Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ


     Πάει καιρός, από τότε που μού ’μαθες να φυτεύω λουλούδια στη γη της καρδιάς μου, Διδάσκαλε αγαθέ…

     Ήμουν ένας κήπος ξερός και μαραμένος· μια στείρα γη. Το νιόδροσο χορτάρι πρώτη φορά φύτρωσε στον ερχομό Σου…

     Δε Σε γνώρισα σαν πρωτοήρθες. Σαν άλλη Μαρία κι εγώ, Σε πήρα για κηπουρό και Σε κοίταξα περίεργα. Έβλεπες τον κήπο...

     Ύστερα, μού ’πες πως πρέπει να ξεριζώσω τ’ ατίθασα ζιζάνια.
     Έκανες την αρχή...

     Ύστερα, πήρες το χέρι μου.
     Μού ’βαλες στη χούφτα ένα μικρούτσικο σπόρο κι είπες:
     —Αυτό είναι ένα τριαντάφυλλο...

     Γέλασα.
     —Με κοροϊδεύεις, Ξένε;
     Κοίταξες θλιμμένος τα μάτια μου και μου μίλησες για την υπομονή.
     Υποσχέθηκες πως την άνοιξη αυτό το μικρό σποράκι θά ’ναι οπωσδήποτε ένα τριαντάφυλλο…

     Σε πίστεψα, κι άρχισα το φύτευμα.
     Ήθελα μόνο τριαντάφυλλα στο δικό μου κήπο· Στο ζήτησα.
     Αρνήθηκες, γιατί έτσι θά ’ταν ένας κήπος μονότονος, χωρίς παραλλαγές...


     Φύτεψα ρόδα και κρίνα, άσπρες και μωβ πασχαλιές, λεπτά γιασεμιά και ανεμώνες.
     Όλα μικρά σποράκια μα, μου τό ’πες:
     —Θ’ ανθίσουν την άνοιξη…

     Μου μίλησες για την άνοιξη, τότε που θ’ ανθούσε ο κήπος, τότε που θα βάψει το πράσινο τη γη μας και το γαλάζιο τον ουρανό.
     —Τότε, μού ’πες, τα ρόδα θα σου θυμίζουν την αγάπη· τα λεπτά γιασεμιά την ευγένεια της καρδιάς· τα κρίνα την αγνότητα της ψυχής· οι μωβ πασχαλιές τη θυσία, οι λευκές πασχαλιές τη χαρά· οι ανεμώνες την απλότητα και τα μικρά χαμομήλια, που θ’ ανθίσουν μόνα τους με το αγέρι και τη βροχή, αυτά θα σου θυμίζουν την ακριβή ταπείνωση.
     —Θα τα θυμάσαι, παιδί Μου, ολ’ αυτά;
     —Ναι, άγνωστε Ξένε, θα τα θυμάμαι.
     —Πες μου, όμως, τ’ όνομά Σου, να Σε καλέσω την άνοιξη να δεις τον κήπο μου ανθισμένο...

     Δε μίλησες.
     Όμως, τ’ άστρα, το αγέρι, όλες οι μικρές πνοές της νύχτας, το ψιθυρίσανε γλυκά:
     —  Ι Η Σ Ο Υ Σ .


     Πάει καιρός, από τότε και δεν Σε ξανάδα.
     Όμως, το ένιωθα· ήσουν πάντα κοντά μου: τό ’δειχνε τ’ αφρόπλαστο χιόνι που έντυνε τα μικρά φυτά, ο ήλιος μετά που τα ζέσταινε…

     Τα πρώτα βλαστάρια…
     Βλέπω και τώρα τον κήπο…

     Αναστημένε μου!...
     Να, τα λουλούδια μου:
     Τα ρόδα μού θυμίζουν την αγάπη.
     Τα κρίνα την αγνότητα της ψυχής.
     Τα λεπτά γιασεμιά την ευγένεια.
     Οι ανεμώνες την απλότητα.
     Τα χαμομήλια την ταπείνωση
     Οι μωβ πασχαλιές τη θυσία.
     Οι λευκές τη χαρά.


     Θ’ ανοίξω τώρα τον κήπο μου να ξεκουράζονται οι ψυχές στα λουλούδια μου...

     Μα, πιότερο θέλω να ’ρθείς ΕΣΥ, Αγαπημένε μου! Να ’ρθείς να περπατήσεις και να κατοικήσεις στον κήπο μου!…

ΑΥΓΕΡΗΣ ΡΟΔΑΜΑΣ







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

1 σχόλιο: