

«ΕΙΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΛΕΠΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΣΟΥ ΑΓΑΠΗ!»

«ΕΙΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΛΕΠΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΣΟΥ ΑΓΑΠΗ!»
 
     Ο Νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ο εξ Αγαρηνών, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη από μωαμεθανούς Τούρκους γονείς. Στη δε Σμύρνη που εγκαταστάθηκε από μικρός, του άρεσε πάντα να συναναστρέφεται με χριστιανούς και μάλιστα να επισκέπτεται τη Μητρόπολη. 
Εκεί, γνώρισε κι έναν Γέροντα Πνευματικό και επειδή ο ίδιος δε γνώριζε καθόλου ανάγνωση έλεγε κάθε φορά στον Πνευματικό:
     –Σε παρακαλώ, τίμιε Πνευματικέ, διάβασέ μου κανένα «αγιωτικό», 
για ν’ ακούσω και να ωφεληθώ!
     Κι όταν άκουγε για τους βίους των Αγίων 
και τα μαρτύρια των Μαρτύρων, 
τα κατέγραφε όλ’ αυτά στις άρρυπες πλάκες της καρδιάς του, 
με αποτέλεσμα, βαθμιαία να τρωθεί η καρδιά του από θείο έρωτα 
και να θερμανθεί από ουράνιο ζήλο. 
     Κάποια μέρα, έτρεξε προς την αποβάθρα και βρήκε πλοίο που ξεκινούσε για το Άγιον Όρος. Στο καράβι, ο πρώτος φρικτός πειρασμός σαν εκδικητικός σκόπελος βρίσκεται για να εμποδίσει την ιερή πλεύση του Αγίου: ένας διεστραμμένος στη νόηση αγιορείτης μοναχός (!) τον καταγγέλλει στους συμπλέοντες και κοινοποιεί το σκοπό και το σχέδιο της επιθυμίας του να ασπασθεί την Ορθοδοξία. Το γεγονός, αν και συγκεντρώνει σοβαρά το μένος των αγαρηνών, προσπερνιέται σύντομα. Το πλέγμα των αλληλοδιάδοχων πειρασμών ολοένα θα γίνεται ασφυκτικότερο για τον Νεομάρτυρα και τον πόθο που έφερε μέσα του. Οι Πατέρες στον Ιερό Άθωνα, μόλις μάθαιναν ότι ήταν Τούρκος, δεν ήθελαν με τίποτα να τον δεχθούν. Διότι, αν το πληροφορούνταν αυτό οι ομόθρησκοί του, τότε, το δίχως άλλο, θα επακολουθούσαν ποικίλα αποτρόπαια αντίποινα: σφαγές, κακοποιήσεις, καταστροφές και ερημώσεις στην Αθωνική Πολιτεία. 
     Το πρώτο μέρος που επισκέφθηκε ήταν η Νέα Σκήτη. 
Και εκεί έλαβε χώρα η ίδια αποκαρδιωτική 
παραγκώνιση και αποστασιοποίηση. 
Όταν άκουγαν ότι είχε επιθυμία να βαπτισθεί, 
διερρήγνυαν από φόβο και τρόμο 
τα ιμάτιά τους και τον έδιωχναν. 
Αυτός ήταν ο πρώτος διωγμός του Αγίου. 
Λυπήθηκε, στενοχωρήθηκε, πικράθηκε, έκλαψε, 
μα η φλογερή του αγάπη για τον Χριστό δε λιγόστεψε. 
Στην Αγία Άννα που πήγε, γνώρισε τον δεύτερο διωγμό. 
Στα Καυσοκαλύβια, τον τρίτο. 
Και στη Μεγίστη Λαύρα, τον τέταρτο. 
     Ήταν περιθωριοποιημένος, ανεπιθύμητος και απορριπτέος από όλους. Σε κάθε απόρριψη και διωγμό ακολουθούσαν νέοι απερίγραπτοι ψυχικοί πόνοι, νέες αποκαρδιώσεις, νέες απογοητεύσεις. Η δίψα του για τον Χριστό και ο πόθος του να λάβει το Άγιο Βάπτισμα, δοκιμάστηκαν όπως ο χρυσός στο χωνευτήρι. Οι άδολες ρίζες του δικού του χριστιανισμού είχαν εισχωρήσει βαθιά μέσα στο εύφορο χωράφι της φιλόθεης ψυχής του. Και το ευσκιόφυλλο και καρποφόρο δένδρο της ακλόνητης πίστης του, όλο και αυξανόταν θαυμαστώς με την προστασία της Ίδιας της Παναγίας. 


Την επιθυμία του να βαπτιστεί και να γίνει Χριστιανός την παρέδωσε και την δοκίμασε στην κρίση πολλών. Αλλά τότε οι πολλοί ήταν είτε φοβισμένοι και άτολμοι από τη μανία των Τούρκων είτε άπειροι για να έχουν ή να βρουν τον τρόπο που λυτρώνει και αναπαύει τον αδελφό. Η ψυχή του, πέρασε από χίλια κύματα. Τον είδαν, τον άκουσαν και τον εξέτασαν πολλοί αδελφοί, παραδελφοί, επίτροποι, προϊστάμενοι, γέροντες, πνευματικοί, ακόμη και ο τότε Πατριάρχης που ησύχαζε στα όρια της Μονής Ιβήρων. Απελπισμένος από την συνεχή αναβολή και αποβολή, πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο. Όπου του υπεδείκνυαν και όπου έλπιζε να βρει φως πραγμάτωσης του ιερού του πόθου. Κάποτε που κίνησε για τη Λαύρα, πορευόταν στον τόπο που ονομάζεται 
«του κυρ–Ησαΐου» όπου υπήρχαν εκεί πανύψηλα και παμμεγέθη δέντρα. Ψηλά, στην κάθε κορφή αυτών των δέντρων έβλεπε ο Άγιος κι από έναν σχηματισμένο σταυρό τον οποίο και προσκυνούσε απορώντας «Κύριε ελέησον! Τί, πολλοί σταυροί που είναι εδώ;». Ταυτόχρονα, αισθανόταν και μια ευωδία. Η Χάρη του Θεού γνωρίζει πάντα να ενισχύει τις ψυχές που μοιάζουν σα σπασμένα καλάμια σ’ αυτόν τον κόσμο!
     Μόνος μια φορά βάδιζε τον μοναχικό του δρόμο προς την Μονή των Ιβήρων αλλά, ταυτόχρονα, και τον εσωτερικό και μαρτυρικό δρόμο της πληγωμένης του συνείδησης. Εκεί, τον συνάντησε η Χάρη της Παναγίας, για να στεφανώσει η Αγωνοθέτις Κυρία Θεοτόκος τον νέο αθλητή των χριστιανικών μυστικών αγωνισμάτων. 
     Με θολό το βλέμμα, μέσα από τα πολλά του δάκρυα, βλέπει μια πάγκαλη και με αρχοντικό παρουσιαστικό Γυναίκα, κοσμημένη με ουράνιο μεγαλείο και θεία λαμπρότητα. Τον περίμενε καταμεσής του δρόμου. Η Παναγία, του μίλησε με την πιο πολύ κι από το μέλι γλυκύτατη φωνή Της και, με ανείπωτη μητρική αγάπη, γύρισε και του είπε:
     –Μη λυπάσαι, παιδί μου! Εγώ είμαι πάντα μαζί σου και βλέπω τη θερμή καρδιακή σου αγάπη που έχεις για τον Υιό και Θεό Μου. Γύρισε πίσω στα Καυσοκαλύβια και όλα θα γίνουν σύμφωνα με τη βουλή του Θεού και τη δική σου αγαθή προαίρεση. 
     Εκεί στα Καυσοκαλύβια, άκουσε τον ποθητό λόγο της ιερολόγησης του Μυστηρίου που λαχταρούσε από καιρό η διψαλέα καρδιά του: «Βαπτίζεται ὁ δούλος τοῦ Θεοῦ, Κωνσταντῖνος…». Τότε, άνοιξαν οι Ουρανοί και καταύγασαν υπέρ τον ήλιο το πρόσωπό του, με θείες λάμψεις και ουράνιες φωτοχυσίες να τυλίγουν τη μορφή του, σε τέτοιο βαθμό, που οι εκεί παριστάμενοι να μη μπορούν καθόλου να τον ατενίσουν.
     Ο φιλάνθρωπος Κύριος διάνοιγε αθόρυβα και αθεώρητα τον δρόμο για το σεπτό του μαρτύριο. Κάποτε, όταν σε μια Ακολουθία άκουσε κατά την ανάγνωση τον λόγο του Προφήτη Ιερεμία: «Ὁ ἐξάγων ἄξιον ἐξ ἀναξίου ὡς τὸ στόμα Μου ἔσται» (Ιερ. ιε΄ 19), ο Θεός τού έβαλε τότε μυστικά στο νου του τον αγγελικό λογισμό να επιχειρήσει να κάνει χριστιανή και την κατά σάρκα αδελφή του. Έτσι, με την ευλογία του Πνευματικού του, αναχώρησε για το Αϊβαλί. Εκεί, αναγνωρίστηκε από κάποιον γνωστό του τούρκο, συνελήφθη και προσήχθη στον κατή (=δικαστή).
     Η Παναγία, με ιδιαίτερη αγάπη και εύνοια προς αυτόν, παρακολουθούσε την μαρτυρική πορεία του. Μάλιστα δε, τον επισκέφθηκε η Ίδια η Κυρία των Αγγέλων μέσα στη φυλακή και παρουσιάσθηκε μπροστά στον πολύπαθο «δέσμιο» τοῦ Χριστοῦ (Β΄ Τιμ. α΄ 8) «ὁλολαμπής, μὲ ὅλο ἐκείνο τὸ φῶς τῆς δόξης Της μὲ τὸ ὁποίον λάμπει εἰς τὸν οὐρανόν» και του είπε:
     –Χαίρε, Κωνσταντίνε! Πιστέ υπηρέτη του Υιού Μου αλλά και δικέ Μου. Επειδή συνέχεια επικαλείσαι το όνομά Μου, ορίστε που τώρα ήρθα σε σένα. Μάθε ότι είναι θέλημα του Υιού Μου να μαρτυρήσεις στην Βασιλίδα των πόλεων που έχει και τ’ όνομά σου και εκεί να τελειώσεις τον δρόμο της αθλήσεως. Και πες από Μένα τον λαό αυτής της πόλης να μη δέονται άλλο για σένα κάνοντας λιτανείες. 
     Όπως του προείπε η Παναγία, στο παράνομο και πανάθλιο δικαστήριο της Κωνσταντινουπόλεως, μετά τις γνωστές και καθιερωμένες υποσχέσεις και απειλές, με άσπονδο μίσος ο άδικος κριτής ράπισε δυνατά τον Νεομάρτυρα Κωνσταντίνο, όπως ο ανεξίκακος Σωτήρας Χριστός κάποτε ραπίστηκε γι’ αυτόν. Ο πονηρός κατής υπέγραψε τελικά την καταδίκη του Νεομάρτυρα σε θάνατο με απαγχονισμό, 
ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1819. 
[(1) Αρχιμ. Θεοφύλακτου Μαρινάκη:
«Γεροντικό της Παναγίας»,
μέρος 2ο, σελ. 246–249,
Θεσ/νίκη Σεπτέμβριος 20012.
(2) Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:
«Νέον Μαρτυρολόγιον»
σελ. 272–280, «Αστήρ», Αθήνα 19934.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου