Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

«ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΟΡΗ ΜΟΥ!»

«ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΟΡΗ ΜΟΥ!»


     Στη χώρα των χιονιών, των δακρύων και των μαρτύρων, την αχανή Σιβηρία, είδε το φως του ήλιου η Έλενα Μαχάνκοβα, τον Αύγουστο μήνα, στα 1977 χρόνια από Χριστού. Ιδιαίτερη πατρίδα της ήταν η μεγαλούπολη Μπαρναούλ.

     Τον καιρό που γεννήθηκε, ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια του Σταλινικού καθεστώτος, που θέλησε να ξεριζώσει ό,τι πνευματικό και ανώτερο κρύβει μέσα του ο άνθρωπος και να τον πείσει ότι είναι μια χούφτα στάχτη. Στάχτη που θα ενωθεί με τη στάχτη του υπόλοιπου κόσμου και θα περάσει στην ανυπαρξία. Όποιος τολμούσε να αντισταθεί, ας ήταν κι η τελευταία μπαμπούσκα, λογιζόταν πάραυτα εχθρός του λαού κι έπρεπε να πεθάνει με το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας. Σωρεία οι εκτοπίσεις, οι εξορίες, οι εκτελέσεις και τα ειδεχθή μαρτύρια, τέτοια που ξεπέρασαν τα αρχαία του Διοκλητιανού και του Νέρωνα. Η Ιστορία έχει καταγράψει νούμερα απίστευτα, που φτάνουν τα εκατομμύρια ψυχές, και προσθέτει ακόμη στον οικτρό κατάλογο.

     Τον καιρό που γεννήθηκε η Έλενα, το «άστρο» του Σταλινισμού δεν μεσουρανούσε βέβαια, αλλά έκαιγε ακόμα με τις δυο ιοβόλες ακτίνες του: την αθεΐα και την τρομοκρατία. Έτσι, κατά το σύνηθες στις χώρες του παραπετάσματος, η Έλενα μεγάλωσε σε περιβάλλον αθεϊστικό και έμεινε αβάπτιστη, όπως και οι γονείς της.

     Όμως τι μένει σταθερό από τα ανθρώπινα; Ποια δόξα, εξουσία ή πλούτος; Ήρθε καιρός που σαν χάρτινος πύργος έπεσε το καθεστώς, άνοιξαν τα σύνορα της πατρίδας της και μαζί με χιλιάδες συμπατριώτες της πήρε το δρόμο της ξενιτιάς, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Στην όμορφη πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας που εγκαταστάθηκε, την πανάρχαια ελληνική Αττάλεια, όλα της φαίνονταν καλά.


     Άλλοι τόποι, άλλοι λαοί οι Μεσογειακοί. Πιο πολύ το φως, γλυκιά η φύση, παιγνιδιάρα η θάλασσα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πιο ζεστοί, πιο ήρεμοι και χαμογελαστοί. Έπιασε δουλειά σε λογιστικό γραφείο και, όταν προσαρμόστηκε, πριν ακόμα μπει στη ρουτίνα της καθημερινότητας, της έγινε η πρόταση. Δεν το σκέφτηκε και πολύ. Στην ηλικία της και, μάλιστα στην ξενιτιά, τι άλλο θα μπορούσε να ονειρεύεται, παρά να φτιάξει τη δική της φωλιά; Η περίπτωση του ντόπιου Τούρκου που της έκανε την πρόταση δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Βέβαια, ήταν μουσουλμάνος. Κι εκείνη; Τι ήταν εκείνη; Μια ξενιτεμένη Ρωσίδα, από απλή και φτωχή οικογένεια, χωρίς θρησκευτικά ενδιαφέροντα. Δεν θυμόταν στο σπίτι της να είχαν μιλήσει ποτέ για τον Θεό. Κάποια αναζήτηση στην εφηβική της ηλικία θάφτηκε στην αυτάρκεια των σπουδών και τη μέριμνα για το αύριο. Έτσι, δεν έβλεπε εμπόδια για το γάμο με τον Τούρκο. Άλλωστε, εκείνος της υποσχέθηκε: «Εσύ τη θρησκεία σου κι εγώ τη δική μου!». Κι έχοντας μέσα της η Έλενα αμυδρά το αίσθημα της ορθόδοξης πίστης –κάποια βιώματα από τις γιαγιάδες του τόπου της– και, μη γνωρίζοντας σχεδόν τίποτα για τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δέχτηκε να γίνει ο γάμος στο τζαμί. Με αβρότητα και γλυκόλογα της μίλησε ο ιμάμης. Οι φίλοι του γαμπρού, θέλεις από φθόνο γιατί ήταν όμορφη και έκτακτη η νύφη, θέλεις από ζηλωτισμό, του έλεγαν συχνά: «Επειδή την έφερες μια φορά στο τζαμί, νόμισες ότι την έκανες και μουσουλμάνα;…».

     Πέρασε λίγος καιρός με καλοκαιρία, αλλά δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα σύννεφα στον ορίζοντα, που άρχισαν να σκιάζουν την ευτυχία της Έλενας. Έβλεπαν στις ειδήσεις τις δραματικές εξελίξεις στη γειτονική Συρία. Φανατικοί μουσουλμάνοι έσφαζαν τους χριστιανούς χωρίς λόγο. Μόνο για την πίστη τους. Εκείνη λυπόταν αφάνταστα. Τι παραλογισμός! Τι απανθρωπιά! Αντίθετα, ο σύζυγός της χαιρέκακα επικροτούσε τα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα. Άρχισε να τον αποστρέφεται γι’ αυτή του τη συμπεριφορά. Εκείνος έπιασε αυτή της τη συμπάθεια και της έλεγε αυστηρά: «Εσύ είσαι μουσουλμάνα. Τι νοιάζεσαι για τους χριστιανούς;».


     Πολλοί συμπατριώτες της ήταν χριστιανοί. Τους συμπαθούσε κι αναρωτιόταν: «Υπάρχουν πιο φιλήσυχοι άνθρωποι απ’ τους χριστιανούς;». Τελευταία είχε γνωρίσει κάποιες Ρωσίδες περίπου στην ηλικία της. Η νοσταλγία της για την πατρίδα την οδήγησε στη συντροφιά τους. Ήταν μια πολύ αξιόλογη χριστιανική συντροφιά και της άρεσε πολύ. Εκτίμησε την αγάπη που της έδειχναν, την ανιδιοτέλεια, την απλότητα, τη θερμή πίστη τους στον Χριστό. Εκείνες πήγαιναν στην ορθόδοξη εκκλησία, τη μοναδική που υπήρχε στην περιοχή. Γνώριζαν τον ιερέα κι έψαλλαν στις ακολουθίες και τη Λειτουργία. Κάποιες φορές πήραν και την Έλενα μαζί τους. Ενθουσιάστηκε! Η ειρήνη του Θεού στάλαζε γλυκασμό κι ανάπαυση στην ανήσυχη ψυχή της και, σα να ξύπνησε από λήθαργο, άρχισε να ρωτάει για όλα όσα γίνονταν στην εκκλησία. Ζήτησε να μάθει πώς να προσεύχεται, τι συμβαίνει κατά τη Θεία Λειτουργία, τι είναι τα Μυστήρια…

     Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν στο σύζυγό της. Τότε είδε έναν άλλο άνθρωπο. Ήταν 6 Ιανουαρίου του έτους 2013. Τη χτύπησε τόσο πολύ, μέχρις αίματος, για το «παράπτωμά» της να πάει στην ορθόδοξη εκκλησία. Της απαγόρευσε να ξαναπάει, αν ήθελε να τα πάνε καλά και να ζήσει κοντά του ευτυχισμένη. Κεραυνός εν αιθρία. Τι θα έκανε τώρα; Προς το παρόν έφυγε από το σπίτι και έμενε σε μία από τις χριστιανές φίλες της, την Άννα. Άκουγε πως κι άλλες ορθόδοξες χριστιανές είχαν προβλήματα με τους μουσουλμάνους συζύγους τους. Ωστόσο δεν ήθελε να χαλάσει το σπίτι της. Θα έκανε υπομονή. Με κανένα τρόπο όμως δεν σκόπευε να αποχωριστεί την ορθόδοξη εκκλησία. Είχε ανάψει μεγάλη φλόγα μέσα της και δεν γινόταν να σβήσει. Ήταν ο πόθος της να βαπτιστεί. Μάθαινε, διάβαζε με ζήλο το Ευαγγέλιο και τους βίους των Αγίων. Μπήκε με τη βοήθεια του ιερέα στην Κατήχηση και το Πάσχα του 2013 το όνειρό της θα γινόταν πραγματικότητα. Θα βαπτιζόταν ορθόδοξη χριστιανή! Με σταθερότητα και γενναιότητα πια αντιμετώπιζε τις προσβολές και τις συχνές τηλεφωνικές απειλές του άντρα της.


     Έκανε ένα ταξίδι στη Σιβηρία, όπου έμεινε για δύο εβδομάδες στους γονείς της. Τους παραπονέθηκε μάλιστα πώς την άφησαν αβάπτιστη. Η μητέρα της είπε ότι αυτοί έζησαν ως άθεοι, αλλά εκείνη να βαπτισθεί, αφού το θέλει. Της χάρισε κι ένα μενταγιόν με την εικόνα του αγίου Σεραφείμ, για να το φοράει.

     Επέστρεψε στην Τουρκία κι έμενε πάλι στης Άννας. Ο άντρας της άρχισε να τη συναντά κάθε μέρα μετά τη δουλειά και να την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει. «Άλλαξες την πίστη σου!», ισχυριζόταν. Μάλιστα, όταν είδε το μενταγιόν με την εικόνα του αγίου Σεραφείμ στο λαιμό της, έγινε θηρίο. Ο Τούρκος «έγινε τούρκος»! Το άρπαξε με βία, το πέταξε κάτω και το κατέστρεψε. Η Έλενα συνέχισε να μένει στης Άννας κι εκείνος δεν έπαυε να την απειλεί. Ένα βράδυ φοβήθηκε τόσο πολύ από τις βρισιές και τις απειλές του στο τηλέφωνο, που είπε ότι δεν θα πήγαινε την άλλη μέρα στη δουλειά. Έτρεμε η καρδιά της σαν το αφτέρουγο κι έρημο πουλί.

     Εκείνη τη νύχτα, όταν με πολλή δυσκολία την πήρε ο ύπνος, είδε ένα υπέροχο όνειρο που το διηγήθηκε το πρωί στην Άννα. Ήταν μόνη της απέναντι σε μια απέραντη γαλάζια θάλασσα. Ένας άνθρωπος με πολύ αγαθό και όμορφο βλέμμα, μια φωτεινή παρουσία, την πήρε από το χέρι, της έδειξε απερίγραπτες ομορφιές, που δεν εκφράζονται με λόγια, και της είπε ότι όλα αυτά εκείνος τα δημιούργησε. Μετά της είπε: «Έλα σε Μένα, κόρη Μου!... Ν’ ακολουθήσεις το δικό Μου δρόμο…». Τό ’νιωσε βαθιά, Τον γνώρισε! Ήταν ο Χριστός! Αισθάνθηκε να μπαίνει στη ψυχή της απέραντη ειρήνη κι αγάπη δίχως όρια. Όταν ξύπνησε, είχαν διαλυθεί όλοι οι φόβοι και ήταν τόσο ευτυχισμένη όσο ποτέ στη ζωή της.


     Το πρωί προσευχήθηκε με την Άννα. Ήπιαν αγιασμό και η Έλενα έφυγε κάνοντας το σταυρό της. Στις τρεις το μεσημέρι τηλεφώνησε στην Άννα ότι ο άντρας της της έστειλε μήνυμα, σα να μη συνέβαινε τίποτα, και της ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι για να μιλήσουν. Φεύγοντας από τη δουλειά συνάντησε την ανεψιά του άντρα της, στην οποία είπε ότι πήγαινε να τον συναντήσει. «Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει!», είπε. Αυτά ήταν και τα τελευταία της λόγια.

     Ήταν 15 Μάρτη του 2013. Η Έλενα, σαν άκακο αρνίο, έπεσε στην απάτη του θηριώδους λύκου. Ο Τούρκος την περίμενε στο σπίτι και μ’ ένα μαχαίρι την έσφαξε. Στην αστυνομία δήλωσε: «Αυτό είχα να προσφέρω στον Αλλάχ!».

     Βαπτίστηκε στο αίμα της, που έβαψε για άλλη μια φορά κόκκινη τη Μικρασιατική Γη, τη χώρα του ήλιου, των δακρύων και των μαρτύρων. Η αγνή ψυχή της πέταξε ανάλαφρη στον Ουρανό, όπου την προϋπάντησε ο αιώνιος Νυμφίος Χριστός, με το γλυκό Του κάλεσμα:
     «Έλα σε Μένα, κόρη Μου!...».

     Τάφηκε στη γενέτειρά της, τη Σιβηρία.
     Ας είναι αιώνια η μνήμη της στη χορεία των Νεομαρτύρων. 
     Ας είναι και η ευχή της παντοτινά μαζί μας.



[Ορθόδοξο Χριστιανικό
Μηνιαίο Περιοδικό
Φοιτητών και Επιστημόνων
«Η Δράση μας»,
Έτος ΝΕ΄,
Αύγουστος–Σεπτέμβριος 2016,
Τεύχος 541, σελ. 298–301,
Άρθρο–Αφήγημα του/της «Ε.Κ.».
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου