Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νηπτικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νηπτικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Απριλίου 2019

ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ


ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ


     «Τι νά ’ναι αυτό πάλι; Γιατί τόση σιγή πάνω στη γη; Πολλή σιγή και ηρεμία! Σιγή πολλή, γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς. Φοβήθηκε η γη και ησύχασε, γιατί ύπνωσε κατά σάρκα ο Θεός. Πέθανε κατ’ άνθρωπον ο Θεός και σκιάχτηκε ο άδης. Κοιμήθηκε για λίγο κι ανέστησε μέσα απ’ τον άδη όσους για αιώνες ήσαν υπνούντες σ’ αυτόν» (Άγιος Επιφάνιος).

     Παρατηρούσα σήμερα το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής ένα πολύ εκφραστικό σε ύφασμα «Επιτάφιο Θρήνο»: Πώς ζωντάνευε το μεγαλείο της υπερούσιας Θυσίας Σου! Μου ήταν αδύνατο να Σε βλέπω νεκρό, απλωμένο, γυμνό, χωρίς οδυρμούς δακρύων. Έσπασαν τα γόνατά μου αθέλητα και μέσα σε αναφιλητά αγάπης και λατρείας θυμήθηκα το δοξαστικό της Μεγάλης Παρασκευής, το θρηνητικό και δοξολογικό μαζί, το θείο και το ανθρώπινο.

     Αισθανόμουν, Ιησού μου, ότι βρισκόμουν κι εγώ μαζί με την Παναγία Μητέρα Σου και τον Μαθητή που αγαπούσες, μαζί με τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, μαζί με τον Νικόδημο που ήρθε τη νύχτα και μαζί με τις άγιες εκείνες γυναίκες που θεωρούσαν από μακριά τη Σταύρωσή Σου, όλοι, όπως ακριβώς ήταν ζωγραφισμένοι στην Εικόνα του Επιταφίου. Και για μια στιγμή νόμισα ότι βαστούσα κι εγώ τη σινδόνα επάνω από το κενό μνημείο, μαζί με τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, όπως ήταν έτοιμοι να απωθήσουν το άχραντο Σώμα Σου.

     Ζούσα τα γεγονότα με τόση ενάργεια, ώστε γονατιστός ν’ απαγγέλω αργά το γλυκύτατο αυτό δοξαστικό, που έδινε διέξοδο στις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, μυώντας με στο θεολογικό περιεχόμενο της ώρας εκείνης. Το περιεχόμενό του ήταν σταυροαναστάσιμο. Γι’ αυτό και χαροποιό το πένθος μου…

     «Εσένα, που σα ρούχο ντύνεσαι το φως, ο Νικόδημος μαζί με τον Ιωσήφ, Σε κατέβασε από το Ξύλο του Σταυρού και, βλέποντάς Σε νεκρό, γυμνό, άταφο, θρηνούσε με συμπόνια και με συγκίνηση κι έλεγε με σπαραγμό και οδύνη:


     “Αλίμονο, γλυκύτατε Ιησού μου! [...] Πώς να Σε κηδεύσω, Θεέ μου; Πώς να Σε τυλίξω με τη σινδόνα;! Ποιά άσματα να πω στην εξόδιό Σου, Οικτίρμων; Μεγαλύνω τα Πάθη Σου, υμνολογώ την Ταφή και την Ανάστασή Σου, κράζοντας· Κύριε δόξα Σοι!”».

     Πώς, χωρίς κλαυθμούς αγάπης και ευγνωμοσύνης· πώς, χωρίς θαυμασμό και δοξολογικά σκιρτήματα της καρδιάς· πώς, χωρίς νοερές αγαλλιάσεις, να θυμηθώ το υπερευλογημένο Μέγα Σάββατο, που κατέπαυσες από τα έργα Σου, ακατάληπτε βυθέ του ελέους, Ιησού;

     Τι θείες αντιθέσεις, ποιές υπερφυσικής τάξεως αντινομίες εκφράζουν τα ακατανόητα μυστήρια της θεϊκής Οικονομίας Σου, ακατάληπτε Χριστέ μου! Ολόκληρη η θεανδρική Σου υπόσταση στον χοϊκό Τάφο!
Λοιπόν, «τίς λαλήσει τὰς δυναστείας Σου, Χριστέ»;

     Μάλλον δε, «σιγησάτω πᾶσα σᾶρξ βροτεῖα». Σήμερα απαιτείται τελεία σιωπή.

     Εσύ, ο Δημιουργός όλων των κόσμων, σήμερα κατέπαυσες το ανακαινιστικό και αναγεννητικό έργο Σου. Και αναπαύεσαι, Βασιλιά των Ουρανών, ζωαρχικώτατε Χριστέ, ωράθης ως νεκρός. Εσύ, που ήσουν και είσαι αχώριστος από τον Πατέρα και το Πνεύμα, όταν το άσπιλο Σώμα Σου ήταν στον Τάφο και η ψυχή Σου στον άδη, «κατάστικτος τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργός».

     Κύριέ μου Ιησού, μόνο Εσύ υπερέβης κάθε όριο αγάπης. Αφού αξιολόγησες την αγάπη Σου στα πλάσματά Σου με το μέτρο της άφατης Θυσίας Σου. Όχι μόνο υπέρ των φίλων Σου, αλλά και υπέρ των εχθρών Σου. Αλλά και τι Θυσίας! Ασύλληπτης και απερίγραπτης σε ψυχικές και σωματικές αλγηδόνες. Την οποία υπέμεινες μόνο και μόνο από αγάπη. Για να μας χαρίσεις, μαζί με τη θέωση, την ατελεύτητη μακαριότητα κοντά Σου.

     Γλυκύτατε Χριστέ μου, χάριζέ μου δάκρυα για να Σε βλέπω όπως είσαι!...

«ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ»
ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ


[ «Χριστοκεντρικές εμπειρίες
ενός Ερημίτου»
(Επιμέλεια
Μοναχού Θεοκλήτου
Διονυσιάτου)·
§50–§51, σελ. 88–91,
υποσ. 61, σελ. 154,
Εκδόσεις «Αστήρ»·
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1991.
Α΄ Δημοσίευση:
Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΡΔΙΑΣ


ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΡΔΙΑΣ


     Καθώς φοβάται ο άνθρωπος να πιάσει με το χέρι του ένα πυρωμένο σίδερο, έτσι ακριβώς φοβάται και ο διάβολος τη συντριβή της καρδιάς, η οποία συντρίβει κατά κράτος την πονηρία του. Όπου υπάρχει συντριβή της καρδιάς, από εκεί διώχνεται κάθε σατανική πονηρία και φλογίζεται κάθε σατανική ενέργεια. Είδε ο διάβολος μια καρδιά καταπληγωμένη από τη συντριβή της Ευχής; Θυμήθηκε αμέσως τις πληγές του Χριστού που υπέμεινε για τον άνθρωπο και γι’ αυτό τρόμαξε και δείλιασε. Μη φοβάσαι τη συντριβή της καρδιάς σου, για να σε φοβούνται οι δαίμονες. Διότι αυτοί δεν φοβούνται τόσο τον ενάρετο, όσο αυτόν που συντρίβει την καρδιά του με την Ευχή. Άμα συντριβεί η καρδιά σου, αμέσως χάνεται η κακία των δαιμόνων από σένα και λάμπει στη ψυχή σου η ακτίνα της δικαιοσύνης του Θεού.

     Μόλις άκουσε ο σατανάς γοερούς αναστεναγμούς να αναπέμπονται από το βάθος της καρδιάς, τράπηκε αμέσως σε φυγή, διότι κατάλαβε ότι εκεί κοντά βρίσκεται καρδιά συντετριμμένη από την Ευχή και, επομένως, ο Ίδιος ο Χριστός. Άκουσαν οι παρατάξεις του εωσφόρου τους λυπηρούς αναστεναγμούς της καρδιάς; Μάζεψαν αμέσως τις πονηρίες στον εαυτό τους και ησύχασαν. Άκουσαν οι δαίμονες να αναστενάζει κάποιος μέσα από το κέντρο της καρδιάς του; Έγιναν άφαντοι από εκεί, διότι φοβήθηκαν την εκδίκηση του Κυρίου. Άκουσε ο διάβολος βραχνιασμένη φωνή από τη συντριβή της καρδιάς; Διαλύθηκε αμέσως η δύναμή του από τον φόβο του και έσβησε από τη λύπη του η φλόγα της κακίας του. Είδε ο σατανάς ροή δακρύων σε πρόσωπο κάποιου που έχει καρδιά συντετριμμένη; Αμέσως ζεματίστηκε στην καρδιά του. Αναστέναξες μέσα από το βάθος της καρδιάς σου; Βέλος έριξες στον ομφαλό του εωσφόρου. Θυμήθηκες τον Πλάστη σου Ιησού και δάκρυσες από τη χαρά σου; Καυστική βροχή έπεσε πάνω στην κεφαλή του εωσφόρου. Προσευχήθηκες στον Χριστό σου από το βάθος της καρδιάς σου; Έφραξε τα αυτιά του ο σατανάς μη υποφέροντας να σε ακούει. Από τα βάθη σου αναστέναξες; Έχασε ο σατανάς τον νου του από τον φόβο του. Συνέτριψες την καρδιά σου με την Ευχή; Δυναμώθηκε η ψυχή σου κατά του διαβόλου, ενώ ταυτόχρονα θωρακίστηκε κατά της αμαρτίας. Συντρίφθηκε η καρδιά σου από την Ευχή; Χάρηκε για τη ψυχή σου το Πνεύμα του Κυρίου και πικράθηκε το τάγμα του εωσφόρου.

      Επικαλέσθηκες τον Δεσπότη σου Χριστό από καρδιάς; Παρέλυσες τον σατανά. Είδαν τα μάτια σου την εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και χάρηκε η ψυχή σου; Αναρίθμητοι λογισμοί κυριεύουν τον σατανά και περιφέρονται γύρω από τον εωσφόρο. Εκ βαθέων επικαλέσθηκες το γλυκύτατο όνομα του Χριστού μου και της Θεομήτορος; Βύθισες στα καταχθόνια τον αόρατο εχθρό σου. Συνέτριψες την καρδιά σου με την Ευχή; Ετρώθηκε (έλιωσε) η ψυχή σου από τον θεϊκό έρωτα και αισθάνθηκε η καρδιά σου τον ανέκφραστο γλυκασμό του Κτίστου σου Χριστού. Πόνεσε η καρδιά σου από τη βία της Ευχής; Κατάλαβες να υπάρχει μέσα σ’ αυτή σκέπη και χάρη θεϊκή. Απελπίστηκες από τη ζωή σου από τους πόνους της συντετριμμένης σου καρδιάς; Αποκαλύφθηκε σε σένα κάποιο από τα κρυμμένα μυστήρια του Θεού. Δοκίμασες τη θλίψη και τον πόνο της συντετριμμένης σου καρδιάς; Γεύθηκε πραγματικά η ψυχή σου από τον Κύριο Παντοκράτορα την αίσθηση της γλυκύτατης Βασιλείας Του.

     Σύντριψε, λοιπόν, αγαπητέ, την εωσφορική έπαρση με την παντοτινή συντριβή της καρδιάς σου, για να στεφανωθεί η ψυχή σου από τον Παντοκράτορα Κύριο. Σύντριψε, λοιπόν, αγαπητέ, τον διάβολο με τη συντριβή της καρδιάς σου, για να εισέλθεις θριαμβευτής στη χαρά του Κυρίου σου. Σύντριψε την καρδιά σου με την Ευχή, για να συντριβεί σε αναρίθμητα συντρίμμια ο σατανάς που σε πλανάει. Σύντριψε την καρδιά σου με την Ευχή, για να ταπεινώσεις κάτω από τα πόδια σου τον υπερήφανο και αλαζόνα σατανά. Σύντριψε την καρδιά σου με την Ευχή, για να περιπαίζεις τον διάβολο, τον πρωτοστάτη της κακίας, λογαριάζοντας τα βέλη του ωσάν βέλη μικρού παιδιού (πρβλ. Ψαλμ. 63, 8).

     Σύντριψε την καρδιά σου με την Ευχή, για να δεις τη ψυχή σου ωσάν άγγελο Κυρίου να ορμάει κατά του διαβόλου δίχως κανένα φόβο, με το να είναι ντυμένη με τη δύναμη του Υψίστου. Σύντριψε, ταπεινέ, την καρδιά σου με την Ευχή, για να γίνουν καινούργια τα εσωτερικά σου από το Πνεύμα του Κυρίου. «Πνεύμα ευθύ και αταλάντευτο εγκαινίασε μέσα στα έγκατά μου», λέγει ο Προφήτης (Ψαλμ. 50, 12). Σύντριψε, λοιπόν, αγαπητέ, την καρδιά σου με την Ευχή, για να συνομιλήσει η ψυχή σου με τους αγγέλους του Θεού, που είναι πράγμα μακάριο, επιθυμητό και τελείως δυσεύρετο και δυσκολοκατόρθωτο. Συνέτριψε, ταπεινέ, την καρδιά σου με την Ευχή, για να αποκτήσεις καθαρότητα στο σώμα σου και νήψη στη διάνοιά σου, τα οποία είναι ωσάν δύο πτέρυγες στη ψυχή σου, με τις οποίες (αυτή μπορεί και) πετάει προς τα ουράνια.

     Συγκέντρωσε τον νου σου μέσα στο βάθος του εαυτού σου, εκεί που είναι ο θρόνος της καρδιάς σου· και αφού τον προσηλώσεις μέσα σ’ αυτή, ωσάν κάποιος έξυπνος παρατηρητής μελέτησε από το βάθος σου την Ευχή ώσπου να γλυκαθεί ανέκφραστα από τη χάρη της· και τότε θα δεις τον εαυτό σου να πετάει πάνω στον ουρανό προς τον Θεό, όπου είναι η αληθινή του ανάπαυση.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ

[ «Νηπτική Θεωρία»
(Από χειρόγραφο του 1851
της Ι. Μ. Ξενοφώντος),
Λόγος Ιστ΄ (Αποσπάσματα),
σελ. 187–196·
Έκδοση
Ιεράς Μονής Ξενοφώντος,
Άγιον Όρος·
Οκτώβριος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


     Η νηστεία, που δεν είναι υπερβολική, αλλά ανάλογη με τις δυνάμεις σου, μπορεί να σε βοηθήσει στην εγρήγορσή σου. Με παραγεμισμένο το στομάχι δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται τα θεία πράγματα, λένε οι ασκητές. Γι’ αυτόν που καλοτρώει, και τα πιο προσιτά μυστήρια της Αγίας Τριάδας μένουν κρυμμένα. Ο Ίδιος ο Κύριος μάς έδωσε το παράδειγμα με τη μεγάλη Του νηστεία στην έρημο. Όταν έδιωξε νικημένο τον διάβολο από μπροστά Του, είχε ήδη νηστέψει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Και αν ο Κύριος αισθάνθηκε την ανάγκη της νηστείας, πόσο πιο πολύ πρέπει να την αισθανόμαστε εμείς; «Και, να! Άγγελοι ήλθαν κοντά Του και Τον διακονούσαν» (Ματθ. 4, 11). Το ίδιο περιμένουν και από σένα οι Άγγελοι του Θεού· να νηστεύσεις, για να σε υπηρετήσουν.

     Η νηστεία περιορίζει την πολυλογία, λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Είναι θύρα ελέους. Διώχνει τις κακές σκέψεις και ξεριζώνει την αναισθησία της καρδιάς. Η νηστεία είναι η θύρα του Παραδείσου.

     Όταν το στομάχι περιορίζεται και στενοχωρείται με τη νηστεία, τότε ταπεινώνεται και η καρδιά. Όποιος νηστεύει, προσεύχεται με νηφαλιότητα. Οι ασυγκράτητες και αχαλίνωτες αισθήσεις, όταν ενισχύονται με υπερβολική τροφή, προκαλούν αμαρτωλές και εμπαθείς σκέψεις και επιθυμίες.

     Η νηστεία είναι έκφραση αγάπης και αφοσίωσης. Θυσιάζει κανείς τις γήινες απολαύσεις, για να πετύχει τις ουράνιες. Πάρα πολλές μας σκέψεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά φροντίδες για το τι θα φάμε και δολώματα της λαιμαργίας μας. Η νηστεία, όμως, αν θέλουμε να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και τα πάθη της, αποτελεί έναν κατάλληλο οδηγό για μια πραγματική απελευθέρωση και μια απαραίτητη υποστήριξη στον αγώνα κατά των εμπαθών επιθυμιών. Η νηστεία σε συνδυασμό με την προσευχή είναι ένα από τα μεγάλα δώρα, που τα διατηρούν με επιμέλεια, όσοι γεύτηκαν κάποτε έστω και για λίγο τη γλυκύτητά τους και ένιωσαν την αξία τους.


     Με τη νηστεία μεγαλώνει η ευγνωμοσύνη προς Εκείνον, που έδωσε στον άνθρωπο τη δύναμη να νηστεύει. Η νηστεία βοηθάει στην κατάκτηση της περιοχής εκείνης που μόνο με τη διαίσθηση νιώθει κανείς ότι υπάρχει. Οι εκδηλώσεις της ζωής και όλα τα φαινόμενα γύρω σου και μέσα σου αποκτούν ένα καινούργιο νόημα· και οι στιγμές που περνούν ένα μεγάλο, πλούσιο και καταπληκτικό περιεχόμενο. Η εγρήγορση της «ιεράς θεωρίας» γίνεται διαυγής. Η ανήσυχη εκζήτηση μεταβάλλεται σε ήρεμη, ταπεινή και γεμάτη ευγνωμοσύνη αποδοχή των θείων δωρεών. Προβλήματα φαινομενικά άλυτα και βασανιστικά ανοίγουν τον πυρήνα τους σαν ώριμοι κάλυκες λουλουδιών. Μόνο με συνοδεία την προσευχή, τη νηστεία και την εγρήγορση πρέπει κανείς να χτυπάει την Πόρτα που εύχεται να δει κάποτε ανοιχτή.

     Στο σημείο αυτό βλέπουμε τον λόγο, για τον οποίο η νηστεία χρησιμεύει σαν μέτρο για τους αγίους Πατέρες: αυτός που νηστεύει πολύ, αγαπάει πολύ· και όποιος αγαπάει πολύ, του συγχωρούνται οι πολλές αμαρτίες του (Λουκ. 7, 47).

     Οι άγιοι Πατέρες συνιστούν μετρημένη νηστεία. Δεν πρέπει να αφήνουμε το σώμα μας να αδυνατίσει πάρα πολύ, γιατί τότε βλάπτεται και η ψυχή. Ούτε, επίσης, μπορεί κανείς να νηστεύει έτσι στα ξαφνικά. Το καθετί απαιτεί άσκηση και ο καθένας οφείλει να δοκιμάζει τον εαυτό του, έχοντας υπόψη του τη φύση του και τη δουλειά του. Δεν είναι σωστό να ξεχωρίζει κανείς τις τροφές σε «απαγορευμένες» και σε «επιτρεπόμενες». Όλες τις τροφές τις δίνει ο Θεός. Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι, ότι πρέπει να αποφεύγονται εκείνες οι τροφές που κάνουν βαρύ και δυσκίνητο το σώμα και ανάβουν τις κατώτερες ορέξεις του. Ακριβώς μάλιστα αυτές οι τροφές καθορίζουν οι ιεροί Κανόνες πως πρέπει να αποφεύγονται. Η σημασία του «μέτρου» όμως, δεν αναφέρεται μόνο στην ποιότητα αλλά και στην ποσότητα. Έστω και αν πρόκειται για όχι τόσο ισχυρές τροφές, δεν πρέπει να τρώει κανείς μέχρι «διαρρήξεως του στομάχου». Τότε καταλύεται το νόημα της νηστείας. Η λαιμαργία αλλάζει απλούστατα υλικά για τον κορεσμό της...

TITO COLLIANDER
(1904–1989)


[ (1) Tito Colliander:
«Ο δρόμος των ασκητών»,
κεφ. 20ο, σελ. 109–111·
Μετάφραση από το Σουηδικό:
Γέροντας π. Ευσέβιος Βίττης
(1927–2009)·
Εκδόσεις «Ακρίτας»
(τώρα πλέον: «Πορφύρα»)·
Αθήνα, Φεβρουάριος 19924.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

«ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ… ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ»

«ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ… ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ»


     Ναι, είναι αλήθεια· ότι ο Θεός πάντα ανυπομονεί να μας συγχωρήσει, πολύ περισσότερο απ’ όσο ανυπομονούμε εμείς να μετανοήσουμε. Κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, «υπάρχει σ’ Αυτόν μια ενιαία αγάπη και συναντίληψη που διαχέεται σε όλη την κτίση· μια αγάπη άτρεπτη, άχρονη και αιώνια». Ενθυμούμενοι την αγωνία του Χριστού στη Γεθσημανή και τον σταυρικό θάνατό Του, ρωτούμε τον εαυτό μας: Τι περισσότερο μπορούσε να κάνει ο σαρκωθείς Θεός, για να μας κερδίσει και να μας ξαναφέρει κοντά Του, που δεν το έκανε; Η συγνώμη όμως δεν αρκεί μόνο να προσφέρεται, πρέπει και να γίνεται δεκτή. Ο Θεός κρούει τη θύρα της ανθρώπινης καρδιάς (βλ. Αποκ. 3, 20), αλλά δεν γκρεμίζει την πόρτα: αυτήν, πρέπει να την ανοίξουμε εμείς.

     Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αληθινό νόημα της λέξης «ὡς» στην «Κυριακή Προσευχή», το «Πάτερ Ημών». Δεν είναι ότι ο Θεός δεν επιθυμεί να μας συγχωρήσει. Αλλά εάν, παρά την αδιάπτωτη λαχτάρα του Θεού να συγχωρήσει, εμείς από την πλευρά μας, σκληραίνουμε τις καρδιές μας και αρνούμαστε τη συγνώμη στους άλλους, τότε, πολύ απλά, καθιστούμε τον εαυτό μας ανίκανο να δεχθεί τη θεία συγνώμη. Κλείνοντας την καρδιά μας στους άλλους, την κλείνουμε και στον Θεό· απορρίπτοντας τους άλλους, απορρίπτουμε και Εκείνον. Αν δεν συγχωρούμε, τότε μόνοι μας τοποθετούμε τον εαυτό μας έξω από το δούναι και λαβείν της αγάπης που γιατρεύει. Ο Θεός δεν μας αποκλείει· εμείς αποκλείουμε τον εαυτό μας.


     Η δική μας προσφορά συγνώμης προς τους άλλους, άρα, δεν είναι η αιτία της συγνώμης του Θεού προς εμάς· είναι όμως σίγουρα η προϋπόθεση, δίχως την οποία η συγνώμη του Θεού δεν μπορεί να εισχωρήσει μέσα μας. Η θεία συγνώμη είναι, πράγματι, ένα δώρο που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να «κερδίσουμε». Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, όμως, δεν είναι η αξία (αυτού του δώρου) αλλά η δυνατότητα (η δική μας να το βιώσουμε). Η σχέση μας με τον Θεό είναι σε συνεξάρτηση με τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. Κατά τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (αλλά και πολλούς άλλους Πατέρες), «ο αδελφός μας είναι η ζωή μας». Αυτό ισχύει, όχι με τη συναισθηματική, αλλά με την οντολογική έννοια. Η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι δύο αγάπες, είναι μία.

     «Ἄφες ἡμῖν… ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν»: Ο Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Μπλουμ (1914–2003) εφιστά την προσοχή μας: Κάθε φορά που λέμε αυτές τις λέξεις, «παίρνουμε τη σωτηρία στα χέρια μας»!

Τέσσερις Συμβουλές για τη Συγνώμη


     Ξεκινώντας να διασχίσουμε την «Ερυθρά Θάλασσα της Συγνώμης», ας θυμόμαστε κάποιες πρακτικές οδηγίες πλεύσης:

     [1] Μην αργείς, αλλά και μη βιάζεσαι. Μην αργείς: ο καιρός της συγνώμης είναι πάντοτε (στο) τώρα. Μεγέθυνε τη στιγμή. Τα όπλα του διαβόλου είναι οι σκοτεινές σκέψεις για το παρελθόν και η αναβλητικότητα: πότε μας λέει «είναι πια πολύ αργά» και πότε μας λέει «είναι πολύ νωρίς». Αλλά εκεί που ο διάβολος λέει «χθες» ή «αύριο», το Πνεύμα του Θεού λέει «τώρα».

     Δεν πρέπει να λέμε από μέσα μας: «πρώτα να αλλάξω προς το καλύτερο και μετά θα είμαι έτοιμος να συγχωρήσω». Ακόμη χειρότερο είναι το: «άσε πρώτα να περιμένω να δω αν ο άλλος έχει όντως λυπηθεί για το κακό που έκανε και, αν έχει αληθινά διορθωθεί, τότε θα αποφασίσω αν θα τον συγχωρήσω». Αντίθετα, ας είμαστε σαν τον αγαθό Πατέρα στην ιστορία του Ασώτου. Ας παίρνουμε την πρωτοβουλία κι ας τρέχουμε να συναντήσουμε τον άλλο. Η συγνώμη πρέπει να προηγείται· είναι η αιτία της αλλαγής της δικής μας και των άλλων, δεν είναι το αποτέλεσμα. Διασκευάζω μια φράση του Ρουμάνου ορθόδοξου θεολόγου π. Δημητρίου Στανιλοάε (1903–1993): «Στον βαθμό που δεν συγχωρούμαι, είμαι ακατάληπτος για τον εαυτό μου».


     Το ζήτημα όμως έχει και μια άλλη πτυχή. Συγχώρησε τώρα, μέσα στην καρδιά σου· αλλά στις εξωτερικές σου εκδηλώσεις μην είσαι πολύ βιαστικός. Η συγχώρεση σημαίνει ίαση και η ίαση συχνά θέλει χρόνο. Η πρόωρη αίτηση συγνώμης μπορεί να κάνει την κατάσταση χειρότερη. Αν επιμείνουμε φορτικά, χωρίς να αναζητήσουμε διά της ενσυναισθήσεως να καταλάβουμε τι σκέπτεται και πώς νιώθει ο άλλος, μπορεί να διευρύνουμε το χάσμα που μας χωρίζει αντί να το γεφυρώσουμε. Χωρίς να αναβάλλουμε, συχνά είναι ανάγκη να σταθούμε –όχι με παθητική αδιαφορία, αλλά περιμένοντας με εγρήγορση να δείξει ο Κύριος– μέχρις ότου γίνει φανερός ο «καιρός», η στιγμή της ευκαιρίας. Ο αυτοκράτωρ Αύγουστος (;) είχε δίκιο: «Σπεύδε βραδέως».

     [2] Συγχώρεσε τον άλλο, αλλά να είσαι κι εσύ πρόθυμος να δεχθείς τη συγνώμη που σου προσφέρει. Είναι δύσκολο να συγχωρήσουμε· συχνά, όμως, είναι ακόμη δυσκολότερο να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ανάγκη να συγχωρεθούμε. Ας ταπεινωθούμε όσο χρειάζεται για να δεχθούμε το δώρο της συγνώμης του άλλου. Όπως σοφά παρατήρησε ο Charles Williams (1886–1945), «πολλές φορές η συμφιλίωση απέτυχε, επειδή και οι δύο πλευρές είχαν προσέλθει προετοιμασμένες να συγχωρήσουν, αλλά απροετοίμαστες να συγχωρεθούν».


