Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ Μικρό Σχόλιο

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ


«Επειδή το λες Εσύ, θα το ρίξω το δίχτυ»
–Μικρό Σχόλιο–

     «Διδάσκαλε,
     όλη τη νύχτα παιδευόμασταν
     και δεν πιάσαμε τίποτα.
     Επειδή το λες Εσύ όμως,
     θα το ρίξω το δίχτυ» (Λουκ. 5:5).

     «Θα το ρίξω το δίχτυ», για χάρη Σου. Για Σένα. Επειδή το είπες Εσύ. Επειδή είσαι Εσύ. Αν και δεν κατάλαβε και πολύ καλά το σαστισμένο μυαλό μου. Δεν πρόλαβε να καταλάβει. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος να Σ’ ακούσει, εκεί στην όχθη. Στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. Κι ο κόσμος, ως συνήθως, αγαπάει κι αρέσκεται πάντα να βρίσκεται στις όχθες των εγκοσμίων, σε κάθε όχθη, μονάχα στα ρηχά και στα αβαθή, στα μονότονα επίπεδα και στα πληκτικά ευθύ, στη ζωή και στην αντίληψη με σημαία το λίγο και τετριμμένο. Παρ’ όλ’ αυτά, Εσύ συγκατένευσες να βρίσκεσαι εκεί που πάντα αγαπάει αυτός να είναι, για να του προσφέρεις, σαν δώρημα και σαν χάρισμα, το κρυμμένο βάθος που δεν γνώριζε ότι υπάρχει, που δεν γνώριζε να βιώνει. Σ’ όλα αυτά, πρόλαβε η καρδιά μου να νιώσει την καταλυτική παρουσία Σου μέσα στο φτωχό μου καΐκι, στο ταπεινό σαπιοκάραβο της βιοπάλης μου, που τη χτυπούν γερά οι παφλασμοί των παθών και των αγωνιών μου. Πρόλαβα κι ένιωσα την παρουσία Σου, που είναι γεμάτη αγάπη, που είναι αγάπη, γιατί Εσύ είσαι Αγάπη, γιατί Εσύ είσαι η Αγάπη· μια αγάπη, που δεν έχει τέλος, χορτασιά και κορεσμό. 
     «Θα το ρίξω το δίχτυ», μεγάλε Αλιέα και φιλόβυθε Ιχθύ μου. Θα ακούσω την πράα προτροπή Σου προς την απορημένη και ταραγμένη ψυχή μου («πήγαινε προς τα βαθιά!...»)· τα λόγια, οι παραινέσεις και οι διδαχές κάποτε θα παύσουν και θα έρθει η μεγάλη ώρα του καθενός, η μεγάλη ώρα της εμβίωσης, της πράξης, της πείρας και της εφαρμογής. Τα βάθη της καρδιάς του καθενός θα ζητήσουν να αναμετρηθούν με την πράξη προς την οποία καλούν συνεχώς οι θείοι Σου λόγοι. Και τότε θα φύγουμε μαζί, θα κινήσουμε μαζί και δήθεν χώρια, και θ’ αλαργέψουμε από την όχθη, θα ξεμακρύνουμε από τον πολύβουο κόσμο, από τις ανθρώπινες συντυχίες, από τα βλέμματα που γυαλίζουν προσδοκία, από τις περιέργειες και τα πάθη, από τους ψίθυρους, τις ακοές, από τις ομιλίες –ακόμη και από τις πιο ωφέλιμες απ’ αυτές– και θα τραβήξουμε για το βάθος της λίμνης του κόσμου, για το βάθος της λίμνης του απύθμενου είναι, για το βάθος του βάθους της καρδιάς, της «βαθείας καρδίας». 
     Και τελικά «θα το ρίξω το δίχτυ», Κύριε. Θα ρίξω εμένα. Θα ρίξω και θα ριχτώ για Σένα. Επειδή ήρθες και δεν πρόσταξες τίποτα κι εγώ συγκινήθηκα χωρίς σταματημό. Επειδή το είπες κι έβρεξε ο Ουρανός στοργή και οικτιρμούς. Επειδή το θέλεις και ξεχύθηκε απ’ τα σπλάχνα Σου παντού η ευδοκία Σου. Γιατί αυτό που Εσύ είπες και αυτό που Εσύ θέλεις από μένα είναι η γλυκιά και η ειρηνική σαγήνη Σου φυτεμένη μέσα μου, στα έγκατα που πάσχουν από την έλλειψη και την καραδοκία Σου, από φίλτρα μυστικά και ασίγαστα.
     «Θα το ρίξω το δίχτυ», για ν’ αφεθεί κατόπιν αυτό στην απέραντη σιωπή του βυθού, στην αφάνεια και την ησυχία. Για ν’ αγκαλιάσει όσο γίνεται πιο πολλά και πιο καλά ψάρια. Αυτά, τα πολλά και αμέτρητα ψάρια, που μοιάζουν σαν τις θεϊκές αρετές Σου, σαν τις θεανδρικές Σου χάριτες. Κάθε ένα από αυτά, Εσύ. Και όλα αυτά, πάλι Εσύ. Σιωπηλά, ήσυχα, αμίλητα, άηχα, άμαχα, ταπεινά. Που αρέσκονται να υπάρχουν και να πλέουν στο βάθος και στα βάθη των νοημάτων, των σκοπών, των εννοιών, των διαθέσεων και των πράξεων. 
     «Θα το ρίξω το δίχτυ», που μου εμπνέει δυναμικά η Αγάπη Σου, Χριστέ. Κάνε μόνο ετούτο το δίχτυ να είναι δίχτυ που να έχει βαθύστοργη άπλα, ν’ απλώνεται παντού και να μη στέλνει βία και αρπαγή, ταραχή και μένος, πονηρία και δόλο, αλλά, μαζί με τα κύματα της Χάρης Σου, να προωθεί θωπευτικό το αγκάλιασμα της αγάπης, παντού και σε όλους. 
     Κάνε μόνο να είναι γερό και κραταιό, τούτο το δίχτυ· να βαστάζει αγόγγυστα τα βάρη που κουβαλάει για χάρη Σου και από τη Χάρη Σου. Κάνε να είναι δίχτυ κατά πάντα ανθεκτικό, φτιαγμένο με τα σχοινιά της υπομονής και με τους κόμπους της προσευχής, που Εσύ εμπνέεις και προσφέρεις στις ψυχές των ανθρώπων, που Σε αγαπούν και Σε λατρεύουν με τη Χάρη Σου. 
     «Θα το ρίξω το δίχτυ, Διδάσκαλε», ώστε με την αγία υπακοή στο δικό Σου λόγο, που είναι λόγος πρωτόφαντης ζωής, αναγέννησης και ανακαίνισης, να μπορέσω να φτιάξω το χαλασμένο και παιδεμένο μου είναι. Το είναι που, μια ζωή, φορτώθηκε τόσους άκαρπους κι απρόσφορους κόπους· που ξανοίχτηκε ασύνετα σε άχρηστους και μάταιους μόχθους, που δεν του έφεραν ποτέ χάρη και χαρά, που λύγισε μέσα σε ατέρμονες, μακρές και σιωπηλές νύχτες, που κουράστηκε να γυροφέρνει άσκοπα στις αδειανές λίμνες του κόσμου, στην «υγρή και διαλυμένη ζωή» (Ιερός Χρυσόστομος) αυτού του ψεύτη και κάλπικου ντουνιά. 
     «Θα το ρίξω το δίχτυ», λοιπόν· 
και η αγάπη Σου ό,τι θέλει ας φτιάξει μέσα μου…
     
π. Δαμιανός







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου