Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

«ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ… ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ»

«ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ… ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ»


     Ναι, είναι αλήθεια· ότι ο Θεός πάντα ανυπομονεί να μας συγχωρήσει, πολύ περισσότερο απ’ όσο ανυπομονούμε εμείς να μετανοήσουμε. Κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, «υπάρχει σ’ Αυτόν μια ενιαία αγάπη και συναντίληψη που διαχέεται σε όλη την κτίση· μια αγάπη άτρεπτη, άχρονη και αιώνια». Ενθυμούμενοι την αγωνία του Χριστού στη Γεθσημανή και τον σταυρικό θάνατό Του, ρωτούμε τον εαυτό μας: Τι περισσότερο μπορούσε να κάνει ο σαρκωθείς Θεός, για να μας κερδίσει και να μας ξαναφέρει κοντά Του, που δεν το έκανε; Η συγνώμη όμως δεν αρκεί μόνο να προσφέρεται, πρέπει και να γίνεται δεκτή. Ο Θεός κρούει τη θύρα της ανθρώπινης καρδιάς (βλ. Αποκ. 3, 20), αλλά δεν γκρεμίζει την πόρτα: αυτήν, πρέπει να την ανοίξουμε εμείς.

     Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αληθινό νόημα της λέξης «ὡς» στην «Κυριακή Προσευχή», το «Πάτερ Ημών». Δεν είναι ότι ο Θεός δεν επιθυμεί να μας συγχωρήσει. Αλλά εάν, παρά την αδιάπτωτη λαχτάρα του Θεού να συγχωρήσει, εμείς από την πλευρά μας, σκληραίνουμε τις καρδιές μας και αρνούμαστε τη συγνώμη στους άλλους, τότε, πολύ απλά, καθιστούμε τον εαυτό μας ανίκανο να δεχθεί τη θεία συγνώμη. Κλείνοντας την καρδιά μας στους άλλους, την κλείνουμε και στον Θεό· απορρίπτοντας τους άλλους, απορρίπτουμε και Εκείνον. Αν δεν συγχωρούμε, τότε μόνοι μας τοποθετούμε τον εαυτό μας έξω από το δούναι και λαβείν της αγάπης που γιατρεύει. Ο Θεός δεν μας αποκλείει· εμείς αποκλείουμε τον εαυτό μας.


     Η δική μας προσφορά συγνώμης προς τους άλλους, άρα, δεν είναι η αιτία της συγνώμης του Θεού προς εμάς· είναι όμως σίγουρα η προϋπόθεση, δίχως την οποία η συγνώμη του Θεού δεν μπορεί να εισχωρήσει μέσα μας. Η θεία συγνώμη είναι, πράγματι, ένα δώρο που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να «κερδίσουμε». Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, όμως, δεν είναι η αξία (αυτού του δώρου) αλλά η δυνατότητα (η δική μας να το βιώσουμε). Η σχέση μας με τον Θεό είναι σε συνεξάρτηση με τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. Κατά τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (αλλά και πολλούς άλλους Πατέρες), «ο αδελφός μας είναι η ζωή μας». Αυτό ισχύει, όχι με τη συναισθηματική, αλλά με την οντολογική έννοια. Η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι δύο αγάπες, είναι μία.

     «Ἄφες ἡμῖν… ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν»: Ο Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Μπλουμ (1914–2003) εφιστά την προσοχή μας: Κάθε φορά που λέμε αυτές τις λέξεις, «παίρνουμε τη σωτηρία στα χέρια μας»!

Τέσσερις Συμβουλές για τη Συγνώμη


     Ξεκινώντας να διασχίσουμε την «Ερυθρά Θάλασσα της Συγνώμης», ας θυμόμαστε κάποιες πρακτικές οδηγίες πλεύσης:

     [1] Μην αργείς, αλλά και μη βιάζεσαι. Μην αργείς: ο καιρός της συγνώμης είναι πάντοτε (στο) τώρα. Μεγέθυνε τη στιγμή. Τα όπλα του διαβόλου είναι οι σκοτεινές σκέψεις για το παρελθόν και η αναβλητικότητα: πότε μας λέει «είναι πια πολύ αργά» και πότε μας λέει «είναι πολύ νωρίς». Αλλά εκεί που ο διάβολος λέει «χθες» ή «αύριο», το Πνεύμα του Θεού λέει «τώρα».

     Δεν πρέπει να λέμε από μέσα μας: «πρώτα να αλλάξω προς το καλύτερο και μετά θα είμαι έτοιμος να συγχωρήσω». Ακόμη χειρότερο είναι το: «άσε πρώτα να περιμένω να δω αν ο άλλος έχει όντως λυπηθεί για το κακό που έκανε και, αν έχει αληθινά διορθωθεί, τότε θα αποφασίσω αν θα τον συγχωρήσω». Αντίθετα, ας είμαστε σαν τον αγαθό Πατέρα στην ιστορία του Ασώτου. Ας παίρνουμε την πρωτοβουλία κι ας τρέχουμε να συναντήσουμε τον άλλο. Η συγνώμη πρέπει να προηγείται· είναι η αιτία της αλλαγής της δικής μας και των άλλων, δεν είναι το αποτέλεσμα. Διασκευάζω μια φράση του Ρουμάνου ορθόδοξου θεολόγου π. Δημητρίου Στανιλοάε (1903–1993): «Στον βαθμό που δεν συγχωρούμαι, είμαι ακατάληπτος για τον εαυτό μου».


     Το ζήτημα όμως έχει και μια άλλη πτυχή. Συγχώρησε τώρα, μέσα στην καρδιά σου· αλλά στις εξωτερικές σου εκδηλώσεις μην είσαι πολύ βιαστικός. Η συγχώρεση σημαίνει ίαση και η ίαση συχνά θέλει χρόνο. Η πρόωρη αίτηση συγνώμης μπορεί να κάνει την κατάσταση χειρότερη. Αν επιμείνουμε φορτικά, χωρίς να αναζητήσουμε διά της ενσυναισθήσεως να καταλάβουμε τι σκέπτεται και πώς νιώθει ο άλλος, μπορεί να διευρύνουμε το χάσμα που μας χωρίζει αντί να το γεφυρώσουμε. Χωρίς να αναβάλλουμε, συχνά είναι ανάγκη να σταθούμε –όχι με παθητική αδιαφορία, αλλά περιμένοντας με εγρήγορση να δείξει ο Κύριος– μέχρις ότου γίνει φανερός ο «καιρός», η στιγμή της ευκαιρίας. Ο αυτοκράτωρ Αύγουστος (;) είχε δίκιο: «Σπεύδε βραδέως».

     [2] Συγχώρεσε τον άλλο, αλλά να είσαι κι εσύ πρόθυμος να δεχθείς τη συγνώμη που σου προσφέρει. Είναι δύσκολο να συγχωρήσουμε· συχνά, όμως, είναι ακόμη δυσκολότερο να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ανάγκη να συγχωρεθούμε. Ας ταπεινωθούμε όσο χρειάζεται για να δεχθούμε το δώρο της συγνώμης του άλλου. Όπως σοφά παρατήρησε ο Charles Williams (1886–1945), «πολλές φορές η συμφιλίωση απέτυχε, επειδή και οι δύο πλευρές είχαν προσέλθει προετοιμασμένες να συγχωρήσουν, αλλά απροετοίμαστες να συγχωρεθούν».


     [3] Συγχώρεσε τους άλλους, αλλά συγχώρεσε και τον εαυτό σου. Πόσες φορές δεν έχουμε πει ή ακούσει, «ποτέ δεν θα συγχωρήσω τον εαυτό μου γι’ αυτό»! Όμως, πώς μπορούμε να δεχθούμε τη συγχώρεση από τους άλλους, αν δεν συγχωρούμε τον εαυτό μας; Και πάλι ο Charles Williams παρατηρεί ότι, παραμένοντας σε μια τέτοια κατάσταση «κατά το ήμισυ αγωνίας και κατά το ήμισυ θυμού», δημιουργούμε για τον εαυτό μας «μια χωριστή κόλαση». Ο Ιούδας μετάνιωσε για ό,τι έκανε, αλλά στην περίπτωσή του, η αυτογνωσία δεν του χάρισε νέα ελπίδα, αλλά απόγνωση· ανίκανος να δεχθεί του Θεού τη συγνώμη και άρα ανίκανος να συγχωρέσει τον εαυτό του, «βγήκε έξω και αυτοκτόνησε» (Ματθ. 27, 3–5). Ο Πέτρος, απ’ την άλλη, πήρε άλλο δρόμο. Ήρθε στον εαυτό του την ώρα που λάλησε ο πετεινός, έχυσε πικρά δάκρυα τύψεων, που όμως δεν τον οδήγησαν στην απελπισία. Βλέποντας τον Αναστάντα Κύριο στην όχθη της λίμνης, δεν απομακρύνθηκε από κοντά Του σε μια «χωριστή κόλαση», αλλά Τον πλησίασε με ελπίδα. Αποδεχόμενος τη συγχώρεση του Χριστού, συγχωρώντας ο ίδιος τον εαυτό του, έκανε μια καινούργια αρχή (βλ. Ματθ. 26, 75 και Ιωάν. 21, 15–19).

     [4] Ας προσευχηθούμε. Αν δεν μπορούμε ακόμη να βρούμε στην καρδιά μας τη δύναμη να συγχωρήσουμε κάποιον, τότε τουλάχιστον ας προσευχηθούμε γι’ αυτόν. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866–1938) λέει ότι, «αν προσευχηθείς για τους εχθρούς σου, θα ειρηνεύσεις». Ας ζητήσουμε από τον Θεό να μην κάνουμε βαρύτερο το φορτίο του άλλου, να μη τον σκανδαλίσουμε ή γίνουμε λίθος προσκόμματος γι’ αυτόν. Κι αν, καθώς προσευχόμαστε, δεν μπορούμε να φθάσουμε στο σημείο να συγχωρήσουμε πραγματικά, τότε ας ζητήσουμε από τον Θεό, τουλάχιστον να γευθούμε την επιθυμία και τη λαχτάρα να συγχωρέσουμε. Υπάρχουν καταστάσεις κατά τις οποίες, αν επιθυμούμε αληθινά κάτι, το έχουμε ήδη επιτύχει. Σαν εκείνον τον άνδρα που έφερε το άρρωστο παιδί του στον Κύριο και φώναζε: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθα με μέσα στην απιστία μου!» (Μάρκ. 9, 24), ας φωνάξουμε κι εμείς με δάκρυα: «Συγχωρώ, Κύριε! Βοήθησέ με στη δυσκολία μου να συγχωρήσω!». Σιγά–σιγά, σταδιακά, θα έρθει επιτέλους η στιγμή που θα μπορούμε να θυμόμαστε με αγάπη (τον πλησίον που, για την ώρα, δεν συγχωρούμε).


     Επικαλούμενοι τη βοήθεια του Θεού εν προσευχή και αναγνωρίζοντας την ανημποριά μας, αναγκαζόμαστε να θυμηθούμε την πολύ σημαντική αλήθεια ότι η συγχώρεση είναι θείο προνόμιο. Δεν είναι μια δική μας πράξη, αλλά μια κίνηση του Θεού μέσα μας. Για να συγχωρήσουμε με την πλήρη και γνήσια έννοια της λέξης, πρέπει να είμαστε «ένθεοι». Εκείνος (ο Χριστός), «έλαμψε μέσα στις καρδιές μας, ώστε η υπερβολή της δύναμης (της αγάπης και της συγχώρεσης) που βιώνουμε, να προέρχεται από τον Θεό κι όχι από μας» (Β΄ Κορ. 4, 6–7). Αυτή η υπερβάλλουσα δύναμη του Θεού μάς προσφέρεται κυρίως διά των Μυστηρίων της Εκκλησίας· και κατά την πατερική ερμηνεία του «Πάτερ Ημών», υπονοούνται τουλάχιστον δύο από ιερά Μυστήρια σ’ ολόκληρη την προσευχή. Όταν λέμε: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», δεν πρέπει να σκεφθούμε μόνο το υλικό ψωμί αλλά (κυρίως εκείνον) τον «Ἄρτον τὸν ἐξ Οὐρανοῦ» (πρβλ. Ιωάν. 6, 50), δηλ. τη θεία Ευχαριστία. Κατόπιν, στην αίτηση που ακολουθεί: «Ἄφες ἡμῖν… ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν», οφείλουμε να θυμόμαστε την άφεση των αμαρτιών που λάβαμε κατά το Βάπτισμα. Έτσι, η «Κυριακή Προσευχή» γίνεται –κατά τον ιερό Αυγουστίνο– μια συνεχής ανανέωση του Βαπτίσματος: Απαγγέλνοντας τα λόγια που ο Χριστός μάς έδωσε, «καθαριζόμαστε καθημερινά». Και τότε η συγχωρητικότητά μας δεν εξαρτάται απλώς από τα αισθήματά μας ή από την απόφαση της βούλησής μας. Έχει μια αντικειμενική βάση επί του Μυστηρίου της βαπτισματικής μας κάθαρσης.


     Αφού οι ορθόδοξοι χριστιανοί γονατίσουμε ο ένας ενώπιον του άλλου, κατά τον Εσπερινό της Συγνώμης, –για θυμηθείτε– τι κάνουμε την επόμενη μέρα, την Καθαρή Δευτέρα; Υπάρχει ακόμη το έθιμο να βγαίνουμε στην εξοχή και να τρώμε εκεί τα σαρακοστιανά μας. Και σ’ αυτή την πρώτη μετά τον χειμώνα έξοδό μας στο ύπαιθρο, μικροί και μεγάλοι, αφήνουμε τους χαρταετούς μας να πετάξουν με το ανοιξιάτικο αεράκι. Παρόμοια μπορεί να είναι και η εσωτερική μας εμπειρία, όταν αρχίσουμε να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο. «Συγχωρώ», σημαίνει μπαίνω σε μια πνευματική άνοιξη· βγαίνω από το σκοτάδι στο φως, από τον «αυτισμό» μου στην ανοιχτωσιά και στην ελευθερία· ανεβαίνω στο ύψωμα, αφήνω τον αέρα να με χτυπήσει στο πρόσωπο και πετώ νοερούς χαρταετούς, χαρταετούς ελπίδας και χαράς. Όπως είπε κάποτε για έναν ιερέα (τον π. Σταύρο) ο γιος του: «Αυτός είναι ελεύθερος, επειδή συγχωρεί».

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE


[Μητροπολίτου Διοκλείας
Κάλλιστου Ware:
«Πώς να εισέλθω στην καρδιά;»
–Μυστικές αναβάσεις
στο Όρος του Κυρίου–
Κεφ. 3ο, σελ. 124–132,
Μετάφραση:
Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου,
Επιμέλεια έκδοσης:
Βασίλης Αργυριάδης,
Εκδόσεις «Εν Πλω»,
Αθήνα Μάιος 2015.
Επιμέλεια ανάρτησης,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών,
έρευνα θέματος,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου