Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
Η θεραπεία από τη λέπρα της αχαριστίας


     Η περίπτωση των Δέκα Λεπρών του σημερινού Ευαγγελίου παρουσιάζει μπροστά στα μάτια της συνείδησής μας το δράμα της αχαριστίας των πολλών και το θαύμα της ευχαριστίας των λίγων. Πόσο ρηχοί και αναίσθητοι στεκόμαστε πολλές φορές μπροστά στο μυστήριο της ζωής μας, στο μυστήριο της ψυχής μας, στο μυστήριο του κόσμου! Πόσο ανένοχοι, απαθείς, αδρανείς και απροβλημάτιστοι! Η μεγαλύτερη αμαρτία μας είναι αυτή η έλλειψη ευγνωμοσύνης, που κυριολεκτικά ενδημεί μέσα μας· η με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο εκδηλωμένη αχαριστία μας, και όμως! Πιστεύουμε ότι «είμαστε εντάξει» με τον Θεό, το ίδιο και με τους συνανθρώπους μας. Όμως στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

     Αφού διαπιστώσουμε την «υψηλή τοξικότητα» που υπάρχει ανάμεσα σε αυτόν που κάνει το «καλό» απαιτώντας έμμεσα ή άμεσα κατόπιν από τους άλλους ατέρμονες ευχαριστίες υποχρεωτικότητας και σε εκείνον που από αθεράπευτη κρυφή υπερηφάνεια αποφεύγει ή αρνείται να ευχαριστήσει τον οποιονδήποτε μικρό ή μεγάλο ευεργέτη και συμπαραστάτη του, έχουμε να ρωτήσουμε: Άραγε, ποιον άνθρωπο άφησε ποτέ η υπερηφάνεια και ο εγωισμός να δοξολογεί και να ευχαριστεί τον Θεό από την καρδιά του, να εκφράζει απλά και ελεύθερα τα αγιοπλαστικά αισθήματα της δοξολογίας και της ευγνωμοσύνης;


     Μέσα μας, χάρη στα διάφορα σύνδρομα απροσεξίας, αδιαφορίας και αναισθησίας, κρύβεται αυτούσια η μεγάλη και ακμαία αχαριστία μας για τις τόσες και τόσες ευεργεσίες που έχουμε αναπάντεχα δεχθεί τόσο από τον Θεό όσο και από τους ανθρώπους που Αυτός έστειλε μια φορά, κάποτε, μια μέρα, μια ωραία στιγμή προς εμάς. Τότε, όλο αυτό το «θαύμα» της απροσδόκητης ευεργέτησής μας φαινόταν σαν κάτι φυσικό, σαν κάτι εύλογο και τυχαίο.

     Όμως, με μια προσεχτικότερη αυτοκριτική ματιά, τίποτε στο διάβα της ζωής μας δεν είναι τυχαίο, χωρίς νόημα και χωρίς σκοπό. Το θέμα είναι, πότε και πώς θα αρχίσουμε επιτέλους να παίρνουμε εμείς τα σπουδαία μαθήματα της αγάπης του Θεού. Και η αγάπη του Θεού δεν έχει κανένα άλλο συνώνυμο εκτός από την παντοειδή ευεργεσία· και δεν έχει κανένα άλλο ταίρι εκτός από τη δοξολογία και την ευχαριστία. Μια ζωή θα είμαστε μόνιμα οι ευεργετούμενοι και ταυτόχρονα μια ζωή θα είμαστε οι πλέον νωθροί στον υπέροχο τρόπο της ευχαριστίας και της ευγνωμοσύνης;

     Και είναι διαπιστωμένο ψυχολογικά και πνευματικά: Θα πάμε να πούμε όλα τα «χτυπητά» και χονδροειδή αμαρτήματά μας στον εξομολόγο και, στο τέλος, θα νιώσουμε απολύτως εφησυχασμένοι και δικαιωμένοι γι’ αυτό· όμως, το μέγα και φρικτό αμάρτημα της αγνωμοσύνης και της αχαριστίας, με το οποίο αχώριστα εμείς συμπορευόμασταν μια ολόκληρη ζωή, είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται ποτέ να το αναφέρουμε, δεν πρόκειται ποτέ να το παραδεχτούμε και πολύ περισσότερο να το εντοπίσουμε μέσα μας.

     Μετά, κάτω από το ανερμήνευτο βάρος των πειρασμών, των θλίψεων, των δοκιμασιών και των στενώσεων, εκείνων των αφόρητων και μαρτυρικών κενών που βιώνουμε για χρόνια μέσα μας, τα βάζουμε συνεχώς με τον Ευεργέτη μας Θεό και με τους «δευτεροευεργέτες» μας ανθρώπους, οι οποίοι οπωσδήποτε δεν ήρθαν τυχαία στη ζωή μας για να μας βοηθήσουν, να μας συνδράμουν, να μας συμπαρασταθούν, να μας εξυπηρετήσουν, να μας διευκολύνουν.


     Θυμηθείτε το, αδελφοί μου: όσο περισσότερο επιτρέπουμε να αυξάνει μέσα μας η αγνωμοσύνη και η αχαριστία, τόσο πιο πολύ απεμπολούμε και αποστερούμαστε τις αέναα κατερχόμενες ευλογίες του Θεού στην καρδιά και τη ζωή μας. Ο Θεός μάς γυρίζει την πλάτη πανδίκαια και παιδαγωγικά. Κι ας Του ανάβουμε αμέτρητες λαμπάδες πιο πάνω από το μπόι μας. Δεν μας αγιάζει η φλόγα του κεριού αλλά το πυρ της δοξολογίας και της ευχαριστίας. Ας το ξέρουμε καλά αυτό σαν το πνευματικότερο κριτήριο που υφίσταται πάνω από τα πρόσωπα, τα πράγματα και τις εξελίξεις γύρω μας.

     Η ευχαριστία είναι θείο γνώρισμα και θεϊκή κατάσταση· τρέφει και ζωογονεί την καρδιά και ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου. Η δε αχαριστία και η αγνωμοσύνη είναι το χειρότερο είδος σκληρότητας, είναι ίδιο χαρακτηριστικό του διαβόλου αλλά και των ανθρώπων, που είναι ή πνευματικά ακαλλιέργητοι ή ψυχικά άρρωστοι. Ο μη ευχαριστιακός άνθρωπος δεν δύναται εκ των πραγμάτων να γνωρίσει και να νοιώσει τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι Θεός ευχαριστίας, ο Θεός της δόξης όλων των λογικών και άλογων, ορατών και αοράτων όντων, όλης της κτίσεως που βλέπουμε, παρατηρούμε και δεν έχουμε ακόμη ερευνήσει. Όσο πιο πολύ Τον δοξολογούμε και Τον ευχαριστούμε, τόσο αναγόμαστε προς τη θεία ζωή, τόσο πιο πολύ ελκύουμε με σφοδρότητα τη Χάρη Του στον αγώνα μας, τα έργα μας και την πορεία μας.


     Και όταν πάλι λυπούμε ή δυσαρεστούμε αυτούς που μας έχουν ευεργετήσει και μας έχουν εξυπηρετήσει έστω και με κάτι που, κατά τη δική μας λογική και αντίληψη, φαίνεται ασήμαντο και μηδαμινό, να γνωρίζουμε ότι λυπούμε τον Ίδιο τον Θεό, τον Πανευεργέτη. Γιατί άραγε;

     Γιατί Αυτός έμαθε να κρύβεται πίσω από τα πρόσωπα που μας ευεργετούν και πίσω από όλες τις διαθέσεις, τους λόγους, τις πράξεις και τις ενέργειες, που είναι όλες καταμυρωμένες με το άρωμα της ευεργεσίας. Και όποιος λυπεί τον Ευεργέτη Θεό και την εικόνα Του, τον συνάλληλα ευεργέτη συνάνθρωπο, τι και πόσες πιθανότητες έχει μετά να εισέλθει ανεμπόδιστα στη χώρα του Φωτός, στη αυλή του Ευεργέτου και Δοξολογούμενου Θεού, στον κόσμο της αληθινής ζωής του Παραδείσου, που είναι μια ζωή ακατάπαυστης δοξολογίας και ευχαριστίας;

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου