Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

«ΜΕ ΝΙΚΗΣΑΤΕ, ΑΓΙΕ ΗΓΟΥΜΕΝΕ!...»

«ΜΕ ΝΙΚΗΣΑΤΕ, ΑΓΙΕ ΗΓΟΥΜΕΝΕ!...»


     Τον καιρό της Γερμανικής Κατοχής οι Γερμανοί αποφάσισαν να φτιάξουν ένα μεγάλο αεροδρόμιο στο νησί της Πάρου, που θα ήταν ένας σταθμός ανεφοδιασμού για τη Γερμανική αεροπορία και θα βοηθούσε τη σχεδιαζόμενη μεγάλη τους επίθεση προς τη Βόρεια Αφρική. Θέλανε να κυριεύσουν την Αίγυπτο και να ελέγχουν το Κανάλι του Σουέζ για τα πετρέλαια. Είχαν, λοιπόν, ένα τεράστιο εργοτάξιο με εκατό πενήντα εργάτες Παριανούς. Όλοι τους, νέα παιδιά. Είχαν ξεχερσώσει το έδαφος και πλησίαζε το στρώσιμο των διαδρόμων, όταν δόθηκε μυστική διαταγή από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, που συνεργάζονταν με τις δυνάμεις της Αντίστασης στην Ελλάδα, να κάνουν κάποιο μεγάλο σαμποτάζ για να εμποδίσουν την ολοκλήρωση του αεροδρομίου. Ήταν κρίσιμη εκείνη η ώρα του πολέμου...

     Και οι Παριανοί πειθάρχησαν σ’ αυτή την εντολή, απόλυτα και αποτελεσματικά. Οι πατριώτες που δουλεύανε στην κατασκευή του αεροδρομίου βάλανε τα εκρηκτικά, σε τέτοια σημεία, σκόπιμα, δήθεν ότι έκαναν λάθος και, μέσα σε μια μέρα, ξεχέρσωσαν το χώρο του αεροδρομίου. Και αυτό θα καθυστερούσε σοβαρά την ολοκλήρωση των εργασιών. Ήταν μια από τις πιο γενναίες πράξεις της Ελληνικής Αντίστασης. Αλλά οι πολιτικάντηδες, που δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν αυτή τη γενναία πράξη για την παράταξή τους, την κουκούλωσαν, την παραμέρισαν και την άφησαν να ξεχαστεί. Αυτή, είναι η κατάντια μας!...


     Οι Γερμανοί, αναστατώθηκαν. Έγιναν θηρία με το γεγονός. Δεν περίμεναν ότι απλοί νησιώτες θα τους πολεμούσαν τόσο αποφασιστικά. Συνέλαβαν αμέσως όλους τους εργάτες και άρχισαν τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια, για να μάθουν ποιοι έκαναν το μεγάλο αυτό σαμποτάζ. Κανείς δεν μίλησε. Τότε, αποφάσισαν να τους εκτελέσουν όλους για παραδειγματισμό, αλλά και για να μην αντιδράσουν οι υπόλοιποι. Τρέξανε οι γονείς και οι συγγενείς των εργατών. Κινητοποιήθηκαν οι τοπικές αρχές και τα σωματεία. Οι Γερμανοί, όμως, είχαν εξαγριωθεί και ήταν ανένδοτοι σε κάθε έκκληση για να σωθούν οι εκατό πενήντα εργάτες.

     Πλησίαζαν οι μέρες για την εκτέλεση των παλικαριών και ήρθε στην Πάρο και ο Διοικητής της Κομμαντατούρας του Αιγαίου, που τον λέγανε Γιόχαν Μίλλερ. Ήταν απ τους πιο σκληρούς Διοικητές της Κατοχής. Σωστό θηρίο! Δεν άκουγε κανέναν. Έδιωχνε όλες τις επιτροπές που πήγαιναν να τον παρακαλέσουν. Φώναζε κι έβριζε συνεχώς τους πάντες. Όλος ο κόσμος ήταν απελπισμένος. Οι άνθρωποι δεν είχαν καμιά ελπίδα σωτηρίας για τους εργάτες του αεροδρομίου.

     Κάποιος απ τους γονείς των παιδιών πρότεινε στους άλλους γονείς να πάνε να παρακαλέσουν τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής της Λογγοβάρδας (Ζωοδόχου Πηγής), τον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο (1884–1980), που ήταν σοφός και άγιος άνθρωπος, για να πάει κι αυτός με τη σειρά του να συναντήσει αυτόν τον άγριο Γερμανό Διοικητή. Αμέσως πήγαν στο Μοναστήρι του και τον βρήκαν.
     –Παππούλη μας, όλους μας έδιωξαν! του είπαν. Είναι πολύ σκληρός, φωνάζει σαν σκύλος λυσσασμένος. Εσένα, όμως, μπορεί να σε ντραπεί και να σ’ ακούσει. Κάνε μια προσπάθεια, μήπως και σώσουμε τα παιδιά μας!...
     –Να πάω, τέκνα μου!... Να πάω να τον δω κι ο Θεός βοηθός!... Αλλά προσευχηθείτε κι εσείς!... Τα παιδιά αυτά, είναι και δικά μου παιδιά... Προσευχηθείτε!...


     Έκανε το σταυρό του, δεήθηκε ο ίδιος μυστικά κι άνοιξε το Ευαγγέλιο να διαβάσει μια φράση, ώστε να την έχει βοήθεια στο έργο του. Και η φράση που διάβασε, ήταν από το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, στο 10ο Κεφάλαιο, όπου λέγει ακριβώς: «Ο καλός ποιμένας θυσιάζει τη ζωή του για χάρη των προβάτων» (Ιωάν. 10:11). Φίλησε τη σελίδα του Ευαγγελίου, ωσάν να φιλούσε το χέρι του Χριστού που την είπε, και ξεκίνησε για τη Γερμανική Διοίκηση. Εκεί, τον υποδέχτηκε ο Έλληνας διερμηνέας και τον παρουσίασε στον Γιόχαν Μίλλερ, που ήταν συνεχώς εξαγριωμένος και μουτρωμένος. Μόλις είδε τον Αρχιμανδρίτη Φιλόθεο, κατάλαβε τι θα του ζητούσε και είπε αυστηρά προς τον διερμηνέα του:
     –Εάν ήρθε να με παρακαλέσει για τους σαμποτέρ, να του πεις ότι χάνει τον καιρό του και να φύγει αμέσως! Η εκτέλεση θα γίνει μεθαύριο και δεν δέχομαι καμιά αίτηση χάριτος από κανέναν!

     Ο πράος Ηγούμενος κατάλαβε κι από μόνος του και είπε ότι δεν πήγε να δει τον Γερμανό Διοικητή γι’ αυτό το θέμα, αλλά για να τον καλωσορίσει στο νησί, γιατί τον βλέπει σαν φίλο. Μετέφρασε αμέσως ο διερμηνέας τα θωπευτικά λόγια του Γέροντα και ο Γιόχαν Μίλλερ άλλαξε αμέσως έκφραση, αφού για πρώτη φορά άκουγε τέτοια λόγια.
     Και ο Γέροντας τόνισε χαρακτηριστικά:
     –Εμείς, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν χωρίζουμε τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς κι όλους τους βλέπουμε σαν αδέλφια μας, αφού όλοι προερχόμαστε απ τον Ίδιο ΘεόΠατέρα.
     Ο Γερμανός Διοικητής μαλάκωσε κι έγινε αμέσως φιλικός και μάλιστα είπε στον Γέροντα να μη στέκεται όρθιος και κουράζεται, αλλά να καθίσει στην πολυθρόνα που ήταν μπροστά του.
     Και ο Γέροντας συνέχισε το λόγο του:
     –Σας καλωσορίζουμε, κ. Διοικητά, στο νησί μας με τα πιο ειλικρινή αισθήματα φιλίας. Και λυπούμαι που έρχεσθε στην Πάρο μέσα σε τόσο δυσάρεστες συνθήκες και περιστάσεις. Ως ταπεινός ασκητής και Ηγούμενος της Μονής της Λογγοβάρδας, σας παρακαλώ να ’ρθείτε στο Μοναστήρι μας, να σας φιλοξενήσουμε στην τράπεζά μας και να δοκιμάσετε το ονομαστό παριανό κόκκινο κρασί μας. Θα το θεωρήσουμε τιμή μεγάλη να ’ρθείτε μαζί με το επιτελείο σας, αύριο το μεσημέρι.
     –Ευχαρίστως! απάντησε αιφνιδιασμένος ο Γιόχαν Μίλλερ. Και θα είναι και δική μου τιμή, αφού με δέχεσθε ως φίλο και όχι ως εχθρό…


     Την άλλη μέρα, είχαν γίνει όλες οι κατάλληλες προετοιμασίες και στρώθηκε πλούσια τράπεζα στο Μοναστήρι. Έφθασαν και οι Γερμανοί επίσημοι με τον Διοικητή τους και ο Ηγούμενος με τους Μοναχούς του, τους έκανε μια τέτοια θερμή υποδοχή, που εντυπωσίασε τους ξένους.
     –Ήξερα, βέβαια, ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τον Ξένιο Δία, είπε ο Γιόχαν Μίλλερ, αλλά δεν ήξερα ότι οι σημερινοί Έλληνες ξεπέρασαν τους αρχαίους σε ψυχικό μεγαλείο. Σας ευχαριστώ πολύ!...
     –Οι σημερινοί Έλληνες, είπε ο Γέροντας Φιλόθεος, ξεπέρασαν τους προγόνους τους σε ψυχικό μεγαλείο, γιατί είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και αγαπούν τους άλλους σαν αδέλφια τους. Δεν εξετάζουμε ποιοι είναι, αλλά τους δείχνουμε την αγάπη μας, όσο καλύτερα μπορούμε...
     Κάθισαν οι επίσημοι στην τράπεζα, φάγανε, ήπιανε το ωραίο παριανό κρασί κι έμειναν πολύ ευχαριστημένοι από την πλούσια φιλοξενία του Μοναστηριού.


     Στο τέλος, είπε ο π. Φιλόθεος στον Γερμανό Διοικητή:
     –Εξοχότατε κ. Διοικητά, η παράδοση του Ορθόδοξου Μοναχισμού μας, εκτός από την υλική φιλοξενία, έχει και την πνευματική. Και μετά το τέλος της τράπεζας που παραθέτουμε, καλούμε όλους τους επισκέπτες μας και στο ναό του Μοναστηριού μας.
     Εκεί, στο Καθολικό της Ιεράς Μονής της Λογγοβάρδας, ο π. Φιλόθεος ζήτησε τα ονόματα των συγγενών όλων των επισήμων κι άρχισε την Παράκληση προς την Παναγία. Οι Γερμανοί, τα έβλεπαν όλα αυτά και δεν πίστευαν στα μάτια τους! Τέτοια αγάπη και τέτοια θερμή υποδοχή, δεν την είχαν ξανασυναντήσει. Έβλεπαν τις εικόνες και τον θαυμάσιο ναό της Μονής Λογγοβάρδας, κυριολεκτικά, με ανοιχτό το στόμα. Όλοι τους, ένιωθαν καθηλωμένοι μ όλα αυτά που ζούσαν, που ήταν ένα άγνωστο μεγαλείο γι’ αυτούς.

     Κι αφού τελείωσε η Παράκληση κι επέστρεψαν όλοι πίσω στην τράπεζα για τον καφέ, ο Γιόχαν Μίλλερ είπε στον Ηγούμενο:
     –Δεν σας κρύβω τον ενθουσιασμό μου, άγιε πάτερ, για την υποδοχή και για την πλούσια φιλοξενία σας και σας συγχαίρω εξ ονόματος του Γ΄ Ράιχ. Προσωπικά, προτίθεμαι να το αναφέρω αυτό και στο Βερολίνο, για να μάθουν ποιοι είναι οι αληθινοί Έλληνες. Θέλω, όμως, κι εγώ να κάνω κάτι για σας, για να σας εκφράσω τα αισθήματά μου. Σας δίνω, λοιπόν, το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, ότι θα δεχθώ κάθε σας αίτημα, εκτός βέβαια από την αθώωση των σαμποτέρ, που θα εκτελεσθούν αύριο. Μάρτυρες αυτών των λόγων μου, είναι όλοι οι εδώ Γερμανοί επιτελείς μου, που δέχτηκαν κι αυτοί τη λαμπρή φιλοξενία σας. Πλην του θέματος των σαμποτέρ σας το ξανατονίζω! θα ικανοποιήσω κάθε άλλη επιθυμία σας.
     –Πολύ χαίρομαι για τα όσα είπατε, απάντησε ο μακαριστός Γέροντας, και πολύ περισσότερο που σας ευχαρίστησε η μικρή μας φιλοξενία. Και είμαστε πρόθυμοι να σας φιλοξενήσουμε και πάλι. Όσο για τη διάθεσή σας να κάνετε κάτι για μας, αυτό πολύ μας συγκινεί…
     –Πλην της αθώωσης των σαμποτέρ του αεροδρομίου που ανέτρεψε τα στρατιωτικά σχέδια του Γ΄ Ράιχ, ξαναείπε αυστηρά ο Γερμανός Διοικητής.
     –Δεν έχω πρόθεση να σας ζητήσω χάρη για τα παλικάρια αυτά της Πάρου, μολονότι πονώ κατάκαρδα και θρηνώ από τώρα το χαμό τους.
     –Αυτό, αποκλείεται!... Αποκλείεται!... είπε αυστηρά ο Γερμανός.
     –Το ξέρω, εξοχότατε. Αυτό, ήδη μας το είπατε πολύ καθαρά, συνέχισε ο π. Φιλόθεος. Εκείνο που θέλω να μου επιβεβαιώσετε, είναι για το λόγο της στρατιωτικής σας τιμής σε ό,τι κι αν σας ζητήσω.
     –Μην αμφιβάλλετε καθόλου, άγιε Ηγούμενε! Θα κάνω ό,τι μου ζητήσετε. Σας έδωσα το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής…
     Και, σαν ένα είδος όρκου, ύψωσε το δεξί του χέρι στο ύψος του ώμου του.


     –Επιτρέψτε μου, κ. Διοικητά, να σας πω, ότι, πριν έλθω στο γραφείο σας να σας καλωσορίσω, διάβασα μια φράση του Ιερού Ευαγγελίου, για να την έχω φύλακα και οδηγό μου. Και απ αυτή τη φράση πηγάζει και η χάρη που θέλω να σας ζητήσω. Πρέπει ακόμα να σας πω, ότι, στη γλώσσα του Ευαγγελίου η λέξη «ψυχή» έχει πολλές φορές τη σημασία της λέξης «ζωή». Και αυτό ακριβώς σημαίνει και στη φράση που διάβασα και που βρίσκεται στο 10ο Κεφάλαιο του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου. Είναι λόγος «Κυριακός»· δηλαδή, λόγος που τον είπε ο Ίδιος ο Κύριός μας, αναφέροντας τα εξής: «Ο καλός ποιμένας θυσιάζει τη ζωή του για χάρη των προβάτων» (Ιωάν. 10:11). Καταλάβατε;
     –Όχι, άγιε Ηγούμενε... Γίνετε σαφέστερος!..., απάντησε με περίσκεψη ο Γερμανός Διοικητής της Κομμαντατούρας του Αιγαίου.
     –Ευχαρίστως! συνέχισε ο πράος Αρχιμανδρίτης. Η δική μου θερμή παράκληση είναι, να με εκτελέσετε αύριο κι εμένα μαζί με τ άλλα παλικάρια της Πάρου. Και η χάρη που σας ζητώ είναι, να με εκτελέσετε πρώτοπρώτο, για να πάρουν κουράγιο στις τελευταίες τους στιγμές τα παιδιά αυτά, που, εν Κυρίω, είναι και δικά μου πνευματικά παιδιά!
     Μόλις τ άκουσε αυτό ο Γιόχαν Μίλλερ, έμεινε άφωνος· σαν να τον χτύπησε κεραυνός! Δεν ήξερε τι να πει!...
     Ακούστηκε και πάλι ο Άνθρωπος του Θεού, ο Γέροντας π. Φιλόθεος Ζερβάκος:
     –Έχετε δώσει το λόγο της στρατιωτικής σας τιμής, εξοχότατε... Δεν μπορείτε να τον πάρετε πίσω!...


     Μια φοβερή σιωπή πάγωσε την όλη ατμόσφαιρα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα παιζόταν η ζωή των παιδιών της Πάρου, αλλά και η ζωή του ίδιου του Γέροντα. Κανείς δεν τολμούσε ν ανοίξει το στόμα του. 
     Τότε, ξαναμίλησε ο π. Φιλόθεος:
     –Παρακαλώ, πέστε μου ποια ώρα θα γίνει η εκτέλεση για να ετοιμαστώ…

     Όλοι, στρέψανε το βλέμμα τους προς τον Γερμανό Διοικητή, που με δυσκολία δεχόταν αυτήν την ήττα μπροστά σε τόσους αξιωματικούς. Προσπάθησε να συγκρατηθεί. 
     Και, στο τέλος, ψέλλισε αργά την απάντησή του:
     –Δεν θα γίνει η εκτέλεση!... Με νικήσατε, άγιε Ηγούμενε!... Το Γ΄ Ράιχ ξέρει να σέβεται τις αξίες του· και ο «στρατιωτικός λόγος» είναι μία απ αυτές τις αξίες...
     Ύστερα, στράφηκε σε κάποιον αξιωματικό που ήταν δίπλα του και διέταξε να ελευθερωθούν όλοι οι κρατούμενοι που ήταν οι φερόμενοι ως οι υπεύθυνοι για το σαμποτάζ.


     Αυτό είναι ένα θαύμα πέρα ως πέρα αληθινό, που καταγράφηκε ανεξίτηλα στην τοπική ιστορία της Πάρου. Αυτός ήταν ο μακαριστός, ο όσιος Γέροντας της Πάρου, ο αλησμόνητος Άνθρωπος του Θεού και της Αγάπης Του, ο Γέροντας π. Φιλόθεος Ζερβάκος.
     Την πατρική του ευχή και την οσιακή του πρεσβεία, να έχουμε όλοι μας! Αμήν.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ


[(1) Π. Μ. Σωτήρχου: 
«Υπέρ των προβάτων»,
(ιστορικό διήγημα),
από το τριμηνιαίο περιοδικό
«Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία»,
Αριθμ. τεύχ. 62–63,
Ιούλιος–Δεκέμβριος 1995,
άρθρο 20ο, σελ. 133–142.
(2) Κλείτου Ιωαννίδη:
«Γεροντικό του 20ου αιώνος»,
κεφ. 5ο, σελ. 138–139 και 147,
από συνεντευξιακές μαρτυρίες των:
α) Σεβ. Μητροπολίτου Μαυροβουνίου
Αμφιλοχίου Ράντοβιτς και
β) Στυλιανού Κεμετζετζίδη
(Θεολόγου, συγγραφέα, εκδότη),
εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος,
Αθήνα, Οκτώβριος 1999.]







ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΟΔΟΣ

ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΟΔΟΣ


Τα άκρα ζωγραφίζουν πάντα τον πειρασμό μας. Όταν μένουμε, πικραινόμαστε, αδημονούμε, δυσανασχετούμε και επικρίνουμε. Όταν φεύγουμε, δεν ακούμε κανέναν και τίποτα· η λαχτάρα της αυτονομίας μας κλείνει χαρούμενα τις πόρτες. Όταν κάνουμε τη δρασκελιά και είμαστε μακριά, θυμόμαστε, κατανοούμε περισσότερο και συγχωρούμε. Τελικά ποιος μπορεί να πάρει τις απαραίτητες αποστάσεις, όταν ζει κάτι με κάποιους σε άμεση και αναπόφευκτη εγγύτητα; Αλλά και ποια ποθητή εγγύτητα μπορεί να πείσει ότι όντως υπάρχει, ενεργής και δραστική, όταν υπάρχει επιβεβλημένη απόσταση; Οι σχέσεις ως συνήθως κομίζουν και εκφράζουν απαιτήσεις που συρρικνώνουν και απορούν την καρδιά. Αλλά ποια καρδιά μπόρεσε και αναπτύχθηκε δίχως αυτές; Η ελευθερία του προσώπου ακροβατεί παράδοξα· ανάμεσα στη μοναξιά και την κοινωνία. Η λεγόμενη «μέση και βασιλική οδός» τελικά είναι ο πιο μεγάλος άθλος του καθενός…

π. Δαμιανός






Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΑΝΤΕΡΠΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

ΠΑΝΤΕΡΠΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Όταν ο άνθρωπος έχει τον νου του στον Θεό, είναι αδύνατον να μην τον ενισχύσει ο Θεός.

Αν ο άνθρωπος δεν αφήνει τον νου του στα επίγεια, τότε ο Θεός τον φωτίζει και τον αγιάζει.

Είναι ωραίο πράγμα η προσευχή! Όταν ο άνθρωπος έχει προσευχή, θα έχει και υπακοή. Μέσα στην προσευχή όλα κανείς τα βρίσκει.

Άμα ο άνθρωπος βρίσκεται συνέχεια στην προσευχή, βλέπει ένα φως μέσα στην ψυχή του, βλέπει μία λάμψη, ένα μεγαλείο· του έρχονται άφθονα δάκρυα, δάκρυα γλυκά και νόστιμα, αισθάνεται έναν χορτασμό, που δεν μπορεί να τον συλλάβει ο νους του.

Η προσευχή είναι ένας παράδεισος επίγειος, η οποία παρηγορεί και λαμπρύνει την ψυχή. Η προσευχή έχει πολλή χαρά, ομορφιά και αγαλλίαση.


Κυνήγα τον Θεό, για να έρθει κοντά σου. Ο Θεός έχει συνέχεια τα χέρια Του ανοιχτά και λέει: «Ελάτε, παιδάκια Μου!». Αλλά εμείς δεν πλησιάζουμε, γιατί είμαστε αιχμαλωτισμένοι σε πειρασμούς και ασχολούμεθα με λογισμούς. Όποιος θα νιώσει την προσευχή, θα έχει κερδίσει τον Παράδεισο. Όποιος κοπιάσει, θα απολαύσει. Μέσα στον πόνο και στον κόπο βρίσκουμε τον Θεό.

Όλα αυτά είναι θέμα πίστεως και προσευχής. Και όταν θα γλυκαθείτε στην προσευχή και όταν αγκαλιάσετε την προσευχή, δεν θα σας κάνει διάθεση για τίποτε. Δεν θα βρίσκετε την ώρα να τρέχετε σαν τα ελαφάκια τα διψασμένα να πιείτε νερό, να ξεδιψάσετε.

Όταν προχωρήσει ο άνθρωπος στην προσευχή, αισθάνεται έναν άλλο κόσμο, μια άλλη ζωή, αισθάνεται μέσα του καταστάσεις, που ούτε μπορεί κανείς να φανταστεί.

Να κυνηγάς πολύ την Ευχή, σαν αυτούς που ψάχνουν να βρουν ένα μαργαριτάρι. Χωρίς Ευχή, δεν έχει Χριστό στην καρδιά. Αυτή θα σε μάθει να αγαπάς τον Χριστό. Όποιος κυνηγάει την Ευχή σαν το χρυσάφι και εκμεταλλεύεται και το λεπτό, όλα τα υπερπηδά, όλα τα δέχεται και τα υπομένει. Τότε ο Θεός και η Παναγία τον σκεπάζουν.

Δια της προσευχής θα θεραπεύσουμε και του αδελφού μας την πληγή και κάθε κατάσταση.


Η Ευχή προλαβαίνει πολλά κακά. Όταν δεν έχει προσευχή ο άνθρωπος, όλο οι άλλοι του φταίνε· ενώ όταν έχει την Ευχή μέσα του, λέει ότι όλοι είναι αγιασμένοι και εγώ είμαι αμαρτωλός. Έρχεται μέσα του μια πολύ μεγάλη συμπάθεια και αυτή τον κάνει αρνάκι.

Αν αγαπήσουμε τον Χριστό και δώσουμε την καρδιά μας σ’ Εκείνον, θα μας τα δώσει όλα δωρεάν. Δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά με την Χάρη του Θεού. Η εγκράτεια και η προσευχή μάς κάνει πολύ καλό· και όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του ολοκληρωτικά στον Θεό, ο Θεός τον ταΐζει, ο Θεός τον ποτίζει, τον Θεό αυτός γεύεται και πολλά ουράνια μεγαλεία του Θεού αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου. Ο Χριστός θέλει όλη την αγάπη μας να την δώσουμε σ’ Εκείνον και ύστερα Αυτός δωρίζει τα θεία Του δώρα. Όταν θα έχουμε την ένωση με τον Θεό, όλα τα πράγματα θα είναι γαλήνια μέσα μας.

Η ευσπλαχνία του Θεού είναι ατελείωτη σαν το πέλαγος, σαν τον ουρανό. Ο Θεός δεν λέει «γιατί αμάρτησες;», αλλά «γιατί δεν σηκώνεσαι;». Όλα μας τα συγχωρεί, αρκεί να μετανοούμε μόλις καταλαβαίνουμε ότι κάναμε ένα σφάλμα.

Σιωπή και Ευχή· για να υπάρχει το μειδίαμα της Θείας Χάριτος στην ψυχή μας.

Όταν κυνηγάμε την Ευχή, μας φρουρεί η Θεία Χάρη, η οποία έρχεται σαν την δρόσο που ζωογονεί τα χόρτα, έτσι έρχεται μέσα στις ρίζες της καρδιάς μας και την ζωογονεί. Εμείς την γλώσσα μας να την χρησιμοποιούμε στην υμνωδία του Θεού και η Ευχή να βγαίνει με ζωντάνια, με πίστη, με έρωτα Θεού· όχι, νωθρά.


Όποιος δεν αγωνίζεται στην προσευχή, δεν έχει τον Θεό μέσα του και είναι ακατάστατος.

Ο άνθρωπος, όταν έχει προσευχή, το Πανάγιο Πνεύμα λειτουργεί μέσα στην ψυχή του και αισθάνεται ο άνθρωπος να βρίσκεται εν Αγίω Πνεύματι. Γι’ αυτό, πολύ σας παρακαλώ, μια και ζούμε μέσα σ’ αυτήν την κιβωτό (την Εκκλησία μας), θα πρέπει το θέμα της προσευχής πολύ να το κυνηγάμε. Τότε η προσευχή θα είναι ένα φως αιώνιο μέσα στην ψυχή μας και μια φρούρηση που θα μας σκεπάζει και δεν θα μας εγκαταλείπει ο Θεός.

Όταν ο άνθρωπος έχει στην μνήμη του την κόλαση, ποτέ δεν αμαρτάνει. Ο θυμώδης γίνεται πράος, τα πάθη ελαττώνονται και μαλακώνει η ψυχή, γίνεται τρυφερή σαν εκείνα τα λουλουδάκια που φυτρώνουν και είναι δροσερά–δροσερά, έτσι γίνεται η ψυχή μαλακιά σαν το βαμβάκι. Πονάει, συμπαθεί, ευσπλαχνίζεται. Όταν σε κάποιον έρθει η Χάρη του Θεού μέσα του, δεν μπορεί να σταθεί από την ευσπλαχνία του Θεού και από την αγάπη για τον πλησίον. Γι’ αυτό και εμείς πρέπει να συμπαθούμε, όπως μας ευσπλαχνίζεται και ο Θεός.

Όταν θεωρεί ο άνθρωπος τον εαυτό του ένα μηδενικό, θέλει να πέσει κάτω να τον ποδοπατήσουν, να τον βρίσουν, να τον μαστιγώσουν και να πει: «εγώ είμαι ο φταίχτης». Αυτό, όταν το νιώσετε στην ψυχή σας, είναι το μεγαλύτερο δώρο του Θεού.

Ο άνθρωπος που έχει τον Θεό νοερώς κοντά του, λαμβάνει από τον Θεό εξυπνάδα πνευματική και διάκριση, αλλιώς έρχεται σε αναισθησία και αμελεί τα καθήκοντά του.


 Όταν βλέπει κανείς συνεχώς τον εαυτό του και δεν τον δικαιολογεί ποτέ, τότε έρχεται η Θεία Χάρη· και σκέφτεται ότι λύπησα τον Θεό, τον πλησίον μου και λεπτύνεται η ψυχή και γίνεται σαν βαμβάκι.

 Όταν ο άνθρωπος έχει τον Θεό μέσα στην ψυχή του, δεν κακολογεί· αλλά όταν βλέπει κάποιον που υποφέρει, τον πονάει και κλαίει μαζί του και ικετεύει τον Θεό να τον ελεήσει.

Τρία πράγματα μάς χρειάζονται: τον νου να τον έχουμε στον ουρανό· την καρδιά μας να την έχουμε θρόνο Θεού· και το στόμα μας εκκλησία· επίσης, ταπείνωση και αγάπη, σύνεση και ευλάβεια και αυταπάρνηση.

Ο Χριστός δεν θέλει την καρδιά μας να είναι μοιρασμένη, αλλά να είναι ολοκληρωμένη η αγάπη μας στον Θεό.

Ο Χριστός μας, έχει τόση πολλή αγάπη και ευσπλαχνία, που ο δικός μας ο νους δεν μπορεί να το χωρέσει. Οι Πατέρες, όλα μπορούσαν να τ’ αντέξουν· όταν όμως ένιωθαν την ευσπλαχνία του Θεού, έλιωναν σαν το κεράκι. Η ευσπλαχνία του Θεού είναι σαν ένα πέλαγος μεγάλο, όπως βλέπεις την θάλασσα, που ούτε αρχή ούτε άκρη έχει ούτε τέλος…

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ
ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ ΒΟΛΟΥ
(1921–1995)



[Τριμηνιαίο Περιοδικό
«Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία»,
αριθμ. τεύχ. 62–63,
Ιούλιος–Δεκέμβριος 1995,
άρθρ. 25ο, σελ. 182–192.]









Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

«ΨΑΞΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ, ΣΥΝΤΡΟΦΕ!»

«ΨΑΞΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ, ΣΥΝΤΡΟΦΕ!»



Ένας σύγχρονος ομολογητής της Ορθόδοξης Ρωσίας
είναι ο εκλεκτός άνθρωπος της υπομονής,
του μαρτυρίου και της αγάπης,
ο πατήρ Αρσένιος (1894–1975),
ή αλλιώς ο «Κατάδικος ΖΕΚ18376».
Ένας άριστος επιστήμονας τεχνοκριτικός
και κατόπιν πιστός ιερεύς του Θεού,
ο οποίος, για την αγάπη και την πίστη του
προς τον Χριστό,
για μια ολόκληρη δεκαετία διώχθηκε και εξορίστηκε
από την άθεη Σοβιετική εξουσία
προς τη Σιβηρία και τα Ουράλια
και, για μία ακόμη εικοσαετία περίπου,
έζησε κάτω από σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες
μέσα σε «Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος». 
Σε όλη τη διάρκεια της καρτερικής του ζωής,
βλέπουμε ζωντανή την παρουσία του Θεού
και απτή τη θαυμαστή επέμβαση της αγάπης Του.
Εκεί όπου, λογικά και ορθολογικά,
κάθε ελπίδα θα έπρεπε να έχει σβήσει
και η ανθρώπινη αντοχή
θα έπρεπε να έχει εκλείψει προ πολλού,
ανατέλλει το μυστήριο, το θαύμα και η ζωή της Πίστεως…



     Ένα βράδυ, καθώς ο Σαζίκωφ συζητούσε με τον π. Αρσένιο, του είπε:
     –Βλέπω, μπάτουσκα, ότι λέτε απ’ έξω τις προσευχές σας. Εκκλησιαστικά βιβλία δεν έχετε. Αν θέλετε, κάτι μπορούμε να βρούμε. Ο Σέριι συζήτησε το θέμα με τα «παιδιά» και είπαν ότι υπάρχουν τέτοια βιβλία.
     –Για το Θεό! Μην τ’ αρπάξετε, σας παρακαλώ, από άλλον. Μη μου φορτώσετε τέτοιο κρίμα!
     –Μα τι λέτε, π. Αρσένιε! Από κανέναν δεν θ’ αρπάξουμε. Ξέρετε την Αποθήκη, όπου συγκεντρώνουν τα προσωπικά αντικείμενα των κρατουμένων, ιδιαίτερα εκείνων που έρχονται από τους Σταθμούς Προσωρινής Κρατήσεως. Εκεί λοιπόν υπάρχουν και βιβλία, όπως μάθαμε από έμπιστους ανθρώπους. Τα «παιδιά» αποφάσισαν να βάλουν χέρι στα πράγματα της Αποθήκης. Βρήκαν έναν ασφαλή και σίγουρο τρόπο – εύκολη «δουλειά»! Εγώ τους είπα να πάρουν και κάναδυό εκκλησιαστικά βιβλία.


     Ανησύχησε ο π. Αρσένιος. Όλη νύχτα προσευχόταν. Λίγο πριν τα χαράματα τον πήρε για λίγο ο ύπνος. Και, τότε, βλέπει έναν ηλικιωμένο μοναχό να τον ευλογεί και να του λέει: «Μη φοβάσαι, Αρσένιε! Να πάρεις ό,τι χρειάζεσαι και να προσεύχεσαι στον άγιο Αλέξιο, τον ιεράρχη της Μόσχας. Ο Κύριος, δεν θα σε αφήσει!». Τον ευλόγησε για δεύτερη φορά και χάθηκε, έτσι ξαφνικά, όπως είχε παρουσιασθεί, γαλήνιος και μεγαλόπρεπος.
     Μετά από δυο μέρες έγινε μεγάλη αναμπουμπούλα–έρευνες στους θαλάμους, φωνές, απειλές, κλήσεις στο Ειδικό Τμήμα. Η «δουλειά», είχε γίνει…


     Πέρασαν άλλες δέκα μέρες. Και τότε μόνο παρέδωσε ο Σαζίκωφ στον π. Αρσένιο δυο μικρά βιβλία: το Ευαγγέλιο και το Ιερατικό.
     Τα πήρε ο μπάτουσκα ευλαβικά κι έτρεξε στο κρεβάτι του. Με χέρια τρεμάμενα και με μάτια βουρκωμένα, άνοιξε το Ευαγγέλιο. Στην εσωτερική πλευρά του σκληρού εξωφύλλου ήταν κολλημένο ένα τετράγωνο κομματάκι μεταξωτού υφάσματος, πλευράς τεσσάρων περίπου εκατοστών, τριμμένο και κιτρινισμένο από την πολυκαιρία. Λίγο πιο κάτω, ήταν γραμμένες από άγνωστο χέρι κάποιες λέξεις: «Αντιμήνσιο – Λείψανα αγίου Αλεξίου, μητροπολίτου Μόσχας – 1883». Και δίπλα, ήταν σφηνωμένη μια οβάλ ασημένια εικονίτσα του αγίου, όχι μεγαλύτερη από ένα εικοσάρικο.
     Ο π. Αρσένιος προσκύνησε τα άγια λείψανα.
     –Θεέ μου!... ψιθύρισε. Ζω με το έλεός Σου!... Θαυμαστά τα έργα Σου, Κύριε!...


     Καιρός πνευματικής ευφροσύνης είχε έρθει για τον παππούλη. Την ημέρα εκτελούσε την υπηρεσία του και τη νύχτα, μέσα στο μισοσκόταδο, διάβαζε την ακολουθία του και μελετούσε το Ευαγγέλιο. Πριν πιάσει δουλειά, έδινε και τα δυο βιβλία στον Σαζίκωφ για να τα φυλάει. Του το είχε προτείνει και, πολύ συνετά μάλιστα, ο ίδιος:
     –Μόλις τελειώνετε, μπάτουσκα, την ακολουθία σας, να δίνετε τα βιβλία είτε σ’ εμένα είτε στον Σέριι. Σ’ εμάς δεν θα τα βρουν. Μην ανησυχείτε, θα τα φυλάμε με προσοχή, δεν πρόκειται να καταστραφούν ή να βεβηλωθούν.


     Πέρασαν δυο μήνες. Η διάρρηξη της Αποθήκης ξεχάστηκε και οι έρευνες σταμάτησαν. Ο π. Αρσένιος ξεθάρρεψε και κρατούσε το Ευαγγέλιο επάνω του όλη την ημέρα. Μόνο σε περίπτωση ανάγκης το έκρυβε κάπου μέσα στο σανίδωμα της παράγκας, σ’ έναν κρυψώνα που είχε φτιάξει ο Σαζίκωφ με πολλή μαστοριά.
     Κάποτε, την ώρα που όλοι ήταν στη δουλειά, ο π. Αρσένιος, αφού συγύρισε το θάλαμο, κάθισε στην άκρη ενός κρεβατιού, έβγαλε το Ευαγγέλιο και άρχισε να διαβάζει. Μα, την ίδια στιγμή, άνοιξε η πόρτα και όρμησε μέσα το Απόσπασμα Ερευνών: ο ανθυπολοχαγός του Ειδικού Τμήματος, τρεις στρατιώτες και ο επόπτης Σπραβεντλίβιι – ο λεγόμενος «δίκαιος».
     Ο π. Αρσένιος, τα έχασε. Μόλις που πρόλαβε να χώσει το Ευαγγέλιο στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. Σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε προσοχή, όπως όριζε ο κανονισμός.
     Οι στρατιώτες τ’ αναποδογύρισαν όλα μέσα στο θάλαμο. Πέταξαν τα στρωσίδια από τα κρεβάτια. Ξεκάρφωσαν από το πάτωμα τις σανίδες που κουνιόντουσαν. Άδειασαν τα τσουβάλια με τα λιγοστά πράγματα των κρατουμένων.
     Ψάξε τον παπά, σύντροφε! πρόσταξε τον Σπραβεντλίβιι ο ανθυπολοχαγός και τραβήχτηκε προς το μέρος των στρατιωτών.


     Ο επόπτης άρχισε να ψαχουλεύει τον π. Αρσένιο. Σχεδόν αμέσως ψηλάφησε το Ευαγγέλιο. Κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα το χέρι επάνω του και, μετά, με μια γρήγορη κίνηση, το έβγαλε από την τσέπη του παππούλη και το έβαλε στη δική του. Έκανε πως ψάχνει για λίγο ακόμα και έπειτα πλησίασε τον ανθυπολοχαγό για ν’ αναφέρει:
     –Σύντροφε ανθυπολοχαγέ, δεν βρήκα τίποτα!...
     –Πολύ γρήγορα τελείωσες!... Γδύσου, παπά!... Θα σε ψάξουμε εμείς, με τον δικό μας τρόπο!...
     Ο π. Αρσένιος έβγαλε όλα του τα ρούχα. Οι στρατιώτες τα πασπάτεψαν με τα δάχτυλά τους, τα γύρισαν μέσα–έξω, άδειασαν τις τσέπες, ξήλωσαν πολλές ραφές – φυσικά, χωρίς αποτέλεσμα. Ο ανθυπολοχαγός θύμωσε, έβρισε τον π. Αρσένιο και βγήκε. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.
     Ο παππούλης ντύθηκε, έραψε όπως–όπως τις ξηλωμένες ραφές των ρούχων του και ανασκουμπώθηκε για να συμμαζέψει το θάλαμο, που τον είχαν κάνει άνω–κάτω.


     Μιάμιση ώρα αργότερα, παρουσιάστηκε πάλι ο Σπραβεντλίβιι. 
     Αυτή τη φορά ήταν μόνος.
     –Είναι κανένας άλλος εδώ; φώναξε από την πόρτα.
     –Όχι. Λείπουν όλοι στις δουλειές.
     –Ο επόπτης μπήκε μέσα, γυρόφερε σ’ όλο το θάλαμο, έσκυψε κάτω από μερικά κρεβάτια και, ξάφνου, ρώτησε:
     –Εκείνο το Ευαγγέλιο είναι από την Αποθήκη;
     Ο π. Αρσένιος σώπαινε.
     –Πέστε μου! Πέστε μου, από πού είναι;
     –Ναι, από την Αποθήκη! αποκρίθηκε στεγνά ο παππούλης.
     –Μα, καλά! Δεν έχετε μυαλό; Πήρατε το Ευαγγέλιο· δεν έπρεπε να το κρύψετε; Αν το έβρισκε ο ανθυπολοχαγός, ξέρετε τι θα παθαίνατε; Θα σας χτυπούσαν μέχρι θανάτου!
     Πλησίασε πιο κοντά και ψιθύρισε ήρεμα:
     –Συγχωρέστε με, μπάτουσκα! Ξέρω τι τραβάτε εδώ μέσα. Αλλά, τούτο το στρατόπεδο είναι μια κόλαση και για μας· όχι, μόνο για σας. Θα σας βοηθήσω!… Θα σας βοηθήσω, αλλά πρέπει να κινηθώ με πολλή προσοχή. Καταλαβαίνετε… Μπροστά στους άλλους πρέπει να δείχνω σκληρότητα και αγριάδα. Κρυφά όμως, θα κάνω ό,τι μπορώ για σας. Και πάλι συγχωρέστε με!...
     Χωρίς να περιμένει απάντηση, έκανε στροφή και βγήκε από το θάλαμο. Ο π. Αρσένιος στάθηκε στην πόρτα και τον ακολούθησε με το βλέμμα, ώσπου τον έχασε από τα μάτια του.


     Γι’ άλλη μια φορά διαπίστωνε πόσο πολύπλευρη, πόσο πλούσια είναι η ανθρώπινη ψυχή –η κάθε ψυχή– που κρύβει πάντα μέσα της τη σπίθα της αγάπης, την πνοή του Θεού.
     Θυμήθηκε το όνομα του «δίκαιου» –Ανδρέας!– και άρχισε να προσεύχεται γι’ αυτόν από τα βάθη της καρδιάς του...





[«Ο π. Αρσένιος
– ο Κατάδικος “ΖΕΚ–18376”»
Βιβλίο Πρώτο,
κεφ. 16ο, σελ. 149–154,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 20008.]







Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ· «ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»

Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ·
«ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»


     «Οι αληθινοί Πατέρες», έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924–1994), «δεν λένε σκέψεις που κατεβάζει το μυαλό τους, αλλά αυτά που ο Θεός τους κατεβάζει από ψηλά ή εμπειρίες από την ζωή τους. Μιλούν για αλήθειες που έζησαν οι ίδιοι, οι οποίες έχουν ζωή και δίνουν ζωή στους ανθρώπους». Και ο ίδιος ο όσιος Γέροντας Παΐσιος μιλούσε απλά, «όχι με λόγια που διδάσκει η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το ίδιο το Πνεύμα» (Α΄ Κορ. 2:13).

     Πολλοί μορφωμένοι και διανοούμενοι θαύμαζαν τις εύστοχες απαντήσεις του και κάποιοι, θεωρώντας ότι αυτές ήταν αποτέλεσμα μελέτης, τον ρωτούσαν πού τα είχε διαβάσει αυτά. Ο καθηγητής της Ψυχιατρικής Αρίστος Ασπιώτης (1910–1983) τον ρώτησε κάποτε:
     –Πάτερ, σε ποιο βιβλίο τα γράφει αυτά που μας είπατε;
     –«Πεντηκοστή», απάντησε ο Όσιος Παΐσιος, εννοώντας τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
     Και σε άλλον που έκανε την ίδια ερώτηση, απάντησε: «Τηβεριάδος θάλασσα», εννοώντας και πάλι το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο «ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν» (Μέγας Εσπερινός Πεντηκοστής).


     Μια φορά, κάποιος θεολόγος συστήθηκε στον Πατέρα Παΐσιο: «κύριος τάδε, θεολόγος!». Εκείνος τότε του είπε αστειευόμενος: «Τι λες, παιδί μου;! Εγώ τρεις Θεολόγους ξέρω. Εσύ, φαίνεται, θα είσαι ο τέταρτος!». Έπειτα όμως του είπε σοβαρά: «Κοίταξε, εσύ έχεις πτυχίο της Θεολογικής Σχολής· θεολόγο όμως θα σε κάνει η Ορθόδοξη πατερική ζωή σου».

     Ο Πατήρ Παΐσιος επειδή είχε ασκηθεί πατερικά, είχε γίνει «πρακτικός θεολόγος» με την επίσκεψη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, μπορούσε να βοηθάει θετικά και τους θεολόγους καθηγητές που συχνά τον επισκέπτονταν. Κοντά του γνώριζαν ότι η αληθινή θεολογία είναι «ο λόγος του Θεού, που συλλαμβάνεται από τις αγνές, τις ταπεινές και αναγεννημένες πνευματικά ψυχές» και όχι «η θεολογία που διδάσκεται σαν επιστήμη και εξετάζει συνήθως τα πράγματα ιστορικά και είναι επόμενο να τα καταλαβαίνει εξωτερικά και να είναι γεμάτη από αμφιβολίες και ερωτηματικά».

     Κάποτε, ένας φοιτητής της Θεολογικής Σχολής τον ρώτησε:
     –Γέροντα, πώς έγραψε ο Μωυσής την Πεντάτευχο;
     –Ε, ευλογημένε, του τα έδειξε ο Θεός σαν σε τηλεόραση και τα έγραψε, απάντησε με φυσικότητα ο Πατήρ Παΐσιος, αφού και ο ίδιος είχε πείρα αυτής της «πνευματικής τηλεοράσεως».


     Μια άλλη φορά, ένας θεολόγος που είχε σπουδάσει στην Γαλλία, επέμενε ότι ο Αββάς Ισαάκ δεν ήταν Ορθόδοξος, επειδή είχε διατελέσει Επίσκοπος σε περιβάλλον νεστοριανών. Ο Πατήρ Παΐσιος προσπαθούσε να του δώσει να καταλάβει ότι ο Αββάς Ισαάκ βρίσκεται στην καρδιά της Ορθοδοξίας, αλλά δεν τον έπειθε και γι’ αυτό στενοχωρήθηκε πολύ. Ο θεολόγος επέμενε πεισματικά στις απόψεις του. Έφυγε ο Γέροντας Παΐσιος για το Καλύβι του, λυπημένος τόσο πολύ, που έκλαιγε και προσευχόταν. «Τόσο πολύ πόνεσα», είπε, «που αν με χτυπούσε ένας με τσεκούρι στο κεφάλι, δεν θα πονούσα τόσο. Μετά είδα και ένα Γεγονός. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πονάει κανείς για κάτι, ο Θεός μετά τον πληροφορεί· όλη η βάση εκεί είναι. Αν δεν πονάει η καρδιά, δεν πληροφορεί ο Θεός για την ακρίβεια».
     Ο Θεός λοιπόν τον πληροφόρησε με ακρίβεια για το συγκεκριμένο ζήτημα. Είδε σε όραμα να περνούν από μπροστά του Ιεράρχες· ανάμεσά τους ήταν και ο Αββάς Ισαάκ, ο οποίος στράφηκε προς το μέρος του και του είπε: «Ναι, έζησα σε νεστοριανό περιβάλλον, υπήρχαν στην επαρχία μου αιρετικοί, αλλά εγώ ήμουν Ορθόδοξος και τους πολέμησα». Ύστερα από αυτό ο Όσιος Παΐσιος διακήρυττε με έμφαση: «Ο Αββάς Ισαάκ ήταν Ορθοδοξότατος!». Εξηγούσε, μάλιστα, ότι οι Δυτικοί τον συκοφάντησαν ως μη Ορθόδοξο, επειδή καλλιέργησε τον ησυχασμό. Γι’ αυτό και ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος τον ονόμαζε «αδικημένο Άγιο». Και στο Μηναίο, στο Συναξάρι της 28ης Ιανουαρίου, που είναι η μνήμη του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, είχε προσθέσει: «Και Ισαάκ του μεγάλου Ησυχαστού και πολύ αδικημένου».


     Τους «Ασκητικούς Λόγους» του Αββά Ισαάκ, ο Άγιος Παΐσιος, τους είχε στο προσκέφαλό του και τους μελετούσε πάντοτε. Μάλιστα, για μια περίοδο έξι ετών ήταν η μοναδική του πνευματική ανάγνωση. Έπαιρνε ένα στίχο και όλη την ημέρα τον επανέφερε συχνά στο νου του, τον μελετούσε βαθειά και πρακτικά, «όπως τα ζώα αναμηρυκάζουν την τροφή τους», κατά την έκφρασή του. Μοίραζε ευλογία ένα απάνθισμα από τους λόγους του, για να παρακινήσει και άλλους στην μελέτη τους. Πίστευε ότι πολύ βοηθά η μελέτη στα «Ασκητικά» του Αββά Ισαάκ, «διότι και το βαθύτερο νόημα της ζωής δίνει να καταλάβει κανείς, και κάθε είδους μικρό ή μεγάλο κόμπλεξ και εάν έχει ο άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό, τον βοηθάει για να το διώξει. Η ολίγη μελέτη στον Αββά Ισαάκ αλλοιώνει την ψυχή με τις πολλές της βιταμίνες».
     Συνιστούσε και στους αδελφούς λαϊκούς στον κόσμο να τον διαβάζουν, αλλά λίγο–λίγο, για να τον αφομοιώνουν. Έλεγε ότι το βιβλίο του Αββά Ισαάκ αξίζει όσο ολόκληρη πατερική βιβλιοθήκη.
     Στο βιβλίο που διάβαζε κάτω από την εικόνα του Αγίου που κρατά στο χέρι του ένα φτερό και γράφει, σημείωσε: «Αββά μου, δος μου την πέννα σου να υπογραμμίσω ολόκληρο το βιβλίο σου!». Αξίζει δηλαδή να υπογραμμιστεί ολόκληρο το κείμενο.

     Όχι μόνο τον μελετούσε ο Άγιος Παΐσιος, αλλά και πολύ τον ευλαβούνταν και ιδιαιτέρως τον τιμούσε ως Άγιο. Πάνω στην μικρή Αγία Τράπεζα της «Παναγούδας», η μία από τις πέντε–έξι εικόνες που είχε ήταν του Οσίου Ισαάκ. Από αγάπη και ευλάβεια προς αυτόν έδωσε το όνομά του σε κάποιον, όταν τον έκανε μεγαλόσχημο. Την μνήμη του Οσίου εόρταζε στις 28 Σεπτεμβρίου με κοινή ολονύκτια αγρυπνία που θέσπισε ο ίδιος. Σε μία από τις αγρυπνίες αυτές εθεάθη ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος μέσα σε θαβώριο φως, υπερυψωμένος και αλλοιωμένος…



[(1) «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,
κεφ. 11ο, §33, σελ. 369–372.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»·
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Ιούνιος 20151.
(2) Ιερομονάχου Ισαάκ:
«Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου»,
κεφ. ια΄, §λ΄, σελ. 259–261,
Άγιον Όρος 20086.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
άρμοση και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.