Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΜΕΝΟΣ ΜΑΓΕΙΡΑΣ

Ο ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΜΕΝΟΣ ΜΑΓΕΙΡΑΣ


     Σ’ ένα χωριό, κοντά στην Αντιόχεια, ζούσε ένα αγόρι που το λέγανε Ευφρόσυνο. Οι γονείς του, φτωχοί και αγράμματοι, δεν το στείλανε ποτέ στο σχολειό, του διδάξανε όμως να σέβεται το Θεό.

     Σαν μεγάλωσε λιγάκι, ένας θείος του καλόγερος τον επήρε στο μοναστήρι του και φρόντισε να τον βάλουν στην κουζίνα μάγειρα. Ήταν ένας τρόπος να δουλεύει και να κερδίζει τη ζωή του. Μαγείρευε, κουβαλούσε ξύλα, φρόντιζε να μη σβήνει η φωτιά, καθάριζε τα καζάνια, έφερνε τα τρόφιμα στο κελάρι. Δεν καθότανε στιγμή. Κουραστική ζωή, μα δεν παραπονιόταν. Μουντζουρωμένος από την καπνιά του μαγειρειού, λιγδωμένος –δεν είχε δα και τις πολλές αλλαξιές– κι ωστόσο πάντα πράος και γελαστός, δεχότανε χωρίς να θυμώνει τα πειράγματα των άλλων, που συχνά ήταν σκληρά.
     –Ε!..., καλώς το μουντζούρη!
     –Να, ο τσανακογλείφτης!


     Ο Ευφρόσυνος δεν κρατούσε κακία σε κανέναν κι αν καμιά φορά θλιβότανε, δεν φανέρωνε τα συναισθήματά του. Απορούσε μάλιστα με τη σκληρότητα των ανθρώπων, που δε δίσταζαν να τον πληγώνουν. Και να σκεφτεί κανείς, πως ζούσαν σε κοινόβιο και νοιάζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους.

     Τις Κυριακές και τις γιορτές ο Ευφρόσυνος αποτραβιόταν στην πιο σκοτεινή γωνιά της εκκλησίας, χώρια από τους άλλους. Νήστευε, προσευχότανε, ζούσε την ταπεινή ζωή του χωρίς να βαρυγκωμά.

     Έτυχε τότε να ζει στο μοναστήρι ένας πολύ ευλαβικός ιερέας. Ένα βράδυ, λοιπόν, αφού αποτραβήχτηκε στο κελί του, έπεσε να κοιμηθεί. Και είδε όνειρο. Βρέθηκε, λέει, σ’ ένα πανέμορφο κήπο, γεμάτο σπάνια λουλούδια και καρποφόρα δέντρα. Από τα κλαδιά τους κρέμονταν μεγάλα, ευωδιαστά φρούτα κάθε είδους. Μέλισσες και πεταλούδες ρουφούσαν το νέκταρ των λουλουδιών, πουλιά τιτίβιζαν ανάμεσα στα φυλλώματα και γάργαρα νερά κυλούσαν ανεμπόδιστα. Μοσχομύριζε ο αέρας, έλαμπε ο ήλιος. «Έτσι θά ’ναι ο Παράδεισος!», σκέφτηκε ο ιερέας κι αναρωτήθηκε τίνος να ήταν, άραγε, ο κήπος.


     Τότε, σαν από θαύμα, είδε τον Ευφρόσυνο. Στεκότανε ήρεμος όπως πάντα, κάτω από μια μηλιά. «Τι γυρεύεις εδώ;», τον ρώτησε ο ιερέας. «Ό,τι κι εσύ, πάτερ μου!», αποκρίθηκε ο νέος. «Τίνος είναι τούτος ο κήπος;», ρώτησε πάλι ο ιερέας. «Του Θεού», απάντησε ο Ευφρόσυνος. «Και ποιος σ’ έφερε εδώ;». «Εκείνος που έφερε και την αγία σου ψυχή». «Έχεις ξανάρθει εδώ ή είναι και σένα η πρώτη σου φορά;». «Είμαι ο φύλακας του κήπου». «Και έχεις το δικαίωμα να μου δώσεις ό,τι σου ζητήσω;». «Ζήτησέ μου και θα σου δώσω ό,τι θέλεις». Τότε ο ιερέας έδειξε τη μηλιά, που τα κλαδιά της έγερναν από το βάρος των καρπών. «Δώσε μου τρία από αυτά τα μήλα», είπε. Ο Ευφρόσυνος έκοψε αμέσως τρία μεγάλα μήλα και τα πρόσφερε στον ιερέα.

     Εκείνος τα πήρε και τα έκρυψε στο ιμάτιό του. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το σήμαντρο, που καλούσε τους μοναχούς στην αγρυπνία. Ο ιερέας ξύπνησε κι αμέσως κατάλαβε πως κρατούσε στα χέρια του τρία μήλα. Το άρωμά τους γέμισε το κελί. Σάστισε, δεν ήξερε αν ονειρευότανε ακόμη ή αν ήταν ξύπνιος. Χάιδεψε τα μήλα, να βεβαιωθεί πως ήταν πραγματικά, έσκυψε και τα μύρισε. Κατέβηκε από το σκληρό του κρεβάτι, έχωσε τα μήλα κάτω από το σκέπασμα και τράβηξε για την εκκλησία. Οι περισσότεροι αδελφοί στέκονταν κιόλας στα στασίδια τους.


     Ο ιερέας, ταραγμένος ακόμη από το παράδοξο περιστατικό, έψαξε για τον Ευφρόσυνο. Τον βρήκε στην πιο απόμερη γωνιά.
     –Για τ’ όνομα του Θεού, σε παρακαλώ, απάντησέ μου σε ό,τι σε ρωτήσω, του είπε.
     –Ρώτησέ με ό,τι θέλεις, πάτερ, αποκρίθηκε ο μάγειρας με σεβασμό.
     –Πού ήσουνα τούτη τη νύχτα;
     –Ήμουνα εκεί που με βρήκες.
     –Και πού σε βρήκα;
     –Στον κήπο που είδες.
     –Αν λες αλήθεια, πες μου, τι μου έδωσες;
     –Ό,τι μου ζήτησες.
     –Και τι σου ζήτησα;
     –Τρία μήλα μου ζήτησες και σου τα έδωσα.

     Ο γέροντας εθαύμασε. Έβαλε μετάνοια στο μάγειρα και πήγε στο στασίδι του, να παρακολουθήσει την αγρυπνία. Λίγο προτού τελειώσει η ακολουθία, ανέβηκε στο κελί του, πήρε τα τρία μήλα και γύρισε στην εκκλησία. Όλοι οι μοναχοί ήταν ακόμη εκεί.


     –Αδελφοί, άρχισε να λέει φωναχτά, παρακαλώ ακούστε με. Έχουμε στο μοναστήρι μας πολύτιμο μαργαριτάρι, το μάγειρά μας, τον Ευφρόσυνο. Όλοι τον καταφρονούμε, επειδή είναι αγράμματος, κι όμως εκείνος, με τη Χάρη του Θεού, είναι ανώτερος από όλους μας.

     Τους εξήγησε στη συνέχεια το όνειρό του και τους έδειξε τα μήλα. Όλοι έμειναν εκστατικοί. Τόσο μεγάλα, τόσο όμορφα και τόσο ευωδιαστά μήλα δεν είχε ξαναδεί κανείς. Ήταν βέβαιοι πως προέρχονταν από τον Παράδεισο του Θεού. Έκοψαν το ένα και το μοίρασαν στους άρρωστους μοναχούς κι εκείνοι γιατρεύτηκαν αμέσως. Κομμάτιασαν και τα υπόλοιπα και πήραν όλοι από ένα κομμάτι, δοξάζοντας το Θεό, που τους αξίωσε να γευτούν τον παραδείσιο καρπό.


     Κι ενώ συνέβαιναν αυτά κι ήταν οι μοναχοί απορροφημένοι από το θαυμαστό γεγονός, ο Ευφρόσυνος άνοιξε την πλαϊνή πόρτα της εκκλησίας και βγήκε. Μάζεψε βιαστικά τα λιγοστά του υπάρχοντα κι εξαφανίστηκε. Δεν ήθελε τη δόξα των ανθρώπων. Και λένε πως από τη μέρα εκείνη δεν τον ξαναείδε κανείς…
     Η ιερή μνήμη του τιμάται κάθε Σεπτέμβρη στις 11.



[Αγγελικής Π. Νικολοπούλου:
«Τα μυστικά της ερήμου»,
κεφ. 11ο, σελ. 87–92,
εκδόσεις «Τήνος», Αθήνα 19952.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου,
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου