Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Ο ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΙΩΣΗΦ


Ο ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΙΩΣΗΦ
Ο ΚΗΔΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


     Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου εορτάζουμε τη μνήμη του αγίου Ιωσήφ, του από Αριμαθαίας, μυστικού μαθητού του Κυρίου και κηδευτού του πανάχραντου Του σώματος.
     Ο ευγενής και ευσεβής Ιωσήφ καταγόταν από την Αριμαθαία (ίσως η Ραμά – Ραματαγίμ, πατρίδα του προφήτη Σαμουήλ) και ήταν μέλος του Συνεδρίου του ιερέων και πρεσβυτέρων του λαού Ισραήλ, παράλληλα όμως και μαθητής κρυφός του Ιησού Χριστού.
     Αφού έλαβε την άδεια από τον Πιλάτο, αποκαθήλωσε το σώμα του Κυρίου από τον Σταυρό και το ενταφίασε, με τη βοήθεια του Νικοδήμου, σε μνημείο καινούργιο, που είχε παραγγείλει να λαξεύσουν σε έναν βράχο, όχι μακριά από εκεί (Ματθ. 27, 57).
     Σύμφωνα με το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου («Πράξεις Πιλάτου»), λέγεται πως μετέπειτα συνελήφθη από τους Εβραίους και φυλακίσθηκε και ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε σ’ αυτόν για να τον οδηγήσει εναργέστερα προς την πίστη της Αναστάσεως.


     Όταν ελευθερώθηκε, κήρυξε στον κόσμο το Ευαγγέλιο, φθάνοντας ακόμη μέχρι τη Δύση. Αποβιβαζόμενος στη Μασσαλία με τον άγιο Λάζαρο [17 Οκτ.], τη Μάρθα και την Μαρία (τις δύο αδελφές του Λαζάρου) [4 Ιουν.], φέρεται να συνεχίζει την αποστολή του στη Γαλατία και να φθάνει ακόμη και στην Αγγλία.
     Με βάση την παράδοση αυτή, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τον Μεσαίωνα «ο κύκλος του Αγίου Δισκοπότηρου» («Γκράαλ»), του ποτηρίου που, αφού χρησίμευσε στον Χριστό κατά τον Μυστικό Δείπνο, φέρεται να συγκέντρωσε το αίμα του Εσταυρωμένου και να μεταφέρθηκε από τον άγιο Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας στην Αγγλία. Μια άλλη παράδοση τον θέλει ιδρυτή της Εκκλησίας της Λύδδας.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
Τῇ ΛΑ΄ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὁ κηδευτὴς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

     —Στίχοι εἰς τὸν ἅγιον Ἰωσήφ.
     Κήδευσιν εὑρὼν νεκρικὴν κρύπτῃ τάφῳ,
     Κηδευτά, Νεκροῦ τοῦ κενώσαντος τάφους.

     Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β΄. 
εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.


[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος), σελ. 345–346.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ


     Ο μακάριος Ευδόκιμος έζησε κατά τους χρόνους του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (829-842). Οι γονείς του, Βασίλειος και Ευδοκία, ήσαν πατρίκιοι και κατάγονταν από την Καππαδοκία. Η αρχοντιά της κοινωνικής τάξης τους συνδυαζόταν με την ακλόνητη προσήλωση στην Ορθόδοξη Πίστη και διάπυρη ευσέβεια, την οποία και μετέδωσαν στον γιο τους. Αφού έλαβε επιμελημένη μόρφωση, ο Ευδόκιμος τιμήθηκε από τον αυτοκράτορα με το αξίωμα του κανδιδάτου και ορίστηκε στρατοπεδάρχης, δηλαδή στρατιωτικός διοικητής, της Καππαδοκίας και κατόπιν όλης της Αυτοκρατορίας. Αντί όμως να χρησιμοποιήσει τα προνόμια αυτά προς δική του ευμάρεια και δόξα, τα έκανε όργανα αρετής και, εν μέσω της τύρβης του κόσμου, έλαμπε ωσάν κρίνος ανάμεσα σε αγκάθια και ωσάν χρυσός σε κάμινο.

     Διατηρώντας, όχι μόνο τη βαθειά αγνεία του σώματος, αλλά και την εσωτερική καθαρότητα των λογισμών, δεν επέτρεψε ποτέ να σταθεί και να μετεωρισθεί το βλέμμα του πάνω στο απατηλό γυναικείο κάλλος του φθαρτού σώματος και απέκτησε με αυτόν τον τρόπο την αναγκαία καθαρότητα ώστε να παρουσιάζεται άρρυπος ενώπιον του Θεού. Στην αγνεία αυτή πρόσθεσε τους πλούσιους καρπούς της αγάπης και της ευσπλαχνίας του απέναντι στους πτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά, ώστε κατέστη αληθινό σκεύος εκλογής της θείας Χάριτος και ζώσα εικόνα της αρετής. Αξεπέραστος στην αγάπη του για τον πλησίον, αποστρεφόταν την καταλαλιά και, όχι μόνο απείχε από το να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση για τον άλλο, αλλά έβρισκε πάντα τον τρόπο να εμποδίσει ή να αποτρέψει τους άλλους να πουν λόγια που θα μπορούσαν να πληγώσουν τον πλησίον. Έλεγε, μάλιστα, ότι ο καθένας θα έπρεπε ν’ ακούει μάλλον παρά να ομιλεί και το αποδείκνυε εφαρμόζοντας στην πράξη δίχως πολλά λόγια όλες τις εντολές του Θεού.


     Σε ηλικία τριάντα ετών προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια και, αφού προετοιμάσθηκε και αποχαιρέτησε τους κοντινούς ανθρώπους του, έστρεψε την προσευχή του προς τον Κύριο ζητώντας από Αυτόν να μη δοξασθεί μετά τον θάνατό του. Παρά την επιθυμία του αυτή, καθώς ο λύχνος δεν μπορούσε να μείνει κρυμμένος υπό το μόδιον (πρβλ. Ματθ. 5, 14-19), μόλις κατατέθηκε η σωρός στον τάφο, ένας δαιμονισμένος ελευθερώθηκε και ένα παραλυτικό παιδί στάθηκε στα πόδια του στερεωμένο. Τα θαύματα πολλαπλασιάσθηκαν στον τάφο του, αλλά και με το χώμα του τάφου, που έστελναν σε αρρώστους για να τρίψουν με αυτό το πονεμένα μέρη. Δεκαοκτώ μήνες μετά τη μακαρία κοίμησή του, κατόπιν αιτήματος της μητέρας του, ανοίχθηκε ο τάφος του Ευδοκίμου και το σώμα του βρέθηκε απολύτως άφθαρτο αναδίδοντας εξαίσια ευωδία. Κατόπιν το τίμιο αυτό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό της Θεοτόκου, τον οποίο είχαν κτίσει οι γονείς του αγίου. Η ανακομιδή των λειψάνων του μνημονεύεται στις 6 Ιουλίου.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
Τῇ ΛΑ΄ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Εὐδοκίμου.
   Στιχ. Τὸν θεῖον Εὐδόκιμον, ᾧ βίος γέλως,
            Τὸ Θεῖον εὐδόκησεν ἐκστῆναι βίου.
            Δέχνυται Εὐδόκιμον πρώτῃ τάφος ἐν τριακοστῇ.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
κ γῆς ὁ καλέσας σε, πρὸς οὐρανίους σκηνάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον, ἀδιαλώβητον, τὸ σῶμά σου Ἅγιε· σὺ γὰρ ἐν σωφροσύνῃ, καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ, μάκαρ ἐπολιτεύσω, μὴ μολύνας τὴν σάρκα. Διὸ ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
σεπτή σου σήμερον, ἡμᾶς συνήθροισε μνήμη, ἐν τῇ θείᾳ λάρνακι, τῶν ἱερῶν σου λειψάνων· πάντες οὖν, οἱ προσιόντες καὶ προσκυνοῦντες, ἅπασαν, δαιμόνων βλάβην ἀποσοβοῦνται, καὶ ποικίλων νοσημάτων, λυτροῦνται τάχος μάκαρ Εὐδόκιμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Εὐδόκιμος πέφηνας τῷ Θεῷ, ἐν δικαιοσύνῃ, τὸν σὸν βίον διαδραμών· ὃ λαθὼν γὰρ ἔσχες, ἐγνώσθη μετὰ τέλος, Εὐδόκιμε θεόφρον, πρὸς θείαν αἴνεσιν.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος), σελ. 344–345.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

ΛΑΣΠΩΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


ΛΑΣΠΩΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


«Όσο πιο λασπωμένος είναι ο άνθρωπος,
τόσο περισσότερο νοσταλγεί την καθαρότητα».

Νικόλαος Σελέντης
Επίσκοπος Χαλκίδος
(1931–1975)







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΡΙΣΑΓΙΟ


ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΡΙΣΑΓΙΟ


     Είπαν πρόσφατα σ’ έναν συνάδελφό μου ιερέα, τον οποίον τον είχαν φωνάξει στα μνήματα της ενορίας του να τους διαβάσει ένα Τρισάγιο και ο οποίος εν τω μεταξύ αγαπούσε με την καρδιά του να μνημονεύει σε κάθε θεία Λειτουργία πολλά ονόματα κεκοιμημένων αδελφών:
     –Πάτερ, πάντως να ξέρετε ότι κάνετε πολύ ωραίο Τρισάγιο.
      Κι εκείνος, ο ευλογημένος, μου είπαν ότι τους απάντησε ως εξής:
     –Είναι που είμαι κι εγώ νοερά θαμμένος μέσα στον τάφο, περιμένοντας μαζί με τον κεκοιμημένο αδελφό μου λίγο ν’ «αναστηθώ» και να εισπράξω μέσα μου ένα ρεύμα θείας ζωής και δύναμης, μέσα από τα λόγια των ευχών της μικρής αλλά τόσο ωφέλιμης ακολουθίας του Τρισαγίου. Αν για λίγο μπούμε στη θέση των κεκοιμημένων μας, όχι μόνο τα όποια Τρισάγια, αλλά όλα τα πράγματα στη ζωή μας θα τα κάναμε «πολύ ωραία»!...


     Έμαθα πάλι ότι τον ρώτησαν κάποτε:
     –Μα, είναι ανάγκη να μνημονεύετε τόσα ονόματα στην Προσκομιδή;
     Κι εκείνος απάντησε:
     –Κάποτε, αργά ή γρήγορα, εγώ κι εσύ, θα έρθει η ώρα που θα φύγουμε απ’ αυτή τη ζωή, απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Και, μετά, θέλουμε-δε θέλουμε, μας αρέσει-δεν μας αρέσει, θα «γίνουμε» όλο κι όλο «ένα όνομα» σ’ ένα άψυχο, μικρό και τσαλακωμένο χαρτί. Είναι όμως απερίγραπτο αλλά και αβάσταχτο το πόσο θα θέλαμε, από «εκεί» που θα βρισκόμαστε, να βρεθεί ένας ιερέας του Υψίστου, ένας λειτουργός της Ορθοδόξου Εκκλησίας για να μας θυμηθεί και να μας μνημονεύσει, τουλάχιστον για μια φορά στην επίγεια και ιερατική ζωή του.
     Και του απάντησαν, έντονα προβληματισμένοι με τη θέση που μόλις εξέφρασε:
     –Έτσι όπως τα λέτε, έχετε δίκιο Πάτερ!...

π. Δαμιανός








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Ο ΕΝ ΓΑΓΓΡΑ


ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ,
Ο ΕΝ ΓΑΓΓΡΑ


     Ο άγιος μάρτυς του Χριστού Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Άνθρωπος γενναιόδωρος με βαθειά ριζωμένη την πίστη στην καρδιά του από τότε ακόμα που ήταν παιδί, διέτρεχε περιοχές και χωριά για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, φέρνοντας πολλές ψυχές στην οδό της Σωτηρίας. Φθάνοντας στην Άγκυρα της Γαλατίας άρχισε το κήρυγμά του, παροτρύνοντας τους εθνικούς να αποστραφούν τη λατρεία των μάταιων και άψυχων ειδώλων για να φθάσουν στην αληθινή γνώση του Θεού, του Ποιητού των πάντων. Οι επιτυχίες του κίνησαν το μίσος ορισμένων ειδωλολατρών, οι οποίοι τον κατήγγειλαν στον διοικητή Σακερδώτα. Ο άγιος Καλλίνικος προσήχθη ενώπιόν του και ομολόγησε ότι ήταν δούλος του ζώντος Θεού και δήλωσε ότι κήρυττε τη διδασκαλία του Χριστού ώστε να σώσει κι άλλους ανθρώπους από την άγνοια με την ελπίδα να κερδίσει έτσι την αιώνια ζωή, κατά την επαγγελία της Γραφής (βλ. Ιακ. 5, 20). Κάλεσε μάλιστα τον διοικητή να απαρνηθεί κι αυτός την ειδωλολατρία. Έξαλλος ο Σακερδώς τον παρέδωσε στα βασανιστήρια. Ενώ τον μαστίγωναν με βούνευρα, ο Καλλίνικος είχε στραμμένους τους οφθαλμούς της ψυχής του προς τον Κύριο, ευχαριστώντας Τον που του επέτρεψε να υποφέρει για την αγάπη Του. Εν συνεχεία, ενώ του ξέσχιζαν τις σάρκες με σιδερένια άγκιστρα, εκείνος ενέπαιζε τους δημίους που ήταν ανίκανοι να τα βγάλουν πέρα με έναν γυμνό και άοπλο άνθρωπο. Ο Σακερδώς πρόσταξε τότε τους ανθρώπους του να του φορέσουν σιδερένια σανδάλια με καρφιά και κοφτερές λάμες και να τον σύρουν πίσω από τα άλογά τους μέχρι τη Γάγγρα της Παφλαγονίας, για να παραδοθεί εκεί στην πυρά. Ας σημειωθεί δε, ότι ο δρόμος μεταξύ Άγκυρας και Γάγγρας με τις λοξοδρομήσεις του αντιστοιχούσε σε 120 χλμ. περίπου.

     Με τη στήριξη της θείας Χάριτος του Θεού, ο άγιος διέτρεξε το περισσότερο διάστημα της απόστασης (γύρω στα 100 χλμ.) κάτω από ανυπόφορη ζέστη, εύχαρις και προπορευόμενος σχεδόν της συνοδείας του. Φθάνοντας σε τόπο ονομαζόμενο «Μάτρικα», οι στρατιώτες, εξαντλημένοι από τη δίψα και ανήμποροι να συνεχίσουν, έπεσαν στα πόδια του και τον ικέτευαν να κάνει κάτι. Ο Καλλίνικος προσευχήθηκε και αμέσως ανέβλυσε από έναν βράχο πηγή, όπως άλλοτε για τους Εβραίους στην έρημο της Αιγύπτου, η οποία έκτοτε έλαβε την ονομασία «Πηγή του Μάρτυρος Καλλινίκου».


     Φθάνοντας τελικά στη Γάγγρα, οι στρατιώτες δίσταζαν από ευγνωμοσύνη να εκτελέσουν τις εντολές του τυράννου και χρειάστηκε ο ίδιος ο άγιος Καλλίνικος, που ανυπομονούσε να συναντήσει τον Κύριο, να τους ενθαρρύνει να στήσουν την πυρά. Ερρίφθη στις φλόγες δοξάζοντας τον Θεό. Τα τίμια λείψανά του χορηγούσαν στα μετέπειτα χρόνια την ευλογία και βοήθεια του Θεού στους χριστιανούς της περιοχής. Κοντά στα λείψανα του αγίου Καλλινίκου, στη βασιλική που του αφιερώθηκε, ενταφιάσθηκε το 516 ο άγιος πατριάρχης Μακεδόνιος Β΄ [25 Απρ.], που είχε εκτοπιστεί στη Γάγγρα εξαιτίας της προσήλωσής του στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
       Τῇ ΚΘ΄ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Καλλινίκου.
Στιχ. Βληθεὶς ὁ Καλλίνικος ἐν τῇ καμίνῳ,
         Τὸ νικοκαλλὲς εὗρε καὶ θεῖον στέφος.
         Εἰκάδῃ ἀμφενάτῃ φλὸξ Καλλίνικον κατέδαψε.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Κλῆσιν σύνδρομον, ἔχων τῷ βίῳ, νῖκος κάλλιστον, ἦρας ἐν ἄθλοις, καταλλήλως γεγονὼς ὃ προκέκλησαι· σὺ γὰρ καλῶς τὸν ἀγῶνα τελέσας σου, ὡς νικητὴς ἐδοξάσθης Καλλίνικε. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ταῖς ἐπομβρίαις τῶν ἐνθέων σου λόγων, τῆς ἀσεβείας κατασβέσας τὴν φλόγα, μαρτυρικοῖς διέλαμψας ἀγῶσι σοφέ· ὅθεν καὶ εἰσέδραμες, τῇ καμίνῳ προθύμως, ἐκβοῶν Καλλίνικε, τῷ ἰσχύν σοι διδόντι· Ἐν τῷ φωτί με ἴθυνον τῷ σῷ, τὸν ἐν πυρί σε, Χριστὲ μεγαλύναντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
νθραξι τῶν λόγων σου τῶν σοφῶν, ὕλην ἀσεβείας, καταφλέξας ἀθλητικῶς, ὡς τερπνὴ θυσία, διὰ πυρὸς προσήχθης, Καλλίνικε παμμάκαρ, τῷ ἀθλοθέτῃ σου.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος), σελ. 329–330.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2020

ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΗΝΟΣ


ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΗΝΟΣ


     Ο όσιος πατήρ ημών Παύλος ήταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβή (811-813) [1] και της αξιοθαύμαστης Προκοπίας, θυγατέρας του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄. Στο άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Προκόπιος. Μετά την εκθρόνιση του Μιχαήλ Α΄, ο σφετεριστής Λέων ο Αρμένιος (813-820) διέταξε να ευνουχιστεί ο Παύλος, ο οποίος νεαρός ακόμη άρχισε να καταγίνεται στη μελέτη των αγίων Γραφών και στη σύνθεση ιερών ύμνων και απέκτησε τόση φήμη για τις γνώσεις του, ώστε έλαβε την προσωνυμία «ύπατος των φιλοσόφων». Κρυφά ωστόσο έτρεφε τον πόθο να εγκαταλείψει τις απολαύσεις του κόσμου, τα πλούτη και τη δόξα, για να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι άγιοι Πατέρες. Αφού πήρε τέλος την απόφαση, άλλαξε τα πλούσια ενδύματά του με εκείνα ενός ζητιάνου και αναχώρησε κρυφά από την ένδοξη Βασιλεύουσα για να τρέξει σαν διψασμένο ελάφι στο Άγιον Όρος του Άθω. Εγκαταστάθηκε κοντά στη Μονή, τη λεγομένη σήμερα «Ξηροποτάμου», που είχε ιδρυθεί παλαιότερα από την αυτοκράτειρα Πουλχερία [10 Σεπτ.], αλλά είχε καταστραφεί σε μία επιδρομή Σαρακηνών. Έκτισε εκεί ένα μικρό κελλί, στο οποίο περνούσε τις ημέρες και τις νύκτες του προσευχόμενος αδιάλειπτα. Στα πλησιόχωρα ζούσε ένας ερημίτης, ο Κοσμάς, από τον οποίο έλαβε ο Προκόπιος τη μοναχική κουρά με το όνομα Παύλος. 


     Επιδόθηκε έκτοτε με ανανεωμένο ζήλο σε όλους τους αγώνες της αρετής: νήστευε και προσευχόταν σαν ασώματος άγγελος, στρωμνή είχε το σκληρό χώμα, προσκέφαλο μόνο μια πέτρα και εργόχειρο είχε τη μετάνοια, την αγάπη απέναντι σε όλους και τη βαθειά ταπεινοφροσύνη. Γρήγορα έγινε γνωστός και αγαπητός στους πατέρες του Άθω. Εν τω μεταξύ, ο συγγενής του, αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός (920-944), τον αναζητούσε παντού και, όταν τον ανακάλυψε, τον πίεσε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη να δει τους δικούς του. Ο φτωχός μοναχός, ντυμένος στα κουρέλια, έγινε δεκτός ως επίγειος άγγελος από τους τρανούς και τους πρίγκιπες. Θεράπευσε τον αυτοκράτορα διά της προσευχής του και διά επιθέσεως των χειρών, και κατόπιν αιτήματος του ηγεμόνα έμεινε για κάποιο διάστημα στη Βασιλεύουσα ως διδάσκαλος των δύο γιων του, χωρίς όμως να αλλάξει διόλου τον Κανόνα του και την πολιτεία που ακολουθούσε στην έρημο. Όταν ο όσιος Παύλος έκρινε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στον Άθω, ο αυτοκράτορας τού έδωσε χρυσό και εργάτες αρκετούς για να ξανακτίσει τη Μονή της Πουλχερίας, ενώ λίγο αργότερα έστειλε τον γιο του Θεοφύλακτο, που ήταν τότε πατριάρχης, για να προβεί στον καθαγιασμό του ναού. Αναχωρώντας ο άνθρωπος του Θεού έλαβε από τον αυτοκράτορα ένα μεγάλο τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, για να κατατεθεί μονίμως στο άγιο Βήμα του Καθολικού [2].


     Επειδή δεν άργησε να συγκεντρωθεί ικανός αριθμός μοναχών στη μονή για να ασκηθούν στην αρετή, ο όσιος Παύλος, επιθυμώντας βίο περισσότερο ησυχαστικό, αποσύρθηκε στις πλαγιές του Άθω, σε τόπο απομονωμένο, που ήταν εξάρτημα της μονής. Αλλά κι εκεί ήλθαν να τον βρουν μαθητές. Κτίσθηκε νέα μονή, αποτραβηγμένη κάπως από την ακτή για να προστατεύεται από τις συχνές επιδρομές των πειρατών, η οποία αφιερώθηκε στον άγιο Γεώργιο [23 Απρ.], αλλά συνηθίζεται σήμερα να φέρει το όνομα του κτίτορά της, «του Οσίου Παύλου» [3].


     Πληροφορηθείς από τον Θεό την ημέρα της τελευτής του, ο όσιος Παύλος συγκέντρωσε τους αδελφούς των δύο μονών και τους παρότρυνε να ακολουθούν πιστά το παράδειγμα και τις διδαχές του, μέχρις αίματος αν χρειαζόταν. Κατόπιν, με δάκρυα στα μάτια, ζήτησε συγχώρεση από όλους, στρώθηκε, ενεδύθη τον μανδύα του και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Το πρόσωπό του έλαμψε τότε σαν ήλιος, ώστε οι παρευρισκόμενοι έπεσαν κατά γης, ανίκανοι να αντέξουν την υπερκόσμια λάμψη του. Αφού ανέπεμψε την προσευχή του αγίου Ιωαννικίου [4 Νοεμ.], που συνήθιζε να επαναλαμβάνει: «Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι» [4], έτεινε τα χέρια και με τους οφθαλμούς στραμμένους στον ουρανό παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Το σκήνωμά του ενταφιάσθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του στη Σιθωνία της Χαλκιδικής, απ’ όπου μεταφέρθηκε θαυματουργικώς στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσε να το τιμά όλος ο λαός.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]  Ακολουθούμε εδώ την αγιορειτική παράδοση που καταθέτει ο άγιος Νικόδημος. Τόσο ο «Βίος» του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου [5 Ιουλ.] όσο και τα αρχειακά έγγραφα μαρτυρούν ωστόσο την παρουσία του Παύλου του Ξηροποταμηνού στα τέλη του 10ου αιώνα. Ήταν ένας από τους επιφανέστερους μοναχούς του Άθω και ανακαλύπτοντας ο ίδιος με τη δύναμη του Πνεύματος που ενοικούσε σε αυτόν την πραγματική ταυτότητα του Αθανασίου κατά τη εορταστική σύναξη των Χριστουγέννων του 958 στον Ναό του «Πρωτάτου», προείπε το λαμπρό μέλλον του και ανήγγειλε ότι θα γινόταν «κεφαλή του Όρους αυτού και όλοι θα υποταχθούν σ’ αυτήν» (βλ. σχετικά το Συναξάρι της 5ης Ιουλίου). Εν συνεχεία (το 970), εμφανίζεται επικεφαλής των μοναχών που αντιτίθεντο στα λαμπρά οικοδομήματα του Αθανασίου και εστάλησαν σε αποστολή στον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, υπέγραψε δε το «Τυπικόν» (το γνωστό και ως «Τράγος») που ρύθμιζε την οργάνωση του Αγίου Όρους. Ίδρυσε τη Μονή Ξηροποτάμου (πριν το 956), που τότε ονομαζόταν «του Αγίου Νικηφόρου», κατόπιν δε αποσύρθηκε σε ένα μετόχι της μονής αυτής, στη σημερινή τοποθεσία της Μονής Αγίου Παύλου, όπου ίδρυσε μονύδριο στο οποίο για λίγο διάστημα διατήρησε το όνομα Ξηροποτάμου και η ηγουμενία του οποίου περιήλθε μετά τον θάνατό του στον μαθητή του Παύλο Β΄ (†1018).
[2]  Το πολύτιμο τίμιο αυτό κειμήλιο, το σημαντικότερο  από άποψη μεγέθους τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου στον κόσμο, που φέρει μάλιστα και ίχνος ενός των Ήλων, εξακολουθεί ακόμη να βρίσκεται και να τιμάται πανεύσημα στη Μονή Ξηροποτάμου.
[3]  Η ιερά πανήγυρις της Μονής ωστόσο παραμένει η εορτή του αγίου Γεωργίου.
[4]  Σύντομη ευχή που λέγεται προς το τέλος του Αποδείπνου ή του Μεσονυκτικού.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
   Τῇ ΚΗ΄ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμηνός, ὁ ἱδρύσας τὰς δύο Μονάς, τὴν τοῦ Ξηροποτάμου καὶ τὴν τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἤτοι τὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὁ ἐν ἔτει ῳκ΄ (820) ἀκμάσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
   Στιχ. Μονὰς ὁ Παῦλος ἱδρύσας κάτω δύο,
            Μονὰς κατοικεῖ τὰς ἄνω μετ’ Ἀγγέλων.
    Εἰκάδη ὀγδοάτῃ Παῦλος, γηθόσυνος ἔνθεν ἤρθη.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Βασιλείου ἀξίας ἀνταλλαξάμενος, τὸν θεΰφαντον τριβώνα τῆς ὁσίας ζωῆς, ὡς ἀστὴρ ἑωθινὸς ἐν Ἄθῳ ἔλαμψας, καὶ ὁδηγεῖς φωτιστικῶς, Μοναζόντων τοὺς χορούς, πρὸς κτῆσιν τὴν τῶν κρειττόνων, Παῦλε Πατέρων ἀκρότης, καὶ πρεσβευτὰ ἡμῶν πρὸς Κύριον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ς ἀνάκτων βλάστημα, Παῦλε θεόφρον, κληρονόμος ἄξιος, καὶ υἱὸς ὤφθης εὐκλεής, τοῦ οὐρανίου Παντάνακτος, δι’ ἰσαγγέλου ζωῆς Πάτερ Ὅσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
φθης βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὡς ἀνάκτων γόνος, κληρονόμος δι’ ἀρετῶν· σὺ γὰρ Πάτερ Παῦλε, ἀγγελικῶς βιώσας, τῆς ὑπὲρ νοῦν εὐκλείας, λαμπρῶς ἠξίωσαι.





[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος), σελ. 322–324.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 2008.
(2) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής ΙΒ μηνών ενιαυτού»,
Τόμ. Γ΄, σελ. 393,
Έκδοση «Δόμος»·
Αθήναι, 20052.
(3) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής»,
Τόμ. Ζ΄, σελ. 572–580·
Αθήναι, Φεβρουάριος 19985.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.