     [3] Συγχώρεσε τους άλλους, αλλά συγχώρεσε και τον εαυτό σου. Πόσες φορές δεν έχουμε πει ή ακούσει, «ποτέ δεν θα συγχωρήσω τον εαυτό μου γι’ αυτό»! Όμως, πώς μπορούμε να δεχθούμε τη συγχώρεση από τους άλλους, αν δεν συγχωρούμε τον εαυτό μας; Και πάλι ο Charles Williams παρατηρεί ότι, παραμένοντας σε μια τέτοια κατάσταση «κατά το ήμισυ αγωνίας και κατά το ήμισυ θυμού», δημιουργούμε για τον εαυτό μας «μια χωριστή κόλαση». Ο Ιούδας μετάνιωσε για ό,τι έκανε, αλλά στην περίπτωσή του, η αυτογνωσία δεν του χάρισε νέα ελπίδα, αλλά απόγνωση· ανίκανος να δεχθεί του Θεού τη συγνώμη και άρα ανίκανος να συγχωρέσει τον εαυτό του, «βγήκε έξω και αυτοκτόνησε» (Ματθ. 27, 3–5). Ο Πέτρος, απ’ την άλλη, πήρε άλλο δρόμο. Ήρθε στον εαυτό του την ώρα που λάλησε ο πετεινός, έχυσε πικρά δάκρυα τύψεων, που όμως δεν τον οδήγησαν στην απελπισία. Βλέποντας τον Αναστάντα Κύριο στην όχθη της λίμνης, δεν απομακρύνθηκε από κοντά Του σε μια «χωριστή κόλαση», αλλά Τον πλησίασε με ελπίδα. Αποδεχόμενος τη συγχώρεση του Χριστού, συγχωρώντας ο ίδιος τον εαυτό του, έκανε μια καινούργια αρχή (βλ. Ματθ. 26, 75 και Ιωάν. 21, 15–19).

     [4] Ας προσευχηθούμε. Αν δεν μπορούμε ακόμη να βρούμε στην καρδιά μας τη δύναμη να συγχωρήσουμε κάποιον, τότε τουλάχιστον ας προσευχηθούμε γι’ αυτόν. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866–1938) λέει ότι, «αν προσευχηθείς για τους εχθρούς σου, θα ειρηνεύσεις». Ας ζητήσουμε από τον Θεό να μην κάνουμε βαρύτερο το φορτίο του άλλου, να μη τον σκανδαλίσουμε ή γίνουμε λίθος προσκόμματος γι’ αυτόν. Κι αν, καθώς προσευχόμαστε, δεν μπορούμε να φθάσουμε στο σημείο να συγχωρήσουμε πραγματικά, τότε ας ζητήσουμε από τον Θεό, τουλάχιστον να γευθούμε την επιθυμία και τη λαχτάρα να συγχωρέσουμε. Υπάρχουν καταστάσεις κατά τις οποίες, αν επιθυμούμε αληθινά κάτι, το έχουμε ήδη επιτύχει. Σαν εκείνον τον άνδρα που έφερε το άρρωστο παιδί του στον Κύριο και φώναζε: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθα με μέσα στην απιστία μου!» (Μάρκ. 9, 24), ας φωνάξουμε κι εμείς με δάκρυα: «Συγχωρώ, Κύριε! Βοήθησέ με στη δυσκολία μου να συγχωρήσω!». Σιγά–σιγά, σταδιακά, θα έρθει επιτέλους η στιγμή που θα μπορούμε να θυμόμαστε με αγάπη (τον πλησίον που, για την ώρα, δεν συγχωρούμε).


     Επικαλούμενοι τη βοήθεια του Θεού εν προσευχή και αναγνωρίζοντας την ανημποριά μας, αναγκαζόμαστε να θυμηθούμε την πολύ σημαντική αλήθεια ότι η συγχώρεση είναι θείο προνόμιο. Δεν είναι μια δική μας πράξη, αλλά μια κίνηση του Θεού μέσα μας. Για να συγχωρήσουμε με την πλήρη και γνήσια έννοια της λέξης, πρέπει να είμαστε «ένθεοι». Εκείνος (ο Χριστός), «έλαμψε μέσα στις καρδιές μας, ώστε η υπερβολή της δύναμης (της αγάπης και της συγχώρεσης) που βιώνουμε, να προέρχεται από τον Θεό κι όχι από μας» (Β΄ Κορ. 4, 6–7). Αυτή η υπερβάλλουσα δύναμη του Θεού μάς προσφέρεται κυρίως διά των Μυστηρίων της Εκκλησίας· και κατά την πατερική ερμηνεία του «Πάτερ Ημών», υπονοούνται τουλάχιστον δύο από ιερά Μυστήρια σ’ ολόκληρη την προσευχή. Όταν λέμε: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», δεν πρέπει να σκεφθούμε μόνο το υλικό ψωμί αλλά (κυρίως εκείνον) τον «Ἄρτον τὸν ἐξ Οὐρανοῦ» (πρβλ. Ιωάν. 6, 50), δηλ. τη θεία Ευχαριστία. Κατόπιν, στην αίτηση που ακολουθεί: «Ἄφες ἡμῖν… ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν», οφείλουμε να θυμόμαστε την άφεση των αμαρτιών που λάβαμε κατά το Βάπτισμα. Έτσι, η «Κυριακή Προσευχή» γίνεται –κατά τον ιερό Αυγουστίνο– μια συνεχής ανανέωση του Βαπτίσματος: Απαγγέλνοντας τα λόγια που ο Χριστός μάς έδωσε, «καθαριζόμαστε καθημερινά». Και τότε η συγχωρητικότητά μας δεν εξαρτάται απλώς από τα αισθήματά μας ή από την απόφαση της βούλησής μας. Έχει μια αντικειμενική βάση επί του Μυστηρίου της βαπτισματικής μας κάθαρσης.


     Αφού οι ορθόδοξοι χριστιανοί γονατίσουμε ο ένας ενώπιον του άλλου, κατά τον Εσπερινό της Συγνώμης, –για θυμηθείτε– τι κάνουμε την επόμενη μέρα, την Καθαρή Δευτέρα; Υπάρχει ακόμη το έθιμο να βγαίνουμε στην εξοχή και να τρώμε εκεί τα σαρακοστιανά μας. Και σ’ αυτή την πρώτη μετά τον χειμώνα έξοδό μας στο ύπαιθρο, μικροί και μεγάλοι, αφήνουμε τους χαρταετούς μας να πετάξουν με το ανοιξιάτικο αεράκι. Παρόμοια μπορεί να είναι και η εσωτερική μας εμπειρία, όταν αρχίσουμε να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο. «Συγχωρώ», σημαίνει μπαίνω σε μια πνευματική άνοιξη· βγαίνω από το σκοτάδι στο φως, από τον «αυτισμό» μου στην ανοιχτωσιά και στην ελευθερία· ανεβαίνω στο ύψωμα, αφήνω τον αέρα να με χτυπήσει στο πρόσωπο και πετώ νοερούς χαρταετούς, χαρταετούς ελπίδας και χαράς. Όπως είπε κάποτε για έναν ιερέα (τον π. Σταύρο) ο γιος του: «Αυτός είναι ελεύθερος, επειδή συγχωρεί».

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE


[Μητροπολίτου Διοκλείας
Κάλλιστου Ware:
«Πώς να εισέλθω στην καρδιά;»
–Μυστικές αναβάσεις
στο Όρος του Κυρίου–
Κεφ. 3ο, σελ. 124–132,
Μετάφραση:
Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου,
Επιμέλεια έκδοσης:
Βασίλης Αργυριάδης,
Εκδόσεις «Εν Πλω»,
Αθήνα Μάιος 2015.
Επιμέλεια ανάρτησης,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών,
έρευνα θέματος,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ

ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ


     Τι να κάνουν άραγε στην Έρημο και πώς να ζουν αυτοί οι άνθρωποι που λέγονται «Ερημίτες»; Ο Αριστοτέλης λέει ότι, για να ζει κάποιος στην Έρημο, ή Θεός πρέπει να είναι ή θηρίο: «Μόνος, οὐ διὰ τύχην, ἀλλὰ διὰ φύσιν, ἢ Θηρίον ἢ Θεός» (βλ. Αριστοτέλης, «Πολιτικά», 1252a1–1253a39). Όμως, ούτε «θεοί» είναι οι Ερημίτες μας, ούτε «θηρία». Κατανέμουν το χρόνο τους στην προσευχή και το εργόχειρο. Σκαλίζουν πάνω σε σκληρό ξύλο Εσταυρωμένους και δίνουν, είτε εν γνώσει, είτε εν αγνοία τους –ο Θεός ξέρει– μια τέτοια έκφραση πόνου στο σκαλισμένο πρόσωπο του Κυρίου και μια τέτοια κίνηση στο σώμα Του, ώστε να μη μπορεί να Τον αντικρίζει κανείς χωρίς δάκρυα. Οι Ερημίτες διαβιούν σαν τα αλληγορικά «πουλιά του ουρανού» (βλ. Ματθ. 6, 26) που «δεν σπέρνουν, δεν θερίζουν και δεν συνάγουν καρπούς σε αποθήκες», που δεν έχουν. Ο Κύριος είναι ο Τροφέας τους. Ωραίες είναι και οι αμφιέσεις τους, πιο ωραίες κι από τα «κρίνα του αγρού» (βλ. Ματθ. 6, 28), γιατί είναι ενδεδυμένοι τον Χριστό και οι ίδιοι κοσμούνται με αρετές και αφανή φωτοστέφανα. Έχουν περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες τους, ώστε να είναι «ελεύθεροι από όλους» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 19). Έμαθαν να είναι σοφοί από τη λιτότατη ζωή τους και ταπεινοί στο φρόνημα. Χαίρονται «με την ελπίδα» (πρβλ. Ρωμ. 15, 13· Τίτ. 1, 2) των μελλόντων αγαθών, για χάρη των οποίων απαρνήθηκαν όλα τα πρόσκαιρα και φθειρόμενα αγαθά –κάποιοι απ’ αυτούς «ήταν πλούσιοι σφρόδρα» (πρβλ. Σωσ. 1, 4· Λουκ. 18, 23)– ακόμη και απ’ αυτό το φτωχό «δοξάρι» (της εγκόσμιας δόξας), κατανοώντας βαθιά το λόγο του Κυρίου: «Πώς μπορείτε να πιστεύετε, όταν λαμβάνετε δόξα απ’ τους ανθρώπους;» (βλ. Ιωάν. 5, 44).


     Ο θεσμός των Ερημιτών του Αγίου Όρους είναι λίαν διδακτικός. Αποτελούν το μυστικό διάκοσμο της Εκκλησίας μας και τα «νεύρα της Ορθοδοξίας». Χωρίς τους Ερημίτες θα έλειπε από την Εκκλησία ένας συγκεκριμένος τύπος βίου, ο οποίος είναι ανάγκη να διασαλπίζει σιωπηρά την αέναη δύναμη του Πνεύματος και την έφεση εκείνης της ψυχής που έχει καθαρισθεί εν Χριστώ. Πάνω στη γη οι Ερημίτες μας είναι τα «λειτουργικά πνεύματα» (βλ. Εβρ. 1, 14), αλλά και τα μέτρα της δύναμης του Χριστιανισμού. «Γνωρίζουν πάντα να ελπίζουν, πάντα να σκεπάζουν, πάντα να υπομένουν» και, η αγάπη τους προς τον Θεό και τους αδελφούς, «να μη μειώνεται ποτέ» (πρβλ. Α΄ Κορ. 13, 7–8).


     Ο ασκητισμός τους είναι τραχύς διότι βιάζουν τους εαυτούς τους, όπως είπε κι ο Κύριος, ότι, «οι βιαστές είναι που αρπάζουν τη Βασιλεία των Ουρανών» (βλ. Ματθ. 11, 12), αλλά απολαμβάνουν τα αγαθά από την εναρμόνιση του θελήματός τους με το θέλημα του Κυρίου. Μοιάζουν μ’ εκείνη τη χήρα του Ευαγγελίου, που γύρευε την εκδίκαση του χαμένου της δίκιου από τον εχθρό της (πρβλ. Λουκ. 18, 4) και παραστέκουν γι’ αυτό κοντά στον Κριτή Ιησού αδιάλειπτα, προκειμένου να ελευθερωθούν γρήγορα από τα πάθη τους, για να λάμψει μέσα στην καρδιά τους το θείο φως Του. Στις προσευχές τους, με συντετριμμένη καρδιά, επαναλαμβάνουν την κατανυκτική μονολόγιστη ευχή του αγίου Αγιορείτη Πατέρα μας Γρηγορίου του Παλαμά: «Φώτισόν μου το σκότος! Φώτισόν μου το σκότος!». Φθάνουν σε ύψη αγιότητας και το αγνοούν. Είναι απλοί σαν τα παιδιά, «φρόνιμοι όπως τα φίδια και ακέραιοι όπως τα περιστέρια» (βλ. Ματθ. 10, 16). Προσεύχονται για όλο τον κόσμο και φθάνουν στο σημείο να μη γνωρίζουν στοιχειώδη πράγματα για την Πατρίδα τους. Η περιέργεια, άλλωστε, δεν είναι αρετή. «Προχωρώντας από δύναμη σε δύναμη» (πρβλ. Ψαλμ. 83, 8) και αναβαίνοντας σαν τα ελάφια προς τις άυλες κορυφές των ορέων του υπερβατικού, λησμονούνται μέσα στην απόλαυση των ιερών θεωριών τους. Δεν είναι αθέμιτο μετά απ’ αυτό να στραφούν προς τα κάτω; Έχουν πάντοτε διάθεση ευγνωμοσύνης προς τον Θεό για τις άπειρες προς εμάς ευεργεσίες Του. Θα έλεγε κανείς ότι οι Ερημίτες αναπληρώνουν τα κενά της δικής μας αγνωμοσύνης και δεν αδειάζει ποτέ η καρδιά τους από το να ευχαριστεί και να υμνεί «ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ» (βλ. ευχή Εισόδου Εσπερινού) την άκρα Αγαθότητα.


     Πριν από χρόνια, είχα πάει στην Έρημο για ν’ αναπνεύσω το άρωμα της αγιότητας των Ασκητών μας και να ευλογηθώ. Κάποιος φίλος Ερημίτης με συνόδευσε στην Καλύβη ενός άλλου Ερημίτη, για τον οποίο είχα τις πληροφορίες ότι ήταν άγιος άνθρωπος. Είχε τη συνήθεια να επαναλαμβάνει από βαθέων τούτο το Προφητικό, ελαφρώς παραλλαγμένο: «Ω, Κύριε, στείλε το φως Σου και την αλήθεια Σου· αυτά είναι που με οδήγησαν και μ’ έφεραν στο όρος Σου το άγιο και στα σκηνώματά Σου» (πρβλ. Ψαλμ. 42, 3). Οι συνασκητές του έλεγαν γι’ αυτόν ότι ήταν άνθρωπος παράδοξος και στρυφνός στους λόγους του.
     Του απευθύνω την ερώτηση:
     –Πώς αισθάνεστε, άγιε πάτερ, που βρίσκεστε σ’ αυτό το απομονωμένο περιβάλλον και ζείτε σχεδόν σε διαρκή σιωπή;
     –Ω, αδελφέ μου, λέει, μέσα στη σιωπή κρύβεται η βαθύτερη φιλοσοφία του Χριστιανισμού και απ’ αυτή συντελείται στη ψυχή μια άρρητη μεταμόρφωση. Ανερμήνευτη είναι η ιδιαίτερη χάρη του πνεύματος που σιγά και που τόσο εύγλωττα φθέγγεται μ’ αυτή την ιερή σιγή. Το να σιωπά κανείς, πάτερ, μέσα σ’ αυτή την παροικία του σώματός μας, ενέχει το μυστήριο της ψυχής μας που νοσταλγεί την ουράνια πατρίδα. Λέει ο Άγιος Ισαάκ ότι, «όλες μαζί οι πνευματικές εργασίες δεν συγκρίνονται με την εργασία της σιωπής». Και υποθέτω ότι εκεί στον ουρανό αυτή η σιωπή αποτελεί την πολύφθογγη αρμονία, μέσω της οποίας τα άγια και μακάρια πνεύματα πλατύνονται προς το άπειρο, καθώς ελίσσονται σε κόσμους φωτός και μιας απέραντης εν Θεώ γλυκύτητας. Πιστέψτε με, συνέχισε ο Ερημίτης, ότι μία είναι η αλήθεια που κυριαρχεί στα κράσπεδα του θρόνου της θείας μεγαλειότητας και που επεκτείνεται μέχρι την ελάχιστη σκιά ακόμη και του πιο ασήμαντου κτίσματος: η Αγάπη. Αυτή είναι η πηγή από την οποία τα ιερά ρείθρα της Χάριτος κατεβαίνουν αέναα από την Πόλη του Θεού και «ποτίζουν όλη την κτίση για να ζωογονηθεί» (Α΄ Αντίφωνο του Δ΄ Ήχου). Αυτή είναι, σύμφωνα με τον Προφητάνακτα Δαβίδ, η «άβυσσος που φωνάζει την άβυσσο» (πρβλ. Ψαλμ. 41, 8), η οποία μέσω του απείρου, οδηγεί προς τη φοβερή θέα της Θεότητας. Αυτή είναι που κατασκευάζει και συνέχει τα πάντα. Αυτή είναι που γεννά, που θάλπει, που εμπνέει, που οδηγεί. Αυτή είναι η σφραγίδα και το σύμβολο του Κτίστου· το μεγάλο διαμάντι που ακτινοβολεί μπροστά στο ανέκφραστου κάλλους διάδημα του Υψίστου. Η αγάπη είναι η εξήγηση της δημιουργίας…
     –Πώς μπορούμε ν’ αποκτήσουμε στις καρδιές μας την αγάπη; είπα, διακόπτοντας τον Ασκητή. Πώς, εμείς οι ταπεινοί, μπορούμε να γίνουμε άξιοι της αγάπης του Κυρίου;
     –Πώς μπορούμε ν’ αποκτήσουμε την αγάπη! είπε ο Ασκητής, κινώντας το κεφάλι του και σκουπίζοντας με την άκρη του ρούχου του τα αναβλύζοντα δάκρυα. Με ρωτάτε, δηλαδή, πώς να κατορθώσουμε να κατοικίσει μέσα στις καρδιές μας ο Χριστός. Μα, πώς αλλιώς, αδελφέ, παρά με την αγάπη; Και πώς θα ελκύσουμε τον Χριστό να σκηνώσει μέσα μας, αν όχι με την καθαρότητα της καρδιάς; Και πώς θα πετύχουμε αυτή την καθαρότητα, αν όχι με την εργασία των εντολών; Και πώς χωρίς δάκρυα, προσευχές και μόχθους θα κάνουμε πράξη τις εντολές; Συγχωρέστε με, είπε ο Ερημίτης. Για θυμηθείτε τι έλεγαν οι Πατέρες μας: «Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα» (Γεροντικό). Αυτό τουλάχιστον γνωρίζω εγώ, το σκουλήκι της γης. Θα σας έλεγα και κάτι άλλο, αλλά… «τη σοφία τη λέμε μόνο στους τέλειους» (Α΄ Κορ. 2, 6).
     Και αναχώρησα, αφού πρώτα ασπάσθηκα τη δεξιά του οσίου εκείνου Ασκητού, τη γεμάτη τυλώματα από τις μετάνοιες…


     Οι Ερημίτες, είναι άνθρωποι σοφοί που η Εκκλησία μας σεμνύνεται γι’ αυτούς, διότι την ενισχύουν με τον άγιο βίο τους και είναι, κατά τον Παλαμά, «οι Προφήτες της Καινής Διαθήκης και οι Κήρυκες της ερχόμενης Βασιλείας». Ο ηρωικός τους βίος μέσα στα σπήλαια και τις φοβερές Καλύβες τους, προκαλεί το δέος και την ευλάβεια. Σ’ αυτές τις Καλύβες αντηχούν, εδώ και εκατοντάδες χρόνια, «ύμνοι και ωδές πνευματικές» (πρβλ. Εφεσ. 5, 19) και οι βράχοι, πάνω στους οποίους είναι αυτές σφηνωμένες, παραμένουν οι άφωνοι μάρτυρες των θρήνων αυτών των θεοφιλών ψυχών. Πόσων Ερημιτών (τα ονόματα των οποίων γράφηκαν στους ουρανούς) οι σκιές δεν περιπλανιούνται στα υποτυπώδη και παγερά δώματά τους!... Πόσοι Παλαμάδες, Φιλόθεοι, Νικηφόροι, Γρηγόριοι, Νικόδημοι, πόσοι Όσιοι δεν έζησαν μέσα σ’ αυτές τις Καλύβες σαν Ησυχαστές και δεν τελειώθηκαν με τη «Νοερά Προσευχή»!...


     Η αλήθεια είναι ότι ορισμένες από τις Καλύβες των Ερημιτών είναι δυσπρόσιτες. Όπως ο Ασκητισμός, έτσι και οι κατοικίες των Ερημιτών έχουν την ιδιορρυθμία τους. Οι Καλύβες αυτές δεν έχουν τίποτα το κοινό με τα χωρικά σπίτια της Ελλάδας. Στη σύλληψη του σχεδίου τους υπάρχει μια πρωτόγονη εκκεντρικότητα. Αρκεί μια ρωγμή ή προεξοχή πάνω σ’ ένα βράχο για ν’ αποτελέσουν το ιδεώδες «οικόπεδο» για έναν Ερημίτη. Τις ονομάζουν προσφυώς «αετοφωλιές». Χτίζονται με πνεύμα τραχείας αρχιτεκτονικής, όπως ακριβώς είναι και ο Ασκητισμός. Μάταια θ’ αναζητήσει κάποιος μέσα σ’ αυτές την άνεση. Πολλά έχουν γραφεί για τις Καλύβες τους, αλλ’ αμφιβάλλω αν έχει λεχθεί όλη η αλήθεια, διότι η νοοτροπία των Ερημιτών που τις έχτισαν είναι σ’ εμάς απροσπέλαστη. Πάνω απ’ όλα τούτη η νοοτροπία δεν ακολουθεί τη λογική. Η ευθεία, για τους Ερημίτες, δεν είναι η συντομότερη οδός. Προτιμούν, αίφνης, ν’ αναρριχώνται, παρά να βαδίζουν σε βατούς ατραπούς. Δεν είναι ριψοκίνδυνοι –«δεν πρέπει να βάλεις σε δοκιμασία τον Κύριο και Θεό σου…» (βλ. Δευτ. 6, 16· Ματθ. 4, 7)–, δεν είναι οπαδοί του δόγματος «ζήσε επικίνδυνα», αλλά θεωρούν τον κίνδυνο σαν ένα στοιχείο ηθικής προαγωγής. Αυτός που, με τη βοήθεια των αλυσίδων, κατέρχεται σ’ αυτές τις Καλύβες για πρώτη του φορά, ακόμη και μετά από πολλά χρόνια θα φρίττει και μόνο με την ανάμνηση αυτού του γεγονότος.


     Παράξενοι άνθρωποι, που παρακάμπτουν την άκοπη και ακίνδυνη «λεωφόρο» τους και αισθάνονται άφατη ευφροσύνη με το να δένονται μ’ αλυσίδες και ν’ ανέρχονται, ν’ ανέρχονται για να φτάσουν στις σπηλιές τους. Ποιος ξέρει; Ίσως και να σκέφτονται ορθότερα από ’μας. Κάθε Καλύβα του Ερημίτη είναι κι ένα φλεγόμενο θυσιαστήριο, που μέσα του κυριαρχεί μονάχα το θείο· ναοί εγκατασπαρμένοι στα πιο ιερά και αμόλυντα εδάφη, όπου οι Μοναχοί είναι οι ιερείς τους. Πολλές απ’ αυτές τις Καλύβες έχουν τόσο αφομοιωθεί με τους βράχους, ώστε οι ξένοι που παραπλέουν κοντά προς εκείνο το ακρωτήριο, να μη μπορούν να υποψιαστούν καν την ύπαρξή τους.


     Είναι αδύνατο να ζήσει άνθρωπος με τους όρους της Ερήμου, αν τουλάχιστον κατά το ήμισυ μέσα του δεν ζει ο ίδιος από τον ουρανό. Οι Ερημίτες είναι άνθρωποι μεγάλης αντοχής. Επίσης, μέσα στις Καλύβες τους βλέπει κανείς μια αρμονική διευθέτηση των πιο ασήμαντων πραγμάτων, που θα μπορούσε στην απλότητά της ν’ αποτελεί τον ωραιότερο διακοσμητικό ρυθμό. Μα, κάθε τι ξεχωριστά και ταυτόχρονα όλα μαζί, μέσα στην ερημική Καλύβη, μιλούν τόσο βαθιά στη ψυχή! Κι όλα παίρνουν μια τέτοια μελαγχολική έκφραση, σαν να πλανιέται εκεί μέσα το θλιβερό πνεύμα του «Εκκλησιαστή»: «Ματαιότητα των ματαιοτήτων, τα πάντα είναι ματαιότητα!» (Εκκλ. 1, 2). Το κατά Χριστό πνεύμα του πένθους υπερίπταται πάνω από τις ερημιτικές Καλύβες. Οι πόλεις, βέβαια, καταχαίρονται στις καλλίγραμμες οικοδομές τους. Το Άγιο Όρος όμως σεμνύνεται για τις αιωνόβιες και υποβλητικές Μονές του και για τις ταπεινές του Καλύβες. Αλλά, αν έπρεπε ο Μοναχός να καυχιέται εν Κυρίω για κάτι, τι άλλο θα ήταν αυτό, αν όχι για τα αγιότατα «λείψανα» της αρχαίας Εκκλησίας και για τα σύμβολα της αίγλης και του πολιτισμού του Βυζαντίου, που τόσο ευλαβικά περιέσωσαν οι ιερές Βασιλικές Μονές; Κι όμως! Όλα εκείνα μας λαμπρύνουν μόνο εξ αντανακλάσεως! Αποτελούν δόξα, αλλά δόξα του παρελθόντος. Έχουμε όμως τώρα και κάποιο ένδοξο παρόν: τις «φωλιές» των Ερημιτών μας, τις Καλύβες των Ησυχαστών του Άθωνα! Ω, Θεέ μου, πόσο τιμημένες στα μάτια Σου είναι τούτες οι Καλύβες! Και, πώς ευδοκεί το πνεύμα Σου μέσα σ’ αυτές! Αλλά μήπως από μια Καλύβα δεν ανέτειλε κι η Βασιλεία των ουρανών και όχι από ένα επιβλητικό μέλαθρο;


     Όχι μόνο από Καλύβα, αλλά το πιο παράδοξο απ’ όλα είναι ότι για τη Βασιλεία των Ουρανών σμικρύνθηκε μυστηριωδώς αυτή η ίδια η γη και χορήγησε πάρα πολύ φειδωλά μια μικρή επιφάνεια γης προς τον Κύριό της και «δεν υπήρχε τόπος γι’ Αυτόν πουθενά για να μείνει» (πρβλ. Λουκ. 2, 7)! Τι, παράξενο! Αναφωνεί ένας απολογητής του Χριστιανισμού: «Αν ήταν να εφεύρουμε εμείς τη Θρησκεία και την Αποκάλυψη του Θεού, ούτε εμείς δεν θα μπορούσαμε να καταντήσουμε σε μια τόσο ταπεινωτική Αποκάλυψη, η οποία αρχίζει με τη γέννηση ενός παιδιού στη φάτνη και καταλήγει στο θάνατό του πάνω στο Σταυρό, που, για ’κείνο το λαό ήταν το σκύβαλο της ανθρωπότητας». Και «η Αποκάλυψη δεν θα ήταν καθόλου αλήθεια, αν αυτή δεν αντέφασκε πλήρως προς τον δικό μας υπερήφανο και διεφθαρμένο λόγο από την ηθική ανατροπή της δικής μας παράβασης και της ζωής της κακίας» μας. Και βροντοφωνάζει ο Μ. Πασκάλ (1623–1662): «Αναγνωρίστε την αλήθεια της θρησκείας, μέσα απ’ αυτή τη σκοτεινιά της δικής μας αδιαφορίας να τη γνωρίσουμε». Όλα τα μεγάλα πράγματα, για να είναι μεγάλα, πρέπει να είναι και ταπεινά…

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1916–2006)


[(1) Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου:
«Μεταξύ ουρανού και γης»
–Αγιορείτικος Μοναχισμός–,
κεφ. 35ο και 36ο, σελ. 172–180,
Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ»,
Αθήναι 19794.
(2) Όλα τα λαμπρά εικαστικά έργα
είναι του φιλόκαλου Ιερομονάχου Αναστασίου,
από το βιβλίο του «Αθωνικά Δίπτυχα»,
καθώς και από τα επιτοίχια ημερολόγια
των ετών 2003–2009,
Εκδόσεις «Ερμηνεία»
Ιερού Κελλίου Τιμίου Προδρόμου
–«Διονυσίου του εκ Φουρνά»–
Καρυές Άγιον Όρος.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
πληκτρογράφηση και μεταφορά
όλου του κειμένου στην απλή Δημοτική,
υπομνηματισμός εδαφίων και ονομάτων,
εύρεση και επιλογή εικόνων:
π. Δαμιανός.]