Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια της Καρδιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια της Καρδιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


     Ξυπνώ. Και να! Είσαι μαζί μου. Καθώς σηκώνομαι, αισθάνομαι την Παρουσία Σου που με ζωογονεί. Νιώθω την τρυφερή Σου στοργή που με τυλίγει.

     Το ξύπνημα των Μαθητών Σου τις μέρες που πατούσες τα χώματα της Παλαιστίνης… Αυτά τα πρωινά της Γαλιλαίας στην ακρογιαλιά, μεταξύ Τιβεριάδος και Καπερναούμ… Το γνωρίζω πολύ καλά από προσωπική πείρα. Τα πουλιά κελαηδούν με μια λάμψη, με μια δύναμη που δεν έχω ξανακούσει αλλού. Ο ήλιος δεν έχει φανεί ακόμη. Ρίχνει όμως ήδη μια ασημένια γραμμή στα νερά της αναποφάσιστης λίμνης, στα κύματά της που ανάλαφρα τραγουδούν. Οι Μαθητές Σου ξυπνούν, αντικρίζουν την καινούργια μέρα χαρούμενα γιατί θα περπατήσουν πάλι μαζί Σου. Είναι ευτυχισμένοι, γιατί ξέρουν πως κάθε ώρα που θα περάσουν κοντά Σου θα είναι αποκάλυψη και θάμβος. Οι ίδιες αυτές υποσχέσεις των όρθρων της Γαλιλαίας προσφέρονται και σε μένα κάθε αυγή καθώς ξυπνώ. Σκέπτομαι: «και σήμερα θα Τον ακολουθήσω…».

     Δεν είναι τόσο το ξύπνημα των Μαθητών Σου, όσο η δική Σου καθημερινή έγερση, που θά ’πρεπε να δώσει στο καθημερινό μου ξύπνημα την ουσία του, το νόημά του. Διδάσκαλε, όταν ξυπνούσες, η πρώτη σου κίνηση δεν μπορούσε να είναι άλλη, από μια ανάταση προς τον Πατέρα: «Κι αφού σηκωθώ, θα πάω προς τον Πατέρα Μου» (Λουκ. 15, 18). Η φράση αυτή, που η παραβολή αποδίδει στον άσωτο υιό, έπαιρνε στα χείλη Σου ένα νόημα εντελώς ειδικό, αληθινά μοναδικό. Πήγαινες –ων ήδη προαιώνια μαζί Του– προς έναν Πατέρα, από τον Οποίο τίποτε, σε καμιά περίπτωση, δεν Σε είχε χωρίσει.


     Δεν μπορώ να προφέρω τη φράση αυτή με τον μοναδικό τρόπο που την έλεγες Εσύ. Δεν μπορώ να πάω προς τον Πατέρα παρά μόνο σαν γιος ένοχος. Σαν γιος που μετανοεί, που πεθαίνει από την πείνα, που είναι συντετριμμένος ως τα βάθη της υπάρξεώς του. Συντετριμμένος, γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνο που εγκατέλειψε ήταν η απόλυτη Αγάπη κι εκείνο που ζήλεψε ήταν ξυλοκέρατα «που έτρωγαν τα γουρούνια» (Λουκ. 15, 16). Ασφαλώς δεν αρκεί, αυτή η συνειδητοποίηση να παραγάγει μέσα μου μιαν αόριστη αίσθηση στέρησης, μια νοσταλγία. Πρέπει να με χτυπήσει σαν μαστίγιο. Κι ο πόνος από το κτύπημα τούτο, πρέπει να φθάσει μέχρι «μυελού των οστέων» μου. Τότε θα δοκιμάσω την αληθινή συντριβή, Κύριε, μεσ’ στην αυγή «δέξαι με μετανοούντα». Εμφύσησέ μου το Πνεύμα Σου, οδήγησέ με προς τον Πατέρα.

     Και να, ο Πατήρ Σε αποστέλλει, Εσένα τον Ίδιο, προς εμένα, ως φορέα της συγνώμης, ως αγγελιοφόρο της ελπίδος. Ο μεγάλος γιος του πατέρα του ασώτου ζήλεψε τον αδελφό του, οργίσθηκε εναντίον του. Σήμερα όμως ήδη, την ώρα της πρωινής μου εγέρσεως ο Μεγάλος Υιός, ο Μονογενής –που είναι συγχρόνως και μεγαλύτερος αδελφός μου– έρχεται να με αναζητήσει και να με υποδεχθεί εκ μέρους του Πατέρα.

     Λυτρωτή μου, προτού ακόμη προλάβω να σηκωθώ, είσαι εδώ. Με θέλεις… «Να η φωνή του καλού μου που μου χτυπά την πόρτα… Να τος, στέκεται έξω από το σπίτι, κοιτάει απ’ το παράθυρο, ρίχνει ματιές απ’ το καφασωτό. Ο αγαπημένος μου μιλάει και μου λέει: “Σήκω!”» (Άσμ. Ασμ. 5, 2· 2, 9–10).

     Κύριε Ιησού, κάθε καινούργια μέρα είναι μια συνάντηση που κλείνεις μαζί μου. Σ’ αυτή τη συνάντηση φθάνεις πάντα πρώτος Εσύ. Ας αρχίζει λοιπόν κάθε μέρα για μένα με τον πόθο αυτής της συνάντησης, με τη λαχτάρα μιας επίγνωσης και μιας αγάπης ολοένα πιο μεγάλης! Κάθε ξύπνημά μου, ας μου φέρνει πριν απ’ όλα τη χαρά και τις επαγγελίες της Παρουσίας Σου!


     Ιησού, ξέρω πως είσαι εδώ και με παίρνεις στα χέρια Σου. Μα δεν μπορώ, δεν πρέπει να ξεχνώ εκείνους που Σε αγνοούν. Εκείνους, των οποίων το ξύπνημα δεν φωτίζεται και δεν θερμαίνεται από το φως Σου, από την ανατολή του αληθινού Ήλιου. Χλωμές, μελαγχολικές αυγές εκείνων που υποφέρουν, των αρρώστων που θα πεθάνουν, που μετρούν ένα-ένα τα λεπτά. Αγωνίες των ανθρώπων που δεν ξέρουν πώς θα μπορέσουν να βρουν τροφή για τη μέρα που έρχεται, πώς θα θρέψουν τα παιδιά τους. Κόπωση και βαρυθυμιά των εργατών, που πριν φέξει ξεκινούν για σκληρές δουλειές: το ορυχείο, τη μηχανή, το σιδηρόδρομο. Ξύπνημα του αμαρτωλού με τα κατάλοιπα από την πικρή γεύση της αμαρτίας. Όλα αυτά, Κύριε, και όλους αυτούς τους ξέρεις, τους συμπονάς. Κάνε την ψυχή μου μέτοχο της συμπάθειας που νιώθεις γι’ αυτούς. Σύνδεσέ με, με τον πόθο Σου να μην αφήνεις να περάσει η μέρα χωρίς να τους προσφέρεις μ’ έναν αθέατο τρόπο τη θεϊκή Σου βοήθεια.

     Κύριε, με πλησιάζεις και μου λες, όπως στην κόρη του Ιάειρου: «Έγειρε!». Πιάνοντάς την από το χέρι την ξανάφερες στην ζωή. Το παιδί που νόμιζαν νεκρό σηκώθηκε αμέσως και άρχισε να περπατάει. Και να, ότι μέσα στην καθημερινή πράξη της πρωινής έγερσης, διαβλέπω το μυστήριο και τη δύναμη της Αναστάσεως.

     Κι Εσύ επίσης «ηγέρθης», αναστήθηκες από τον ύπνο του θανάτου. Σηκώθηκες ζων και ένδοξος. Από τότε η δόξα της Αναστάσεώς Σου σφραγίζει την κάθε μας αυγή.


     Την πρώτη μέρα της εβδομάδος, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο Σου. Ήταν «λίαν πρωί», «ανατείλαντος του ηλίου» (Μάρκ. 16, 2). Κύριε, καμιά καινούργια αυγή ας μην έλθει να φωτίσει τη ζωή μου, χωρίς ταυτόχρονα η σκέψη μου να τρέξει προς την Ανάστασή Σου. Χωρίς να τρέξω εν πνεύματι προς το καινό μνημείο του Κήπου!

     Εκείνος που έρχεται να με βρει κάθε πρωί, καθώς χαράζει, είναι ο Αναστάς Χριστός. Ό,τι κι αν πρόκειται να συμβεί, όσοι κίνδυνοι κι αν με απειλούν, το ξεκίνημα της ημέρας μου θα είναι θαυμάσιο, αν θυμάμαι –με όλη μου όμως την ψυχή και τη διάνοια– ότι ο Σωτήρ μου νίκησε τις δυνάμεις του κακού και του θανάτου. Η πρώτη πράξη πίστεως κάθε πρωί, θα είναι μια πράξη πίστεως στην τελική Σου νίκη. «Κραταιή πιο πολύ κι απ’ το θάνατο η αγάπη· πύρινα φτερά η δική της φλόγα· που και η μεγαλύτερη ποσότητα νερού δεν μπορεί να τη σβήσει και τα ποτάμια αδυνατούν να τη σκεπάσουν» (Άσμ. Ασμ. 8, 6–7).

     –Το πιστεύεις αυτό, παιδί Μου;
     –Το πιστεύω, Κύριε.
     –Τότε, παιδί Μου, δεν πρέπει να υπάρχει στην ψυχή σου θέση για καμιά λύπη, για κανέναν φόβο. Ένα μόνο να φοβάσαι: μήπως Με χάσεις. Μήπως χάσεις Εμένα, που είμαι η Ζωή σου.

     Κύριε Ιησού, κάθε μέρα μπορεί με τον τρόπο αυτό να γίνει για μένα μια αληθινή Κυριακή, «πρώτη Σαββάτων», γιορτή της Αναστάσεώς Σου. Ας είναι λοιπόν κάθε πρωινό για μένα μια αυγή του Πάσχα!


     Γράφω αυτές τις γραμμές στην Ιερουσαλήμ, την αυγή της Κυριακής του Πάσχα. Τις γράφω σε αυτό τον Κήπο, όπου επί τόσα χρόνια μού έδωσες τόσα πολλά! Είναι ένας κήπος υποθέτω όμοιος με εκείνον όπου ήταν το μνημείο που Σε δέχθηκε μετά τον Σταυρό. Ανάμεσα στους φοίνικες και τα άνθη, κοντά σ’ αυτό το βράχο που ο ήλιος πυρώνει, νομίζω ότι βλέπω τη Μαγδαληνή ενώ έκλαιγε σκυμμένη στον τάφο. Παρακολουθώ τη σκηνή που περιγράφει το Ευαγγέλιο. Η Μαρία Σε αναζητεί. Απευθύνεται στον άνθρωπο που νομίζει για κηπουρό. Στρέφεται. Σε βλέπει. Αλλά, «δεν κατάλαβε ότι Αυτός είναι ο Ιησούς». Και μόνο όταν της είπες «Μαρία!», «στραφείσα εκείνη» και πάλι και, αναγνωρίζοντάς Σε, «λέγει· ραββουνί!», Διδάσκαλε! (Ιωάν. 20, 14–16).

     Αυτό το γεγονός φωτίζει, αποκαλύπτει τη φύση της υπέρτατης μεταστροφής. Η Μαρία Σε αναζητεί. Αλλά Σε αναζητεί με τη μορφή, που ήδη είχε σχηματίσει μέσα της. Επιμένει στη μορφή αυτή. Γι’ αυτό το λόγο και δεν μπορεί να Σε αναγνωρίσει έτσι όπως της παρουσιάζεσαι. Δυο φορές γυρίζει προς το μέρος Σου –«μεταστροφή» σημαίνει ακριβώς την πράξη του «στρέφεσθαι εις τα οπίσω» (Ιωάν. 20, 14)– και μόνο τη δεύτερη φορά, ακούγοντας το όνομά της, αποκτά συνείδηση της Παρουσίας Σου.


     Δεν ξέρω πόσες φορές ακόμη θα θελήσεις να δω το φως της αυγής, τη λάμψη της καινούργιας ημέρας. Δεν ξέρω αν θ’ ακούσω και πάλι τις καμπάνες του Πάσχα να κτυπούν στην Ιερουσαλήμ. Όμως, σε παρακαλώ, κάνε ώστε η κάθε αυγή να είναι για μένα αυγή του Πάσχα. Κάνε να βρίσκομαι μυστικά στον Κήπο της Ιερουσαλήμ. Και κάθε μέρα, κάθε πρωινή μου έγερση, φέρνοντάς μου τη χαρά του Πάσχα, ας προκαλεί εντός μου την πιο βαθειά μεταστροφή. Μια μεταστροφή που θα με κάνει να στραφώ από την εικόνα Σου του χθες προς την εικόνα Σου του σήμερα! Μάθε με, σε κάθε κατάσταση και σε κάθε πρόσωπο, να Σε γνωρίζω, έτσι που θέλεις να Σε γνωρίσω σήμερα. Όχι έτσι που μου παρουσιάσθηκες χθες, αλλά έτσι που μου δείχνεσαι τώρα! Να μια μεταστροφή και αλλαγή που δεν πραγματοποιείται χωρίς βία. Μεταστροφή που απαιτείς να γίνει οπωσδήποτε. Τα καινούργια πρόσωπα, οι καινούργιες καταστάσεις, διά μέσω των οποίων θα Σε συναντήσω, ενδέχεται να είναι ποικίλες και διάφορες. Ας είναι καθένα από τα πρωινά μου ξυπνήματα ένα ξύπνημα εν τη Παρουσία Σου –που μπορεί να είναι τόσο διαφοροποιημένη– μια πασχαλινή συνάντηση με τον Χριστό, που είναι τόσο απροσδόκητος Επισκέπτης μερικές φορές! Κάθε επεισόδιο, κάθε γεγονός της μέρας που άρχισε, ας είναι μια στιγμή που θ’ ακούσω να με καλείς με το όνομά μου, όπως κάλεσες τη Μαρία. Τότε, ας ήταν να στραφώ κι εγώ προς το μέρος Σου. Ας ήταν να Σου απαντήσω με μια λέξη, να σου πω μια μόνο λέξη (αλλά με όλη μου την καρδιά): «Διδάσκαλε!».

Ιερουσαλήμ, Πάσχα 1960


LEV LOUIS GILLET
(1892–1980)


[Αρχιμ. Lev Louis Gillet
(1892–1980):
«Παρουσία του Χριστού»
(Γραμμένο από ένα μοναχό
της Εκκλησίας της Ανατολής),
Μεταφρασμένο από τα Γαλλικά
από τον Επίσκοπο Βρεσθένης
Δημήτριο Τρακατέλλη
(τώρα, Αρχιεπίσκοπο Αμερικής),
κεφ. 14ο, σελ. 97–103,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα, 19802.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ


     Πάει καιρός, από τότε που μού ’μαθες να φυτεύω λουλούδια στη γη της καρδιάς μου, Διδάσκαλε αγαθέ…

     Ήμουν ένας κήπος ξερός και μαραμένος· μια στείρα γη. Το νιόδροσο χορτάρι πρώτη φορά φύτρωσε στον ερχομό Σου…

     Δε Σε γνώρισα σαν πρωτοήρθες. Σαν άλλη Μαρία κι εγώ, Σε πήρα για κηπουρό και Σε κοίταξα περίεργα. Έβλεπες τον κήπο...

     Ύστερα, μού ’πες πως πρέπει να ξεριζώσω τ’ ατίθασα ζιζάνια.
     Έκανες την αρχή...

     Ύστερα, πήρες το χέρι μου.
     Μού ’βαλες στη χούφτα ένα μικρούτσικο σπόρο κι είπες:
     —Αυτό είναι ένα τριαντάφυλλο...

     Γέλασα.
     —Με κοροϊδεύεις, Ξένε;
     Κοίταξες θλιμμένος τα μάτια μου και μου μίλησες για την υπομονή.
     Υποσχέθηκες πως την άνοιξη αυτό το μικρό σποράκι θά ’ναι οπωσδήποτε ένα τριαντάφυλλο…

     Σε πίστεψα, κι άρχισα το φύτευμα.
     Ήθελα μόνο τριαντάφυλλα στο δικό μου κήπο· Στο ζήτησα.
     Αρνήθηκες, γιατί έτσι θά ’ταν ένας κήπος μονότονος, χωρίς παραλλαγές...


     Φύτεψα ρόδα και κρίνα, άσπρες και μωβ πασχαλιές, λεπτά γιασεμιά και ανεμώνες.
     Όλα μικρά σποράκια μα, μου τό ’πες:
     —Θ’ ανθίσουν την άνοιξη…

     Μου μίλησες για την άνοιξη, τότε που θ’ ανθούσε ο κήπος, τότε που θα βάψει το πράσινο τη γη μας και το γαλάζιο τον ουρανό.
     —Τότε, μού ’πες, τα ρόδα θα σου θυμίζουν την αγάπη· τα λεπτά γιασεμιά την ευγένεια της καρδιάς· τα κρίνα την αγνότητα της ψυχής· οι μωβ πασχαλιές τη θυσία, οι λευκές πασχαλιές τη χαρά· οι ανεμώνες την απλότητα και τα μικρά χαμομήλια, που θ’ ανθίσουν μόνα τους με το αγέρι και τη βροχή, αυτά θα σου θυμίζουν την ακριβή ταπείνωση.
     —Θα τα θυμάσαι, παιδί Μου, ολ’ αυτά;
     —Ναι, άγνωστε Ξένε, θα τα θυμάμαι.
     —Πες μου, όμως, τ’ όνομά Σου, να Σε καλέσω την άνοιξη να δεις τον κήπο μου ανθισμένο...

     Δε μίλησες.
     Όμως, τ’ άστρα, το αγέρι, όλες οι μικρές πνοές της νύχτας, το ψιθυρίσανε γλυκά:
     —  Ι Η Σ Ο Υ Σ .


     Πάει καιρός, από τότε και δεν Σε ξανάδα.
     Όμως, το ένιωθα· ήσουν πάντα κοντά μου: τό ’δειχνε τ’ αφρόπλαστο χιόνι που έντυνε τα μικρά φυτά, ο ήλιος μετά που τα ζέσταινε…

     Τα πρώτα βλαστάρια…
     Βλέπω και τώρα τον κήπο…

     Αναστημένε μου!...
     Να, τα λουλούδια μου:
     Τα ρόδα μού θυμίζουν την αγάπη.
     Τα κρίνα την αγνότητα της ψυχής.
     Τα λεπτά γιασεμιά την ευγένεια.
     Οι ανεμώνες την απλότητα.
     Τα χαμομήλια την ταπείνωση
     Οι μωβ πασχαλιές τη θυσία.
     Οι λευκές τη χαρά.


     Θ’ ανοίξω τώρα τον κήπο μου να ξεκουράζονται οι ψυχές στα λουλούδια μου...

     Μα, πιότερο θέλω να ’ρθείς ΕΣΥ, Αγαπημένε μου! Να ’ρθείς να περπατήσεις και να κατοικήσεις στον κήπο μου!…

ΑΥΓΕΡΗΣ ΡΟΔΑΜΑΣ







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

ΥΠΝΟΣ ΣΤΟ ΠΛΟΙΑΡΙΟ

ΥΠΝΟΣ ΣΤΟ ΠΛΟΙΑΡΙΟ


     Κύριε Ιησού Χριστέ, η μέρα τούτη που θέλησα να περάσω μαζί Σου, πλησιάζει στο τέρμα της. Η νύχτα πέφτει σιγά–σιγά. Φάνηκαν ήδη τα πρώτα άστρα. Μου αποκαλύπτουν την απεραντοσύνη των κόσμων. Μερικές φορές προκαλούν στη ψυχή μου τη γέννηση ενός ερωτήματος: Είναι δυνατόν μέσα σ’ ένα τέτοιο και τόσο απέραντο σύμπαν, του οποίου η επιστήμη θαυμάζει την τάξη και την έκταση, η φτωχή ανθρώπινη ύπαρξη ν’ απολαμβάνει την αδιάκοπη βοήθεια της θείας δύναμης και την προσοχή της; Δεν πρόκειται εδώ για έναν ανθρωπομορφισμό, για μια φαντασία καθαρά πρωτόγονη και απλοϊκή;


     Η νύχτα πέφτει. Ο ερχομός της κάθε νύχτας υπενθυμίζει, στο πνευματικό πεδίο, τη νίκη του σκότους. Ο Ευαγγελιστής Σου, εκφράζει μ’ έναν τρόπο γεμάτο ακρίβεια και πάθος τη συνάφεια της νύχτας και του κακού: τη βραδιά του Μυστικού Δείπνου, όταν αναφέρει την αναχώρηση του Ιούδα, παρατηρεί: «ήτανε νύχτα» (Ιωάν. 13, 30). Η νύχτα αποτελεί για πολλούς ανθρώπους την ώρα του πειρασμού και της αμαρτίας. Τότε το σκοτάδι στη ψυχή τους είναι πιο πυκνό και πιο βαθύ απ’ ό,τι είναι έξω. Κύριε, εμπιστεύομαι στην ευσπλαχνία Σου όλους εκείνους κι όλες εκείνες, που αυτή τη νύχτα, θα ζητήσουν και θα κάνουν κάτι που είναι κακό κι αμαρτωλό ενώπιόν Σου.


     Ο ερχομός όμως της νύχτας συμπίπτει και με το άναμμα των φώτων. Είναι η ώρα που ανάβουν οι λάμπες. Κι αυτά τα φώτα, που λάμπουν μέσα στην καρδιά του σκοταδιού, μου λένε πως η νύχτα δεν μπορεί να σκιάσει τη λάμψη Σου. Μέσα στη νύχτα που έρχεται, Σε λατρεύω Φως ιλαρό, Φως ειρηνικό, Εσένα που είπες «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» (Ιωάν. 8, 12). Το φυσικό σκοτάδι μπορεί να αυξάνει. Τα ηθικά σκότη ενδέχεται να με πιέζουν. Το βάρος τους μπορεί να μου φαίνεται καταθλιπτικό. Μα τι έχω να φοβηθώ όταν κρατώ Εσένα, όταν Σε κατέχω σαν φως μου, ένα φως εσωτερικό, που καμιά εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να επηρεάσει; Επαναλαμβάνω τα λόγια του Ψαλμωδού: «Μέσα στο δικό Σου το Φως εμείς θα δούμε το πραγματικό φως» (Ψαλμ. 35, 10).


     Είναι η ώρα που οι Μαθητές Σου στους Εμμαούς επέμεναν παρακαλώντας Σε να μείνεις μαζί τους: «Μείνε μαζί μας, γιατί πήρε να βραδιάζει κι έκλεισε η μέρα» (Λουκ. 24, 29). Κι όχι μόνο έμεινες μαζί τους, αλλά μπήκες στο σπίτι για να μετάσχεις στο δείπνο τους και για ν’ ανοίξεις τα μάτια τους ώστε ν’ αντιληφθούν την Παρουσία Σου. Στο κλείσιμο τούτης της μέρας σού απευθύνω κι εγώ μια παρόμοια ικεσία: μείνε μαζί μου αυτό το βράδυ, τούτη τη νύχτα. Κάνε κάτι περισσότερο από το να μείνεις απλώς μαζί μου. Ας είναι προνομιακές οι τελευταίες αυτές ώρες της μέρας· ας Σε νιώθω μέσα μου! Ας με διευκολύνουν οι ώρες τούτες σε μια προσωπική, άμεση επαφή μαζί Σου, που χρειάζομαι τόσο πολύ! Ας μου φέρουν ένα από ’κείνα τα βαθιά και μυστικά λόγια Σου, που πέφτουν από τα χείλη Σου μέσα στην καρδιά μου και με κάνουν να ζω!


     Η νύχτα είναι η ώρα του ύπνου. Όπως ο Ψαλμωδός θα υποταχθώ σ’ αυτή την ανάγκη της ανθρώπινης φύσης: «Θα πλαγιάσω με ειρήνη και θ’ αποκοιμηθώ» (Ψαλμ. 4, 9). Όμως Σ’ ακούω να ζητάς από τους Μαθητές Σου να αγρυπνούν. Είπες στον Πέτρο: «Σίμων, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες ούτε μια ώρα ν’ αγρυπνήσεις;» (Μάρκ. 14, 37). Είπες ακόμη στους δικούς Σου: «Ν’ αγρυπνείτε και να προσεύχεσθε, για να μη μπείτε σε πειρασμό. Γιατί το πνεύμα του ανθρώπου είναι πρόθυμο, μα η σάρκα του ασθενής» (Μάρκ. 11, 38).


     Είναι αλήθεια ότι όλες μας οι νύχτες δεν είναι νύχτα της Γεθσημανή. Τουλάχιστον όμως δεν θα έπρεπε να Σου δώσω μια ώρα για μια νυχτερινή προσωπική επαφή; Η βραδινή προσευχή φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Δεν λησμονώ το συμπέρασμα–επιταγή που μας είπες στο τέλος μιας παραβολικής διήγησης για την προσευχή–παράκληση που γίνεται τα μεσάνυχτα: «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάχνετε και θα βρείτε, χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχτεί» (Λουκ. 11, 9). Κύριε, δος μου την επιθυμία και τη δύναμη να Σε ζητώ –τουλάχιστον μερικές φορές αν όχι πάντα– στις ώρες της νύχτας, αφαιρώντας λίγο χρόνο από τον ύπνο μου, όσο εσύ νομίζεις.


     Γέμισες τις νύχτες με τις προσευχές Σου! Ας είναι η νυχτερινή μου προσευχή μια συμμετοχή στις μυστικές νυχτερινές Σου προσευχές και προ παντός σ’ εκείνες που έκανες στον κήπο της Γεθσημανή, την παραμονή του θανάτου Σου! Ασφαλώς, θα συμμετέχω από πολύ μακριά –δεν θα τολμώ, δεν θα μπορώ να πλησιάσω τον Σωτήρα μου την ώρα που ικέτευε τον Πατέρα λίγο πριν από το Πάθος! Αλλά κάμε, ώστε η λυτρωτική συγκίνηση που δοκίμασες τότε, να απλωθεί ως την καρδιά μου συγκλονιστική και φλογερή! Ας γίνει αυτό, έστω κι αν πρόκειται να είναι τόσο σύντομο όσο κι η λάμψη μιας αστραπής.


     Ακόμη και στον ύπνο μου δεν θά ’θελα να χωρισθώ από Σένα. Προτού με πάρει ο ύπνος ψιθυρίζω μυστικά τη μεγάλη φωνή που άφησες τη στιγμή του θανάτου Σου πάνω στο Σταυρό: «Πατέρα, στα χέρια Σου αφήνω τη ζωή μου» (Λουκ. 23, 46). Εδώ η προσευχή μου γίνεται ένα με τη δική Σου. Εναποθέτεις –τολμώ να εναποθέσω κι εγώ– στα χέρια του Πατέρα μαζί με τη δική Σου και τη δική μου ψυχή. Τη ψυχή Σου και τη ψυχή μου τις παραδίδουμε μαζί στην άκτιστη Αγάπη. Παραθέτουμε τη ψυχή μας σαν μια παρακαταθήκη που μας έχει εμπιστευθεί. Την παραθέτω σαν παρακαταθήκη σε Κάποιον, από τον Οποίο θα μπορούσα ίσως να την πάρω κι αύριο ακόμη. Παραδίδω τη ψυχή μου, ενώνοντάς την με τη δική Σου, κι έτσι διώχνω κάθε φόβο από την καρδιά μου.


     Κοιμάμαι. Και δεν παύω να είμαι μαζί σου. Πώς συμβαίνει αυτό; Όλες οι ανθρώπινές μας καταστάσεις είναι ριζωμένες, ενσωματωμένες στις δικές Σου ανθρώπινες καταστάσεις. Ο ύπνος μου κάθε νύχτας αποτελεί μέρος του επίγειου ύπνου Σου. Κοιμήθηκες για να εξαγιάσεις τον ύπνο μας, για να τον διαποτίσεις με την ύπαρξή Σου. Το Ευαγγέλιο σ’ ένα του σημείο Σε παρουσιάζει να κοιμάσαι. Πρόκειται για μια μόνο φορά. Και μόνο όμως αυτό φθάνει για να ευλογηθεί και να μεταμορφωθεί ο ύπνος μας. Χωρίς Εσένα, χωρίς αυτή την ειδική ευλογία Σου, ο ύπνος μας θα παρέμενε μια πράξη καθαρά φυσική, ζωική.


     Μια μέρα μπήκες σ’ ένα πλοιάριο μαζί με μερικούς Μαθητές Σου. Ξεκινήσατε. Στο δρόμο ξέσπασε η θύελλα. Τα κύματα υψώθηκαν άγρια. Το πλοιάριο άρχισε να κάνει νερά. Οι Μαθητές φοβήθηκαν, αλλά Εσύ κοιμόσουν στην πρύμνη με το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα προσκεφάλι. Οι Μαθητές τρομαγμένοι Σε ξύπνησαν: «Κύριε, σώσε μας, χανόμαστε!». Κι Εσύ, «αφού σηκώθηκες, επιτίμησες τους ανέμους και τη θάλασσα κι έγινε τότε γαλήνη μεγάλη» (Ματθ. 8, 25–26).


     Η εικόνα αυτή του Ιησού, που κοιμάται στην πρύμνη του πλοιαρίου, την ώρα που μαίνεται η καταιγίδα, είναι –θα τολμούσα να πω– η εικόνα του ύπνου μου. Μοιράζομαι τον ύπνο του Χριστού. Ίσως προτού αποκοιμηθώ να ήμουν περικυκλωμένος, βυθισμένος μέσα σε μεγάλες δυσκολίες. Ευθύς ως αποκοιμήθηκα, χάθηκαν από το πεδίο της συνείδησής μου. Πάντως δεν παύουν να υπάρχουν. Θα τις ξαναβρώ αύριο. Όμως δεν ταράζουν τον ύπνο μου. Ενδέχεται οι άνεμοι να σφυρίζουν, τα κύματα να υψώνονται άγρια. Ο Χριστός δεν θα τους επιτρέψει να ταράξουν την ανάπαυση που νιώθω κοντά Του. Για μένα γίνεται «γαλήνη μεγάλη». Είναι η ίδια η γαλήνη του Ιησού Χριστού. Ίσως, Κύριε, αυτή τη νύχτα να μου δώσεις κάτι περισσότερο από την ηρεμία Σου, κάτι περισσότερο από τον ήσυχο ύπνο και την ειρήνη που ένιωθες και που χάρη σε Σένα γίνεται και δικό μου κτήμα. Ίσως στη διάρκεια του ύπνου μου να με προσεγγίσεις μ’ ένα μυστηριώδη τρόπο. Ο ύπνος μέσα στην Αγία Γραφή είναι μερικές φορές ο χρόνος των ονείρων και των σημείων. Πέρα από τα φτωχά σύμβολα για τα οποία μιλούν οι ψυχολόγοι, η νύχτα είναι μερικές φορές γόνιμη σε θεία σημεία.


     Σε όνειρο είδε ο Ιακώβ μια σκάλα που το ένα της άκρο ακουμπούσε στη γη και η κορυφή της άγγιζε τους ουρανούς· οι άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν τα σκαλοπάτια αυτής της κλίμακας. Κάνοντας έναν σαφή υπαινιγμό σ’ αυτό το γεγονός, μας είπες: «Από τώρα θα δείτε ανοιχτό τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού ν’ ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν προς τον Υιό του ανθρώπου» (Ιωάν. 1, 52). Κύριε, αν μερικές τουλάχιστον νύχτες μου μπορούσαν να είναι νύχτα του θαυμαστού ονείρου του Ιακώβ!


     Ενώ ανακρινόσουν ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου, η γυναίκα του τον ειδοποίησε με ειδικό άνθρωπο: «Μη κάνεις τίποτα σ’ αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο! Πολλά έπαθα στ’ όνειρό μου γι’ αυτόν» (Ματθ. 27, 19). Κύριε, δέχομαι με όλη μου την καρδιά να υποφέρω για Σένα «μέσα στο όνειρο», εάν έτσι μπορούσα ν’ αντικρίσω, αν όχι τη μορφή Σου, τουλάχιστον τη σκιά Σου και τα ίχνη των βημάτων Σου. Ονειρεύεται κανείς εκείνο που επιθυμεί, εκείνο που αγαπά. Έλα και γέμισε τα όνειρά μου. Συχνά παρουσιάσθηκες στους Μάρτυρές Σου στις νύχτες που προηγούνταν του μαρτυρικού τέλους τους. Δεν τολμώ να ζητήσω τη χάρη που τους δόθηκε. Άλλωστε, είμαι τόσο ανάξιος. Ας μπορούσα κάποτε, αν όχι να Σε δω, τουλάχιστον, έστω και αόριστα –πάντως όχι αβέβαια και φανταστικά– να Σε προαισθανθώ.


     Ίσως αυτή τη νύχτα να ζητηθεί η ψυχή μου. Μα, Σου την παρέδωσα προτού κοιμηθώ. Το σώμα μου κοιμάται, αλλά η ψυχή μου αγρυπνάει με Σένα. Όπως λέει η Σουλαμίτιδα: «Εγώ κοιμάμαι και η καρδιά μου αγρυπνάει» (Άσμα 5, 2). Εάν αποκοιμηθώ, έχοντας ενώσει τη ψυχή μου με τη δική Σου, έχοντας εναποθέσει τα πάντα σε Σένα, δεν θα φοβηθώ όταν ακουσθεί η κραυγή «εν τω μέσω της νυκτός»: «Να, ο Νυμφίος έρχεται! Βγείτε όλοι έξω για να Τον συναντήσετε!» (Ματθ. 25, 6). Θα σηκωθώ όλο χαρά και θα Σου πω: «Πώς Σε περίμενα, αγαπημένε μου Κύριε!».


     Πάντως φαίνεται ότι αυτή η νύχτα δεν θα είναι η τελευταία. Μια νέα μέρα θα μου δοθεί για να μπορέσω να ενωθώ μαζί Σου πιο στενά. Ήδη η νύχτα χάνει το σκοτεινό της χρώμα, γυρίζει προς το γκρίζο. Σε λίγο θα έρθει η μέρα. Αυτό που ακούω δεν είναι ο ερχομός Σου; Δεν είναι η φωνή Σου, αυτή που αντηχεί από μακριά; «Ακούω τον Αγαπημένο μου! Νάτος που έρχεται πηδώντας πάνω απ’ τα βουνά, τρέχοντας πάνω στους λόφους» (Άσμα 2, 8). Έλα σε μένα, Ιησού Χριστέ. Έλα μαζί με την καινούργια μέρα…

ΑΡΧΙΜ. LEV GILLET
(1892–1980)



[Αρχιμ. Lev (Louis) Gillet
(1892–1980):
«Παρουσία Χριστού»
–Γραμμένο από ένα μοναχό
της Εκκλησίας της Ανατολής,
Μεταφρασμένο από τα Γαλλικά
από τον Επίσκοπο Βρεσθένης
Δημήτριο Τρακατέλλη
(τώρα· Αρχιεπίσκοπο Αμερικής)–,
κεφ. 13ο, σελ. 89–96,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα, Ιανουάριος 19822.
Επιμέλεια ανάρτησης,
πληκτρολόγηση και διόρθωση κειμένου,
επιλογή φωτογραφιών:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.