Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονα Μαρτυρολόγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονα Μαρτυρολόγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ


     Ο άγιος Κοσμάς γεννήθηκε, γύρω στα 1714, σ’ ένα μικρό χωριό της Αιτωλίας, το Μέγα Δένδρον (που ήταν και η ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου Ευγενίου [5 Αυγ.]), που υπαγόταν στη Μητρόπολη της Άρτας. Οι γονείς του, απλοί στην καταγωγή και ευλαβείς, τον ανέθρεψαν μέσα στην ατμόσφαιρα του φόβου του Θεού και του μετέδωσαν την αγάπη για τα ιερά Γράμματα. Έτσι, σε ηλικία περίπου είκοσι ετών, ανεβαίνει στο Άγιον Όρος για να σπουδάσει στην Αθωνιάδα Ακαδημία, που είχε προ ολίγου ιδρυθεί ως εξάρτημα της Μονής Βατοπαιδίου και όπου δίδασκε ο περίφημος Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806). Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την ίδρυση αυτής της Σχολής, η οποία μετέδιδε το πνεύμα του Διαφωτισμού μέσα στην ίδια την καρδιά του κάστρου της Ορθοδοξίας, ανάγκασαν σύντομα τον Βούλγαρη και τους άλλους ονομαστούς διδασκάλους να εγκαταλείψουν τον Άθω· έτσι η Αθωνιάδα μοιραία περιέπεσε γρήγορα σε παρακμή (1759). Αυτό όμως στάθηκε για τον νεαρό Κοσμά σημείο της θεϊκής Προνοίας και, αφήνοντας πλέον τις σπουδές, στράφηκε προς τη μοναχική ζωή και εισήλθε στη Μονή του Φιλοθέου. Λίγο μετά τη μοναχική κουρά του, ο ζήλος για τα ασκητικά παλαίσματα και η ευλάβειά του τον κατέστησαν άξιο και της ιερωσύνης και, έτσι, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

     Είχε όμως εκ νεότητος ο μακάριος Κοσμάς μεγάλο πόθο να μεταδίδει γύρω του τον Λόγο του Θεού, σε σημείο που έλεγε ότι η έγνοια για τη Σωτηρία των αδελφών του τον κατέτρωγε, όπως το σαράκι το ξύλο (Κατήχησις Α΄, 5-6). Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς για τον σκλαβωμένο λαό των Ελλήνων, όπου και η άγνοια και αυτών ακόμη των στοιχείων της Πίστεως και η έλλειψη χριστιανικής παιδείας επέφερε τη μεγάλη αδιαφορία, την αμέλεια και την έκπτωση των ηθών, το κήρυγμα του Ευαγγελίου επιβαλλόταν ως το πλέον επείγον καθήκον. Εναρμονισμένος όμως με τη διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ο Κοσμάς δεν ήθελε να ακολουθήσει την αποστολική ζωή από δικό του θέλημα. Διψώντας να πληροφορηθεί εάν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, άνοιξε μία ημέρα την Αγία Γραφή στην τύχη και έπεσε πάνω στον εξής λόγο του Αποστόλου: «Δεν πρέπει κανείς να επιδιώκει να κάνει ό,τι βολεύει τον ίδιο, αλλά ο καθένας ας στοχεύει να πραγματοποιεί ό,τι βοηθάει τον άλλον» (Α΄ Κορ. 10, 24). Φωτισμένος λοιπόν από τον Λόγο του Θεού και, αφού συμβουλεύτηκε διάφορους πνευματικούς Πατέρες του Αγίου Όρους, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει την άδεια του πατριάρχη Σεραφείμ Β΄ (1757-1761), όπως επίσης και κάποια μαθήματα ρητορικής από τον αδελφό του, Χρύσανθο τον Αιτωλό (1712-1785), διευθυντή αργότερα της Πατριαρχικής Ακαδημίας και κατόπιν του Σχολείου της Νάξου.

     Ο νέος απόστολος άρχισε το κηρυγματικό έργο του στις εκκλησίες της περιοχής Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν αναχώρησε προς τις περιοχές της δυτικής Ελλάδος (Ναύπακτο, Βραχώρι, Μεσολόγγι), από εκεί πέρασε στη Θεσσαλία και επέστρεψε στην Πόλη. Αφού αποσύρθηκε για κάποιο διάστημα στον Άθω, έλαβε από τον πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄ (1774-1780) την ευλογία να κηρύξει στις Κυκλάδες, με σκοπό να παρηγορήσει τον εντόπιο πληθυσμό. Οι Κυκλαδίτες είχαν τότε αποθαρρυνθεί λόγω της αποτυχημένης εξέγερσης, στην οποία τους είχε υποκινήσει η Ρωσία (1775). Από εκεί επέστρεψε πάλι και αποσύρθηκε στις Μονές του Άθω, συμπληρώνοντας έτσι δεκαεπτά χρόνια παραμονής και ασκήσεως στο Άγιον Όρος. Αλλά η καρδιά του, φλεγόμενη από αγάπη προς τους εν Χριστώ αδελφούς, δεν τον άφηνε να μείνει περισσότερο εκεί. Αναχώρησε πάλι για τη Θεσσαλονίκη, έμεινε για λίγο στη Βέροια και περιόδευσε ολόκληρη τη Μακεδονία, συγκεντρώνοντας μεγάλα πλήθη πιστών που τον άκουγαν με προσοχή και κατάνυξη.

     Από την Κεφαλλονιά πέρασε στη Ζάκυνθο, κατόπιν στην Κέρκυρα κι από εκεί στην Ήπειρο –όπου οι χριστιανοί βρίσκονταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση– για να τους στερεώσει στην Ορθόδοξη Πίστη και να ανακόψει τις βίαιες μεταστροφές στο Ισλάμ. Στηριζόμενος από τη Χάρη του Θεού, ο άγιος Κοσμάς επιτέλεσε θαύματα στα μέρη εκείνα, που μέχρι τις ημέρες μας παραμένουν διαθρυλούμενα και διαποτισμένα με τη χάρη των κηρυγμάτων του, και πέτυχε με τις επίμονες πατρικές παραινέσεις του να ανορθώσει το καταρρακωμένο φρόνημα των χριστιανών.


     Ο λόγος του ήταν απλός και προσιτός σε όλους, χρησιμοποιώντας εικόνες και εκφράσεις δανεισμένες από την καθημερινή ζωή· αλλά ταυτόχρονα ξεχείλιζε από τη γλυκύτητα, την ειρήνη και τη χαρά, που μόνον το Άγιον Πνεύμα μπορεί να χαρίζει. Είχε τη χαρισματική ιδιότητα να διεισδύει άμεσα στη ψυχή των ακροατών και να γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό, ως έκφραση του θείου θελήματος. Καθώς κανένας ναός δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει τα πλήθη που συνωστίζονταν γύρω από τον νέο απόστολο, κήρυττε στο ύπαιθρο, ανεβασμένος σ’ ένα φορητό βάθρο, πάντοτε δίπλα σ’ έναν μεγάλο Σταυρό που έμπηγε στη γη, και ο οποίος γινόταν, μετά την αναχώρησή του, πηγή ιαμάτων, επιστηριγμός και παρηγορία για τους ανθρώπους με πάθη σωματικά και πνευματικά. Δίδασκε τους χριστιανούς να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού και να τηρούν απαρέγκλιτα την αργία της Κυριακής, της Ημέρας του Κυρίου, αφήνοντας κατά μέρος τις ασχολίες τους, για να εκκλησιάζονται, να κοινωνούν και να ακούν τον Λόγο του Θεού. Απ’ όπου περνούσε, ίδρυε σχολεία –καθήκον που το θεωρούσε θεμελιώδες– όπου διδάσκονταν δωρεάν τα ελληνικά και τα ιερά Γράμματα. Όπως μαρτυρεί ο ίδιος σε μία επιστολή στον αδελφό του, γραμμένη λίγους μήνες πριν τον μαρτυρικό του θάνατο, είχε ιδρύσει 200 δημοτικά σχολεία και δέκα σχολεία όπου διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα. Έπειθε τους πλουσίους να αφιερώνουν το περίσσευμά τους σε ελεημοσύνες, στη διανομή θρησκευτικών βιβλίων, σταυρών και κομβοσχοινίων, και τους παρότρυνε ακόμη να προσφέρουν στις εκκλησίες κολυμβήθρες για το Βάπτισμα των νηπίων.

     Ένα σμήνος δύο ή τριών χιλιάδων πιστών τον ακολουθούσε παντού· θα έλεγε κανείς, ένας αληθινός στρατός του Χριστού όργωνε ολόκληρη την Αλβανία πίσω από τον άγιο, που τον έβλεπαν μέσα στις κακουχίες τους σαν άλλον Ενώχ ή προφήτη Ηλία, απεσταλμένον για να αναγγείλει την αυγή μιας νέας εποχής. Προτού αρχίσει το κήρυγμά του, τελούσε τον Εσπερινό ή Παράκληση στην Παναγία, και μετά, έχοντας πια μιλήσει ο ίδιος, άφηνε στους περίπου πενήντα ιερείς της συνοδείας του τη φροντίδα να συνεχίσουν το έργο του με την εξομολόγηση, την τέλεση του Ευχελαίου, τη θεία Κοινωνία και την επίσκεψη στον καθέναν προσωπικά.

     Παρά το γεγονός ότι η διδασκαλία του αγίου δεν είχε κανέναν τόνο πολεμικό, αλλά περιοριζόταν στη διδαχή των ευαγγελικών αρετών, κι ενώ ο πασάς των Ιωαννίνων τον είχε αποδεχθεί, δείχνοντάς του σημεία μεγάλης εκτίμησης, ορισμένοι Εβραίοι, κινούμενοι από φθόνο και εξοργισμένοι διότι ο άγιος είχε μεταθέσει το παζάρι της Κυριακής στο Σάββατο, έπεισαν τον πασά να βάλει τέρμα στη ζωή του.

     Ο Κοσμάς συνήθιζε, φθάνοντας σ’ έναν τόπο όπου ήθελε να κηρύξει, να πηγαίνει προηγουμένως ο ίδιος για να ζητήσει την ευλογία του τοπικού επισκόπου, και κατόπιν να στέλνει μερικούς μαθητές του να ζητήσουν και την άδεια των τουρκικών πολιτικών αρχών. Φθάνοντας μία ημέρα κοντά σ’ ένα χωριό της Αλβανίας λεγόμενο Κολικόντασι, έμαθε ότι ο Κουρτ πασάς που διαφέντευε την περιοχή έμενε κάπου εκεί κοντά, στο Βεράτι. Παρά τις φρόνιμες συμβουλές του περιβάλλοντός του, ο άγιος αποφάσισε να πάει αυτοπροσώπως στον αγά του τόπου, για να ζητήσει άδεια κηρύγματος· εκείνος όμως του ανακοίνωσε ότι είχε ήδη λάβει την εντολή να τον στείλει στον Κουρτ πασά. Από τα λόγια αυτό ο άγιος Κοσμάς κατάλαβε ότι έφτασε γι’ αυτόν η ευκαιρία να επιστέψει το έργο του με το μαρτύριο, και ευχαρίστησε τον Κύριο που τον έκρινε άξιο μιας τέτοιας τιμής.

     Την επόμενη ημέρα, 24 Αυγούστου 1779, επτά στρατιώτες τον συνόδευσαν, με πρόσχημα να τον οδηγήσουν στον πασά· αλλά μετά από πορεία δύο ωρών, σταμάτησαν κοντά στον Πάσο ποταμό και του φανέρωσαν ότι η απόφαση της εκτέλεσής του είχε ληφθεί προ πολλού. Γεμάτος χαρά και αναπέμποντας ευχαριστίες στον Θεό, ο άγιος ευλόγησε με το σημείο του Σταυρού τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και προσευχήθηκε υπέρ της σωτηρίας πάντων των χριστιανών. Αρνήθηκε να του δέσουν τα χέρια, ώστε να τα κρατάει σταυρωμένα. Χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, τον απαγχόνισαν σ’ ένα δέντρο και παρέδωσε ενδόξως τη ψυχή στον Θεό. Ήταν στην ηλικία των εξήντα πέντε ετών.


     Οι δήμιοι έριξαν το σώμα του αγίου στο ποτάμι. Ενώ οι χριστιανοί που έσπευσαν να το περιμαζέψουν με τα δίχτυα τους έμειναν άπρακτοι· τρεις ημέρες αργότερα, ένας ιερέας ονόματι Μάρκος, οπλισμένος με την προσευχή, ανακάλυψε το πάντιμο λείψανο να επιπλέει στα νερά, όρθιο, ωσάν ο άγιος να ήταν ακόμη ζωντανός. Το μάζεψαν από το ποτάμι και, αφού το έντυσαν με τα μοναχικά του ενδύματα, το έθαψαν με τιμές. Πλήθος θαυμάτων επιτελέστηκαν στη συνέχεια πάνω στον τάφο του και με τη χάρη των λειψάνων του. Το 1813, ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, στον οποίο ο άγιος Κοσμάς είχε προφητεύσει το λαμπρό μέλλον του, έκτισε εκκλησία και μοναστήρι κοντά στον τάφο του και πρόσφερε την κάρα του, μέσα σε αργυρή λειψανοθήκη, στη χριστιανή γυναίκα του την περιβόητη Βασιλική.

     Ο άγιος Κοσμάς, του οποίου το κήρυγμα συνέβαλε με τρόπο αποφασιστικό στην αφύπνιση της Πίστεως και εθνικής συνειδήσεως του Ελληνικού λαού, τιμήθηκε αμέσως από τον λαό ως νέος απόστολος και «πρίγκηψ των νεομαρτύρων». Ωστόσο, η τιμή του άργησε να αναγνωρισθεί επίσημα –μόλις το 1961– από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

     Τα δε ιερά λείψανα του αγίου, αφού διέφυγαν το σαρωτικό κύμα της αθεΐας στην Αλβανία, αποκαλύφθηκαν στον ναό της εγκαταλελειμμένης μονής. Κλάπηκαν το 1995 και εξαγοράστηκαν από την Εκκλησία της Αλβανίας, το 1998. Έκτοτε, αποτελούν αντικείμενο ευλαβούς προσκυνήματος των Ορθοδόξων και σύμβολο της αναστάσεως της Πίστεως στη χώρα αυτή.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος),
σελ. 257–261.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ


     Συγκλονιστική και συνάμα συγκινητική η ιστορία του νεομάρτυρα Ευγένιου Ροντιόνωφ, ο οποίος επέλεξε να μαρτυρήσει παρά να αφαιρέσει τον Σταυρό απ’ το λαιμό του. Ήταν 19 χρονών. Φοιτητής του πρώτου ή δεύτερου έτους με τα σημερινά δεδομένα. Κι όμως, έδειξε τέτοια ανδρεία και θάρρος, που η κάθε ψυχή, ιδιαίτερα η νεανική, θαυμάζει και υποκλίνεται.


     Στις 23 Μαΐου του έτους 1977, στο χωριό Κουρίλοβο, κοντά στη Μόσχα της Ρωσίας, άνοιξε τα μάτια του για πρώτη φορά ο μικρός Ευγένιος. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε όταν ήταν μικρός. Η γιαγιά του πήρε τον Ευγένιο όταν ήταν 12 χρονών και τον πήγε στην εκκλησία. Εκεί εξομολογήθηκε και μετάλαβε για πρώτη φορά. Πώς να ένιωσε άραγε; Κατά την εξομολόγηση ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δεν φορούσε Σταυρό κι έτσι του φόρεσε έναν, τον οποίον ο Ευγένιος από εκείνη τη στιγμή δε θα έβγαζε ποτέ από πάνω του. Η μητέρα του, που ονομάζεται Λιουμπόβ (στα ρωσικά το όνομα αυτό σημαίνει «Αγάπη»), όταν είδε τον Σταυρό, τον συμβούλευσε να τον βγάλει, γιατί, όπως είπε, θα τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε κι ούτε όμως την υπάκουσε.

     Σαν τελείωσε τις σπουδές του, άρχισε να εργάζεται ως επιπλοποιός. Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στο στρατό και στις 13 Ιανουαρίου του 1996, μετά τη βασική του εκπαίδευση, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας – Ηγκουερίνας. Ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, καθώς εκτελούσε στρατιωτική υπηρεσία μαζί με άλλους τρεις στρατιώτες, αιχμαλωτίστηκε από Τσετσένους αντάρτες που δρούσαν στην περιοχή.


     Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες –μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο– να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από έναν συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν τον δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο τον δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, όλοι τους πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για την αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του Στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους.


     Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και, μετά από πολλές προσπάθειες, ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας, προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δε σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λίτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι τής είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα, προσπαθώντας έτσι να υπολογίσουν πόσα χρήματα θα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη» για να μπορέσει, στο τέλος, να αποκτήσει το λείψανο του Ευγένιου και να το θάψει ευλαβώς.

     Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, αιχμαλωσία που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν –αν ήταν δυνατό– να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει από πάνω του τον Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν έπειτα κι αυτόν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει τον Σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.

     Στις 23 Μαΐου του 1996 (10 Μαΐου 1996 με το παλαιό ημερολόγιο), δηλαδή ακριβώς τη μέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει τον Σταυρό του λέγοντας ότι, «ορκιζόμαστε στον αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν τον Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με τον Σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.


     Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον γιο της τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4.000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν μάλιστα και βιντεοκασέτα με το φρικτό μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι όλη την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια που υπέστη. Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «Εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από μας, δεν θα τον αδικούσαμε». Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε –μέχρι και ρούχα– για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κλπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα. Τελικά, στις 20 Νοεμβρίου του 1996, μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα του γιου του από τη βαθιά και αφόρητη λύπη του.

     Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος Μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «Παραξενεύτηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του Μάρτυρα». Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει έναν στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κλπ. Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας άγιος Μάρτυρας Ευγένιος τούς βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στον Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του Μάρτυρα και στο πρόσωπό του αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε. Αυτόν τον στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλάκισης και του εγκλεισμού τους.

     Αλήθεια, πόσο πολύ αγαπούσε και σεβόταν ο άγιος Ευγένιος εκείνον τον Σταυρό που τον είχε περάσει σε ένα χονδρό σκοινί και δεν τον έβγαζε ποτέ από πάνω του; Τι άραγε να σήμαινε για ’κείνον; Ο νους θολώνει σε κάτι τέτοιες σκέψεις και αδυνατεί να απαντήσει. Τι θα λέγαμε εμείς σήμερα, όταν κάποιοι από ’μας ντρεπόμαστε να κάνουμε το σημείο του Σταυρού, όταν περνάμε έξω από την εκκλησία ή πριν γευματίσουμε, γιατί σκεφτόμαστε: «Τι θα πουν όταν με δουν; Μήπως με κοροϊδέψουν;». Ή μήπως δεν κρύβουμε τον Σταυρό μας για να μη δώσουμε αφορμή σε ανεπιθύμητα σχόλια; Μήπως όμως αυτή θα ήταν μία καλή ευκαιρία για μας να δώσουμε κι εμείς τη δική μας ομολογία;


     Καθώς διαβάζεις τον βίο του αγίου Ευγενίου, αναρωτιέσαι: Κι εγώ που καυχιόμουν για τόσο τιποτένια πράγματα, για τις τόσες ασήμαντες νίκες μου!… Αν ήμουν στη θέση του νεομάρτυρα Ευγενίου, τι θα απαντούσα; Θα έδειχνα την ίδια πίστη και γενναιότητα;

     Ένα τραγούδι που γράφτηκε για τον Άγιο, λέει, μεταξύ άλλων, στα ρωσικά: «Ποιος από ’μας, που ολιγοψυχεί, έχει τη δύναμη να πει, “τον Σταυρό μου θα τον βγάλεις, μόνο αν μου κόψεις το κεφάλι”;». Μακάριος εκείνος που μπορεί να παινευτεί για ένα τέτοιο πράγμα. Στον άγιο Ευγένιο πραγματοποιήθηκε αληθινά ο λόγος του αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου: «Είστε πια ισχυροί νέοι, (γιατί) έχετε νικήσει τον πονηρό» (Α΄ Ιωάν. 2, 14). Πόσο γενναία και θαρραλέα νίκησε και σύντριψε τον πονηρό! Τι αγνή και καθαρή ψυχή πρέπει να είχε! Τι ευγενικά αισθήματα έκρυβε η ταπεινή του καρδιά! Και δεν είχε καν μεγάλες βλέψεις και προσδοκίες για τον εαυτό του. Θα ακολουθούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού, ένα επάγγελμα που μας παραπέμπει άμεσα σε εκείνο του Χριστού! Την ευγενική και ευαίσθητη ψυχή του τη φανερώνει κι ένα ποίημα αφιερωμένο προς τη μητέρα του (την οποία βλέπετε στην παρακάτω φωτογραφία δίπλα στον τάφου του γιου της), λίγο πριν το μαρτύριό του, ένα από τα πολλά που είχε γράψει:


     «Χρόνια πολλά,
αγαπημένη μου μανουλίτσα!
Σήμερα γιορτάζεις,
αλλά δυστυχώς
δεν μπορώ να σ’ αγκαλιάσω.
Επειδή, να, η μοίρα
με πήρε τόσο μακριά.
Σου εύχομαι
χρόνια πολλά και υγεία.
Να μείνεις
πάντα νέα και όμορφη.
Όπου κι αν είμαι,
τίποτα δεν μας χωρίζει.
Σύντομα θα έρθω σπίτι.

     »Από τα βάθη
της ψυχής μου
θα ήθελα
ό,τι πιο πολύτιμο
και ό,τι επιθυμείς να έχεις.
Και εκατό χρονών να είσαι,
για μένα
ποτέ δε θα γεράσεις…».

     Το 1997, με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Ο νέος Μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο, από το Ντνεποπετρόφκ, έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.

     Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα των ανταρτών, οι σφαγείς του Μάρτυρα Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.


     Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο τη μέρα του μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα. Η Εκκλησία δεν έχει ακόμα κατατάξει επίσημα στο αγιολόγιο τον νεομάρτυρα Ευγένιο, αλλά αναμένεται πως κάτι τέτοιο δε θα αργήσει πολύ.

     Άγιε Ευγένιε, χαίρε διότι κέρδισες τους Ουρανούς! Χαίρε, διότι νίκησες τον πονηρό και συμβασιλεύεις τώρα με τον Χριστό! Παρακάλεσέ Τον και για ’μας, που είμαστε αδύναμοι και δειλοί, να κατορθώσουμε κάτι σαν κι εσένα· να μας δίνει ο Κύριος τη δύναμη και τη Χάρη έστω να αγωνιζόμαστε.

     Εμείς μονάχα αυτό. Κι Εκείνος όλα τα υπόλοιπα.



[ (1) Τριμηνιαίο Ορθόδοξο Περιοδικό
«Όσιος Φιλόθεος»,
Τεύχος 28ο (Ιαν.–Απρ. 2010),
άρθρο 15ο, σελ. 175–178.
(2) Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό
Φοιτητών και Επιστημόνων
«Η Δράση μας»,
Έτος ΝΣΤ΄, Τεύχος 549,
Μάιος 2017,
σελ. 197–199,
Άρθρο που υπογράφει η Α.Μ.,
(Φοιτήτρια ΕΚΠΑ),
αναφέροντας σαν διαδικτυακές πηγές:
i. www.saint.gr και
Εμείς να προσθέσουμε
και τη γνωστή ιστοσελίδα
του Ιερού Ησυχαστηρίου
Παντοκράτορος– Μελισσοχωρίου
από τις τόσες που παρουσίασαν
προ πολλού τη μορφή και το μαρτύριο
του Νεομάρτυρα Ευγενίου
με κάθε σεβασμό και ευλάβεια.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

«ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΟΡΗ ΜΟΥ!»

«ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΟΡΗ ΜΟΥ!»


     Στη χώρα των χιονιών, των δακρύων και των μαρτύρων, την αχανή Σιβηρία, είδε το φως του ήλιου η Έλενα Μαχάνκοβα, τον Αύγουστο μήνα, στα 1977 χρόνια από Χριστού. Ιδιαίτερη πατρίδα της ήταν η μεγαλούπολη Μπαρναούλ.

     Τον καιρό που γεννήθηκε, ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια του Σταλινικού καθεστώτος, που θέλησε να ξεριζώσει ό,τι πνευματικό και ανώτερο κρύβει μέσα του ο άνθρωπος και να τον πείσει ότι είναι μια χούφτα στάχτη. Στάχτη που θα ενωθεί με τη στάχτη του υπόλοιπου κόσμου και θα περάσει στην ανυπαρξία. Όποιος τολμούσε να αντισταθεί, ας ήταν κι η τελευταία μπαμπούσκα, λογιζόταν πάραυτα εχθρός του λαού κι έπρεπε να πεθάνει με το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας. Σωρεία οι εκτοπίσεις, οι εξορίες, οι εκτελέσεις και τα ειδεχθή μαρτύρια, τέτοια που ξεπέρασαν τα αρχαία του Διοκλητιανού και του Νέρωνα. Η Ιστορία έχει καταγράψει νούμερα απίστευτα, που φτάνουν τα εκατομμύρια ψυχές, και προσθέτει ακόμη στον οικτρό κατάλογο.

     Τον καιρό που γεννήθηκε η Έλενα, το «άστρο» του Σταλινισμού δεν μεσουρανούσε βέβαια, αλλά έκαιγε ακόμα με τις δυο ιοβόλες ακτίνες του: την αθεΐα και την τρομοκρατία. Έτσι, κατά το σύνηθες στις χώρες του παραπετάσματος, η Έλενα μεγάλωσε σε περιβάλλον αθεϊστικό και έμεινε αβάπτιστη, όπως και οι γονείς της.

     Όμως τι μένει σταθερό από τα ανθρώπινα; Ποια δόξα, εξουσία ή πλούτος; Ήρθε καιρός που σαν χάρτινος πύργος έπεσε το καθεστώς, άνοιξαν τα σύνορα της πατρίδας της και μαζί με χιλιάδες συμπατριώτες της πήρε το δρόμο της ξενιτιάς, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Στην όμορφη πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας που εγκαταστάθηκε, την πανάρχαια ελληνική Αττάλεια, όλα της φαίνονταν καλά.


     Άλλοι τόποι, άλλοι λαοί οι Μεσογειακοί. Πιο πολύ το φως, γλυκιά η φύση, παιγνιδιάρα η θάλασσα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πιο ζεστοί, πιο ήρεμοι και χαμογελαστοί. Έπιασε δουλειά σε λογιστικό γραφείο και, όταν προσαρμόστηκε, πριν ακόμα μπει στη ρουτίνα της καθημερινότητας, της έγινε η πρόταση. Δεν το σκέφτηκε και πολύ. Στην ηλικία της και, μάλιστα στην ξενιτιά, τι άλλο θα μπορούσε να ονειρεύεται, παρά να φτιάξει τη δική της φωλιά; Η περίπτωση του ντόπιου Τούρκου που της έκανε την πρόταση δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Βέβαια, ήταν μουσουλμάνος. Κι εκείνη; Τι ήταν εκείνη; Μια ξενιτεμένη Ρωσίδα, από απλή και φτωχή οικογένεια, χωρίς θρησκευτικά ενδιαφέροντα. Δεν θυμόταν στο σπίτι της να είχαν μιλήσει ποτέ για τον Θεό. Κάποια αναζήτηση στην εφηβική της ηλικία θάφτηκε στην αυτάρκεια των σπουδών και τη μέριμνα για το αύριο. Έτσι, δεν έβλεπε εμπόδια για το γάμο με τον Τούρκο. Άλλωστε, εκείνος της υποσχέθηκε: «Εσύ τη θρησκεία σου κι εγώ τη δική μου!». Κι έχοντας μέσα της η Έλενα αμυδρά το αίσθημα της ορθόδοξης πίστης –κάποια βιώματα από τις γιαγιάδες του τόπου της– και, μη γνωρίζοντας σχεδόν τίποτα για τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δέχτηκε να γίνει ο γάμος στο τζαμί. Με αβρότητα και γλυκόλογα της μίλησε ο ιμάμης. Οι φίλοι του γαμπρού, θέλεις από φθόνο γιατί ήταν όμορφη και έκτακτη η νύφη, θέλεις από ζηλωτισμό, του έλεγαν συχνά: «Επειδή την έφερες μια φορά στο τζαμί, νόμισες ότι την έκανες και μουσουλμάνα;…».

     Πέρασε λίγος καιρός με καλοκαιρία, αλλά δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα σύννεφα στον ορίζοντα, που άρχισαν να σκιάζουν την ευτυχία της Έλενας. Έβλεπαν στις ειδήσεις τις δραματικές εξελίξεις στη γειτονική Συρία. Φανατικοί μουσουλμάνοι έσφαζαν τους χριστιανούς χωρίς λόγο. Μόνο για την πίστη τους. Εκείνη λυπόταν αφάνταστα. Τι παραλογισμός! Τι απανθρωπιά! Αντίθετα, ο σύζυγός της χαιρέκακα επικροτούσε τα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα. Άρχισε να τον αποστρέφεται γι’ αυτή του τη συμπεριφορά. Εκείνος έπιασε αυτή της τη συμπάθεια και της έλεγε αυστηρά: «Εσύ είσαι μουσουλμάνα. Τι νοιάζεσαι για τους χριστιανούς;».


     Πολλοί συμπατριώτες της ήταν χριστιανοί. Τους συμπαθούσε κι αναρωτιόταν: «Υπάρχουν πιο φιλήσυχοι άνθρωποι απ’ τους χριστιανούς;». Τελευταία είχε γνωρίσει κάποιες Ρωσίδες περίπου στην ηλικία της. Η νοσταλγία της για την πατρίδα την οδήγησε στη συντροφιά τους. Ήταν μια πολύ αξιόλογη χριστιανική συντροφιά και της άρεσε πολύ. Εκτίμησε την αγάπη που της έδειχναν, την ανιδιοτέλεια, την απλότητα, τη θερμή πίστη τους στον Χριστό. Εκείνες πήγαιναν στην ορθόδοξη εκκλησία, τη μοναδική που υπήρχε στην περιοχή. Γνώριζαν τον ιερέα κι έψαλλαν στις ακολουθίες και τη Λειτουργία. Κάποιες φορές πήραν και την Έλενα μαζί τους. Ενθουσιάστηκε! Η ειρήνη του Θεού στάλαζε γλυκασμό κι ανάπαυση στην ανήσυχη ψυχή της και, σα να ξύπνησε από λήθαργο, άρχισε να ρωτάει για όλα όσα γίνονταν στην εκκλησία. Ζήτησε να μάθει πώς να προσεύχεται, τι συμβαίνει κατά τη Θεία Λειτουργία, τι είναι τα Μυστήρια…

     Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν στο σύζυγό της. Τότε είδε έναν άλλο άνθρωπο. Ήταν 6 Ιανουαρίου του έτους 2013. Τη χτύπησε τόσο πολύ, μέχρις αίματος, για το «παράπτωμά» της να πάει στην ορθόδοξη εκκλησία. Της απαγόρευσε να ξαναπάει, αν ήθελε να τα πάνε καλά και να ζήσει κοντά του ευτυχισμένη. Κεραυνός εν αιθρία. Τι θα έκανε τώρα; Προς το παρόν έφυγε από το σπίτι και έμενε σε μία από τις χριστιανές φίλες της, την Άννα. Άκουγε πως κι άλλες ορθόδοξες χριστιανές είχαν προβλήματα με τους μουσουλμάνους συζύγους τους. Ωστόσο δεν ήθελε να χαλάσει το σπίτι της. Θα έκανε υπομονή. Με κανένα τρόπο όμως δεν σκόπευε να αποχωριστεί την ορθόδοξη εκκλησία. Είχε ανάψει μεγάλη φλόγα μέσα της και δεν γινόταν να σβήσει. Ήταν ο πόθος της να βαπτιστεί. Μάθαινε, διάβαζε με ζήλο το Ευαγγέλιο και τους βίους των Αγίων. Μπήκε με τη βοήθεια του ιερέα στην Κατήχηση και το Πάσχα του 2013 το όνειρό της θα γινόταν πραγματικότητα. Θα βαπτιζόταν ορθόδοξη χριστιανή! Με σταθερότητα και γενναιότητα πια αντιμετώπιζε τις προσβολές και τις συχνές τηλεφωνικές απειλές του άντρα της.


     Έκανε ένα ταξίδι στη Σιβηρία, όπου έμεινε για δύο εβδομάδες στους γονείς της. Τους παραπονέθηκε μάλιστα πώς την άφησαν αβάπτιστη. Η μητέρα της είπε ότι αυτοί έζησαν ως άθεοι, αλλά εκείνη να βαπτισθεί, αφού το θέλει. Της χάρισε κι ένα μενταγιόν με την εικόνα του αγίου Σεραφείμ, για να το φοράει.

     Επέστρεψε στην Τουρκία κι έμενε πάλι στης Άννας. Ο άντρας της άρχισε να τη συναντά κάθε μέρα μετά τη δουλειά και να την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει. «Άλλαξες την πίστη σου!», ισχυριζόταν. Μάλιστα, όταν είδε το μενταγιόν με την εικόνα του αγίου Σεραφείμ στο λαιμό της, έγινε θηρίο. Ο Τούρκος «έγινε τούρκος»! Το άρπαξε με βία, το πέταξε κάτω και το κατέστρεψε. Η Έλενα συνέχισε να μένει στης Άννας κι εκείνος δεν έπαυε να την απειλεί. Ένα βράδυ φοβήθηκε τόσο πολύ από τις βρισιές και τις απειλές του στο τηλέφωνο, που είπε ότι δεν θα πήγαινε την άλλη μέρα στη δουλειά. Έτρεμε η καρδιά της σαν το αφτέρουγο κι έρημο πουλί.

     Εκείνη τη νύχτα, όταν με πολλή δυσκολία την πήρε ο ύπνος, είδε ένα υπέροχο όνειρο που το διηγήθηκε το πρωί στην Άννα. Ήταν μόνη της απέναντι σε μια απέραντη γαλάζια θάλασσα. Ένας άνθρωπος με πολύ αγαθό και όμορφο βλέμμα, μια φωτεινή παρουσία, την πήρε από το χέρι, της έδειξε απερίγραπτες ομορφιές, που δεν εκφράζονται με λόγια, και της είπε ότι όλα αυτά εκείνος τα δημιούργησε. Μετά της είπε: «Έλα σε Μένα, κόρη Μου!... Ν’ ακολουθήσεις το δικό Μου δρόμο…». Τό ’νιωσε βαθιά, Τον γνώρισε! Ήταν ο Χριστός! Αισθάνθηκε να μπαίνει στη ψυχή της απέραντη ειρήνη κι αγάπη δίχως όρια. Όταν ξύπνησε, είχαν διαλυθεί όλοι οι φόβοι και ήταν τόσο ευτυχισμένη όσο ποτέ στη ζωή της.


     Το πρωί προσευχήθηκε με την Άννα. Ήπιαν αγιασμό και η Έλενα έφυγε κάνοντας το σταυρό της. Στις τρεις το μεσημέρι τηλεφώνησε στην Άννα ότι ο άντρας της της έστειλε μήνυμα, σα να μη συνέβαινε τίποτα, και της ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι για να μιλήσουν. Φεύγοντας από τη δουλειά συνάντησε την ανεψιά του άντρα της, στην οποία είπε ότι πήγαινε να τον συναντήσει. «Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει!», είπε. Αυτά ήταν και τα τελευταία της λόγια.

     Ήταν 15 Μάρτη του 2013. Η Έλενα, σαν άκακο αρνίο, έπεσε στην απάτη του θηριώδους λύκου. Ο Τούρκος την περίμενε στο σπίτι και μ’ ένα μαχαίρι την έσφαξε. Στην αστυνομία δήλωσε: «Αυτό είχα να προσφέρω στον Αλλάχ!».

     Βαπτίστηκε στο αίμα της, που έβαψε για άλλη μια φορά κόκκινη τη Μικρασιατική Γη, τη χώρα του ήλιου, των δακρύων και των μαρτύρων. Η αγνή ψυχή της πέταξε ανάλαφρη στον Ουρανό, όπου την προϋπάντησε ο αιώνιος Νυμφίος Χριστός, με το γλυκό Του κάλεσμα:
     «Έλα σε Μένα, κόρη Μου!...».

     Τάφηκε στη γενέτειρά της, τη Σιβηρία.
     Ας είναι αιώνια η μνήμη της στη χορεία των Νεομαρτύρων. 
     Ας είναι και η ευχή της παντοτινά μαζί μας.



[Ορθόδοξο Χριστιανικό
Μηνιαίο Περιοδικό
Φοιτητών και Επιστημόνων
«Η Δράση μας»,
Έτος ΝΕ΄,
Αύγουστος–Σεπτέμβριος 2016,
Τεύχος 541, σελ. 298–301,
Άρθρο–Αφήγημα του/της «Ε.Κ.».
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.