Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ


     Η πρωτεύουσα της Συρίας, η Δαμασκός, περιήλθε στην αραβική κυριαρχία το 635 και έγινε πρωτεύουσα του Χαλιφάτου. Οι κατακτητές καταπίεζαν πολύ τους χριστιανούς, ο Σέργιος Μονσούρ όμως, γόνος επιφανούς χριστιανικής οικογενείας της πόλεως, κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του Άβδουλ-Μάλικ (608-705) και να γίνει γενικός επίτροπος των υποθέσεων του χριστιανικού πληθυσμού που κατέβαλλε φόρο. Ο καλός και δίκαιος αυτός άνθρωπος ήταν ο κατά σάρκα πατέρας του οσίου πατρός ημών Ιωάννου του λεγομένου «Δαμασκηνού», του μελωδικού αυτού σκεύους εκλογής του Αγίου Πνεύματος.

     Ο Ιωάννης γεννήθηκε περί το 675 (ή 655) και από την παιδική του ηλικία διδάχθηκε τις μεγάλες αρετές της ελεημοσύνης και της φιλευσπλαχνίας από τον πατέρα του, ο οποίος χρησιμοποιούσε τον σημαντικό πλούτο του για την εξαγορά και την απελευθέρωση των χριστιανών αιχμαλώτων. Αργότερα, ο Ιωάννης πρόκοψε πολύ στη σοφία μαζί με τον άγιο Κοσμά [14 Οκτ.], που υιοθέτησε ο Σέργιος όταν ο άγιος έμεινε ορφανός. Οι δύο αδελφοί μυήθηκαν στη φιλοσοφία και στις θύραθεν επιστήμες από τον λόγιο μοναχό Κοσμά, που καταγόταν από την Ιταλία, και τον οποίο ο Σέργιος είχε εξαγοράσει από τους Άραβες. Η μεγάλη τους οξύνοια και η σεμνή διαγωγή των δύο νέων τούς έκαναν να προοδεύσουν γρήγορα και να διακριθούν ιδιαίτερα στην τέχνη της ποιήσεως και της μουσικής και, μετά από πολλά χρόνια, ο διδάσκαλός τους Κοσμάς, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει τίποτε άλλο πλέον να τους διδάξει, ζήτησε από τον πατέρα τους την άδεια να αποσυρθεί για να τελειώσει τον βίο του στην περίφημη Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου [5 Δεκ.].


     Τέλειος γνώστης της ελληνικής και αραβικής γλώσσας, ο Ιωάννης ακολούθησε λαμπρή σταδιοδρομία στη δημόσια διοίκηση και μετά τον θάνατο του πατέρα του τον διαδέχθηκε στο υψηλό του αξίωμα, επί χαλίφη Ουαλίδ (705-715). Λίγο αργότερα ανήλθε στον θρόνο του Βυζαντίου ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717-741), που πολύ σύντομα άρχισε να ταλαιπωρεί την Αγία του Χριστού Εκκλησία διώκοντας την ευλαβή προσκύνηση των ιερών εικόνων. Το πληροφορήθηκε αυτό ο διάπυρος υπέρμαχος της Πίστεως, Ιωάννης, και έστειλε από τη Δαμασκό πολλές επιστολές στο Βυζάντιο υπερασπιζόμενος με επιχειρήματα που αντλούσε από την Αγία Γραφή και τις διδαχές των αγίων Πατέρων την τιμητική προσκύνηση των σεπτών εικόνων. Η πράξη του αυτή προκάλεσε την οργίλη μανία του αυτοκράτορα, ο οποίος για να απαλλαγεί από τον Ιωάννη ενήργησε ώστε να φθάσει στα χέρια του Ουαλίδ μια επιστολή που δήθεν είχε συντάξει ο Ιωάννης, στην οποία καλούσε τον αυτοκράτορα να εκστρατεύσει και να καταλάβει τη Δαμασκό. Έξαλλος ο χαλίφης διέταξε να κόψουν το δεξί χέρι του συμβούλου του. Το ίδιο βράδυ ο Ιωάννης τοποθέτησε το κομμένο χέρι κοντά στην εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και με δάκρυα στα μάτια προσευχήθηκε στην Παντάνασσα να του ξαναδώσει το χέρι του.


     Κατόπιν, αποκοιμήθηκε και είδε την εικόνα να ζωντανεύει και την Παναγία να τον παρηγορεί. Όταν ξύπνησε, διαπίστωσε με άφατη αγαλλίαση ότι το χέρι του είχε συγκολληθεί και έκτοτε το αφιέρωσε στη συγγραφή ύμνων και τροπαρίων για την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Σωτήρα Χριστό, καθώς και στην υπεράσπιση της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως [1]. Παρά τις συκοφαντίες των αυλικών του, ο χαλίφης πίστευσε στη θαυματουργική ίαση και θέλησε να αποκαταστήσει τον Ιωάννη στο παλαιό του αξίωμα. Εκείνος όμως ζήτησε και έλαβε τελικά την άδεια να αποσυρθεί οριστικά και μαζί με τον Κοσμά πήγε στα Ιεροσόλυμα για να γίνει μοναχός στη Λαύρα του Αγίου Σάββα.


     Με υπόδειξη του ηγουμένου της Λαύρας, ο Ιωάννης υποτάχθηκε στην πνευματική καθοδήγηση ενός γέροντα, έμπειρου μεν στους αγώνες της αρετής, αλλά τραχέος, αυστηρού και απαιτητικού. Ο γέροντας αυτός του απαγόρευσε κάθε δραστηριότητα που του υπενθύμιζε το ένδοξό του παρελθόν (φιλοσοφία, επιστήμες, ποίηση, υμνωδία και συγγραφή) και πρόσταξε τον Ιωάννη να αφιερωθεί δίχως μεμψιμοιρία στα πιο ταπεινά διακονήματα ώστε να προκόψει στην υπακοή και στην ταπείνωση. Με διάπυρο ζήλο ο νεαρός Ιωάννης αφιερώθηκε στην αποκοπή του ιδίου θελήματος και στην αποταγή του παρελθόντος βίου του. Μια μέρα όμως, ενέδωσε στις παρακλήσεις ενός γείτονα που μόλις είχε χάσει έναν συγγενή του και, παρά την απαγόρευση του γέροντα, συνέθεσε προς παρηγορία του ένα υπέροχο και αρκετά γνωστό τροπάριο που ψάλλεται ακόμα στις μέρες μας κατά τη Νεκρώσιμη Ακολουθία:

     «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα,
     ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον·
     οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος,
     οὐ συνοδεύει ἡ δόξα·
     ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος,
     ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.
     Διὸ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ βοήσωμεν·
     Τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν ἀνάπαυσον,
     ἔνθα πάντων ἐστὶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία».

     Δηλαδή:
     «Όλα τα ανθρώπινα πράγματα είναι παροδικά και δεν υπάρχουν μετά τον θάνατο· ούτε τα πλούτη παραμένουν, ούτε η δόξα μάς συνοδεύει. Διότι, όταν έρχεται ο θάνατος, όλα αυτά θα εξαφανιστούν. Γι’ αυτό ας φωνάξουμε στον αθάνατο Βασιλιά, τον Χριστό μας· Κύριε, αυτόν που πήρες από εμάς, ας τον αναπαύσεις εκεί που βρίσκεται η κατοικία όλων αυτών που γεύονται την ευφροσύνη της Βασιλείας Σου» [2].


     Πληροφορούμενος την ανυπακοή αυτή, ο γέροντάς του τον πρόσταξε να μαζέψει όλες τις ακαθαρσίες της Λαύρας με τα ίδια του τα χέρια. Ο Ιωάννης υπάκουσε χωρίς καθόλου να γογγύσει. Λίγες μέρες αργότερα όμως, παρουσιάσθηκε η Θεοτόκος στον σκληρότροπο γέροντα και τον διέταξε να μη φράζει άλλο τη θαυμάσια κρήνη που αναβλύζει αυτό το ευωδιαστό νάμα της εκκλησιαστικής ποιήσεως και να αφήσει ανεμπόδιστο και ελεύθερο τον υποτακτικό του να συνθέτει ύμνους και ποιήματα που επρόκειτο να ξεπεράσουν σε ωραιότητα και γλυκύτητα τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αλλά και τις Ωδές των αγίων Προφητών.

     Ως λύρα καλλικέλαδος ο Ιωάννης, άρχισε τότε με την άνωθεν έμπνευση του Αγίου Πνεύματος να μέλπει πολλούς ύμνους τέλειας αρμονίας, το περιεχόμενο των οποίων αποτύπωνε τους πλέον βαθείς θεολογικούς στοχασμούς των Πατέρων της Εκκλησίας. Συνέθεσε τον Κανόνα που ψάλλουμε το Πάσχα και το μεγαλύτερο μέρος των αναστάσιμων ύμνων της «Ὀκτωήχου» [3]. Συνέγραψε, επίσης, θαυμάσιους Κανόνες και εξαίσιους Λόγους εγκωμιάζοντας Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές και εορτές Αγίων. Παράλληλα με το χάρισμα του μελωδού, έλαβε παρά Θεού τη δωρεά της θεολογικής έκφρασης. Χωρίς να προσθέτει κάτι καινούργιο στις δογματικές αλήθειες που είχαν διδάξει στο παρελθόν Πατέρες της Εκκλησίας, όπως οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν.· 30 Ιαν.], Βασίλειος ο Μέγας [1 Ιαν.· 30 Ιαν.], Ιωάννης ο Χρυσόστομος [13 Νοεμ.· 27 Ιαν.· 30 Ιαν.], Γρηγόριος Νύσσης [10 Ιαν.], Μάξιμος ο Ομολογητής [21 Ιαν.· 13 Αυγ.] κ.α., ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διετύπωσε στην τριλογία «Πηγὴ Γνώσεως» [4] την ουσία της χριστιανικής Πίστεως, χρησιμοποιώντας τόσο αξιοθαύμαστα πυκνές και διαυγείς εκφράσεις, ώστε το έργο αυτό να μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως επισφράγιση και κορωνίδα της εποχής των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Η «Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» αποτελεί τον πλέον ασφαλή οδηγό κάθε χριστιανού σχετικά με δογματικά θέματα και ένα μνημείο της χριστιανικής παράδοσης και γραμματείας. Αναιρώντας τις αιρέσεις που παραπλανούν δεξιά και αριστερά και καταδεικνύοντας τη βασιλική και ουρανοδρόμο οδό του ιερού δόγματος της εν Χριστώ αποκάλυψης, ο άγιος Ιωάννης διέλαμψε στον αγώνα κατά των εικονομάχων. Σε τρεις εκτενείς «Λόγους» του (726-730), καταδεικνύει εναργέστατα το θεολογικό βάθος και τη σωστική αναγκαιότητα προσκύνησης και τιμής των σεπτών εικόνων και των ιερών λειψάνων, που αποτελούν τρανή διακήρυξη της απτής πραγματικότητας της Ενανθρώπησης του Υιού του Θεού αλλά και θέωση της ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο των θεωμένων Αγίων [5]. Με την ταπεινοφροσύνη του και την επιμονή στους ασκητικούς αγώνες, ο αληθής αυτός φιλόσοφος κατέκτησε εν Αγίω Πνεύματι τη θεοποιό σοφία και εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω στις 4 Δεκεμβρίου 749 (ή 753). Στη Λαύρα του Αγίου Σάββα διατηρείται το σπήλαιο στο οποίο είχε αποσυρθεί και αποτελεί τόπο προσκυνήματος μέχρις τις μέρες μας.


—Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ—
[1]  Σύμφωνα με την παράδοση, την εικόνα αυτή της Θεοτόκου έφερε στο Άγιον Όρος από τους Αγίους Τόπους ο άγιος Σάββας ο Χιλανδαρινός [13 Ιαν.] και την κατέθεσε στη Μονή Χιλανδαρίου, όπου τιμάται ως εφέστια εικόνα (Παναγία η «Τριχερούσα» [12 Ιουλ.]).
[2]  Ψάλλεται μέχρι σήμερα στη Νεκρώσιμο Ακολουθία (4ο Νεκρώσιμο Ιδιόμελο, Ήχος Γ΄) και στην «Παρακλητική» (Απόστιχα του Εσπερινού της Παρασκευής, 4ο Τροπάριο του προαναφερθέντος ήχου).
 [3]  Λειτουργικό βιβλίο που εντάσσεται στην «Παρακλητική» και περιέχει τους ύμνους που ψάλλονται τις Κυριακές σύμφωνα πάντα με τους Οκτώ Ήχους της Βυζαντινής Μουσικής.
 [4]  Περιλαμβάνει τα: «Διαλεκτικά» (φιλοσοφική εισαγωγή), «Αἱρέσεων Ἱστορία» (αναίρεση εκατόν τριών αιρέσεων) και «Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» (Βλ. «Ἔργα», ΕΠΕ, Τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1976).
 [5]  «Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας»,  ΕΠΕ, Τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1990.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θεῖον ὄργανον, τῆς Ἐκκλησίας, λύρα εὔσημος τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε· ὅθεν πυρσεύεις τοῦ κόσμου τα πέρατα, ταῖς τῶν σοφῶν σου δογμάτων ἐλλάμψεσι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν ὑμνογράφον καὶ σοφὸν Ἰωάννην, τῆς Ἐκκλησίας παιδευτὴν καὶ φωστῆρα, καὶ τῶν ἐχθρῶν ἀντίπαλον ὑμνήσωμεν πιστοί· ὅπλον γὰρ ἀράμενος, τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, πᾶσαν ἀπεκρούσατο, τῶν αἱρέσεων πλάνην· καὶ ὡς θερμὸς προστάτης εἰς Θεόν, πᾶσι παρέχει, πταισμάτων συγχώρησιν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
ψηλῶν δογμάτων ἑρμηνευτά, ἱερῶν ᾀσμάτων, θεορρῆμον ὑφηγητά, χαίροις Ἰωάννη, ὁ πάντας διεγείρων, τοῖς μελιχροῖς σου ὕμνοις, πρὸς θείαν αἴνεσιν.


Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται
ολόψυχα, ευγνωμονικά και συγκινητικά
στη σεπτή και αγαθή μνήμη
του ήδη μακαριστού πατρός Δαμασκηνού,
Μοναχού Παντοκρατορινού,
του κατά κόσμον Αριστείδη Δ. Χατζηπαναγιωτίδη
από την ακριτική πόλη της Πτολεμαΐδας·
αυτού του καλλικέλαδου, τερπνού
και κατανυκτικού Ιεροψάλτου,
του πάλαι ποτέ καλού και αγωνιστού 
πολυτέκνου εν τω κόσμω πατρός,
του φιλοπαραδοσιακού και ακριβοτρόπου ανδρός,
που αγάπησε και βρήκε τον Πολύτιμο Μαργαρίτη
μέσα στη μοναστική ησυχία και προσευχή.
Αιωνία η μνήμη αυτού.
Η ευχή του, πολύτιμο φυλακτό της καρδιάς μου.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 45–48.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

ΣΥΓΝΩΜΗ, ΠΟΥ...


ΣΥΓΝΩΜΗ, ΠΟΥ...


     —Συγνώμη, που έφυγα έτσι βιαστικά,
χωρίς να σε χαιρετήσω!...
     —Αα, μη το σκέφτεσαι καθόλου!
Εγώ μια ζωή σε χαιρετώ,
δίχως νά ’χω φύγει ακόμη!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΘΕΕ!


ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΘΕΕ!


     Φοβάμαι πως τις περισσότερες φορές στη ζωή αυτή είμαστε εκ των πραγμάτων κουτοί με τη βούλα της ευθύνης μας. Μετά, όταν πάθουμε για τα καλά και πέρα ως πέρα από την ενδοβλακεία των παθών και των εγωισμών μας, μένει μονάχα ν’ αναρωτιόμαστε μετά πάσης αφελείας: «Γιατί πνίγεται η ψυχή μου και γιατί βαλτώνουν οι σχέσεις μου;». Πού είσαι, Θεέ! Ν’ αρπάξεις τη χιλιοτσαλακωμένη ύπαρξή μας, να την κάνεις δική Σου, να την κάνεις πνευματικά και καρδιακά έξυπνη και υπέροχη! Αλλά ο Θεός δεν «αρπάζει» κανέναν. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν φοβάται ποτέ την θεϊκή παντοδυναμία, γιατί η πρώτη είναι και θεόσδοτη και θεοειδής. Αν ο Θεός στραφεί εναντίον της δικής μας ελευθερίας, είναι σαν να τα βάζει με τον Εαυτό Του, ακυρώνοντάς Τον υπερούσια. Είμαστε κατά κάποιο τρόπο ένα αδαμικό αδιέξοδο γι’ Αυτόν. Το μόνο που κάνει ο Θεός είναι να γυροφέρνει αθόρυβα την ευτέλειά μας, στέλνοντας συνεχώς προς αυτήν επινοήσεις, εμπνεύσεις και χάριτες μήπως και αξιοποιηθούν κάποτε, κάπως, από ’μας. «Ψιλά γράμματα!», θα μου πει κάποιος «ενοχαθώος ασκεφτούλης». Μα, εκεί στα «ψιλά» ή στα αθέατα «γράμματα» κουρνιάζει η θεία μεγαλειότητα, το σιγηλό μυστήριο της σχέσης μας με Αυτόν· με Αυτόν, που ενώ πανυπάρχει ως αιώνια πηγή και κέντρο της ζωής όλων μας, ταυτόχρονα κρύβεται από ’μας σαν ανύπαρκτος, απόμακρος και ξένος. Επομένως, θέλει ψάξιμο η Αγάπη, γιατί είναι στη φύση της η Ταπείνωση. Μονάχα η βλακεία της αμαρτίας και της απιστίας μάς τα φέρνει όλα ετοιμοπαράδοτα και μας θέλει όλους άψαχτους για όλα. Όσο όμως εμείς ψάχνουμε την Αγάπη, τόσο μας βρίσκει Αυτή, άλλο τόσο μας επισκέπτεται και μας καταλαμβάνει. Αυτή είναι η σειρά του εν λόγω υπέρλογου και υπέροχου αγιοπλαστικού μυστηρίου· σειρά, που δεν δέχεται καμία άλλη εμβόλιμη σειρά από κανέναν.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ


     Ελάχιστα και πενιχρά τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας για τον βίο του αγίου Στυλιανού. Επιλεγμένος εκ κοιλίας μητρός από Θεού ο όσιος Στυλιανός, απαλλάχθηκε από την απάτη και ματαιότητα του κόσμου τούτου καθώς μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Υπερείχε όλων των άλλων μοναχών κατά τη σκληραγωγία και την επίπονη άσκηση. Διέπρεψε για την ανδρεία του στους ασκητικούς αγώνες και, μετά από μερικά χρόνια κοινοβιακής ζωής, αναχώρησε για να διαγάγει την ησυχαστική πολιτεία μέσα σε μια απόκοσμη σπηλιά. Εκεί λάβαινε την τροφή του από το χέρι ενός αγγέλου και σύντομα ανέλαβε να μεσιτεύει λυσιτελώς στον Θεό για την ανακούφιση των ασθενών και ιδιαιτέρως για τη θεραπεία των παιδικών ασθενειών και των στείρων γυναικών.


     Έτσι, πολλές άτεκνες γυναίκες που επικαλούνταν με πίστη τ’ όνομά του και ιστορούσαν κατόπιν την αγία του εικόνα με ευλάβεια ψυχής, αξιώνονταν να γίνουν μητέρες· αλλά και τα άρρωστα νήπια λυτρώνονταν ταχέως από την ασθένειά τους με τη χάρη του. Γι’ αυτό και η παράδοση της λαϊκής ευσέβειας θέλει τον όσιο Στυλιανό να προστατεύει, να θάλπει και να «στυλώνει» με τη χάρη του τα νήπια και γενικά όλα τα παιδιά. Στις περιπτώσεις αυτές η μεσιτεία του οσίου έχει αποτελέσματα ακόμη και στις μέρες μας για όσους τον επικαλούνται με πίστη.


     Αυτή η πολύ ιδιαίτερη χάρη του αγίου στα παιδιά αποτυπώθηκε και παγιώθηκε στην εικονογραφική απόδοση της οσιακής μορφής του. Σε βυζαντινές και κυρίως στις μεταβυζαντινές εικόνες παρουσιάζεται σαν ένας ιλαρός γέροντας που από το ένα χέρι βαστάζει στοργικά ένα σπαργανωμένο βρέφος και από το άλλο ένα ανοικτό ειλητάριο, στο οποίο αναγράφεται η εξής φράση αναφορικά με το χάρισμα που έλαβε από τον Θεό: «Παίδων φύλαξ πέφυκα, ἀλλὰ Θεοῦ τὸ δῶρον» («Είμαι φύλακας των παιδιών, αλλά αυτό είναι δώρο που έλαβα απ’ τον Θεό»).


     Η κάρα του αγίου βρίσκεται στη μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος. Αποτμήματα του ιερού λειψάνου του βρίσκονται επίσης και στις Μονές: Δαμάστας Φθιώτιδος, Λειμώνος Λέσβου, Δαδίου Φθιώτιδος και Κάτω Ξενιάς Αλμυρού Μαγνησίας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος, τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος, τῆς Ἐκκλησίας, Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε· ἀνατεθεὶς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος, κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
γιασθεὶς ἀπὸ μητρώας νηδύος, ὥσπερ ὁ θεῖος Σαμουὴλ θεοφόρε, ἀσκητικῶς ἐδόξασας Χριστὸν τὸν Θεόν· ὅθεν τῶν ἰάσεων, ἀνεδείχθης ταμεῖον, καὶ προστάτης ἔνθεος, νεογνῶν καὶ νηπίων· ὁ γὰρ δοξάζει σε λαμπρῶς, ὃν ἀπὸ βρέφους, Στυλιανὲ ἐδόξασας.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Στήλη θεοχάρακτος καὶ σεπτή, ἀρετῶν ποικίλων, ὁ σὸς βίος πέλει ἡμῖν, Στυλιανὲ Πάτερ, θεοπρεπῶς ῥυθμίζων, ἡμῶν τὰς διανοίας, τῶν εὐφημούντων σε.






[ (1) Αγίου Νικοδήμου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών του ενιαυτού»·
Τόμ. Α΄, σελ. 559,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα 2005.
(2) Ιερομονάχου Μακαρίου:
«Νέος Συναξαριστής»·
Τόμ. 3ος, σελ. 263,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα 2012.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ


     Καταγόμενος από την Επαρχία Ασίας (δυτική Μικρά Ασία) και από πατέρα Σκύθη που είχε μεταστραφεί κρυφά στον χριστιανισμό, ονόματι Γορδιανός, ο άγιος αθλητής του Χριστού Μερκούριος υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό επί βασιλείας Δεκίου και Βαλεριανού (249-260). Βρισκόταν σε εκστρατεία κατά των βαρβάρων, όταν μία ημέρα τού παρουσιάσθηκε ένας λαμπρός άγγελος και του έδωσε ένα ξίφος και την εντολή να ορμήσει στη μάχη, έχοντας εμπιστοσύνη στη βοήθεια του Δεσπότη Χριστού. Γεμάτος θάρρος από το όραμα αυτό, ο νέος ξεχύθηκε μέσα στη συμπλοκή, προχώρησε μόνος μέσα στις εχθρικές γραμμές, ανοίγοντας δρόμο με το ουράνιο σπαθί του και έφθασε μέχρι τον στρατηγό των βαρβάρων Ρήγα, τον οποίο και σκότωσε σε μονομαχία. Τα βαρβαρικά στρατεύματα, μαθαίνοντας τον θάνατο του αρχηγού τους, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

     Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε τη γενναία πράξη του Μερκουρίου, τον κάλεσε κοντά του, τον έβαλε να καθίσει στο τραπέζι του και τον τίμησε με τον τίτλο του στρατηγού παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Θαμπωμένος από τις τιμές και τις απολαύσεις της αυλής, ο νεαρός χριστιανός λησμόνησε προς στιγμήν τα καθήκοντά του απέναντι στον μόνο αληθινό Βασιλέα. Του φανερώθηκε όμως τη νύκτα ο ίδιος άγγελος πάλι και του υπενθύμισε ότι το ξίφος εκείνο με το οποίο είχε νικήσει, είχε δοθεί σε αυτόν από τον Χριστό ως σημείο του αγώνα του μαρτυρίου που θα χρειαζόταν να δώσει. Ο Μερκούριος αφυπνίσθηκε τότε από τον ύπνο της αμελείας και την επομένη, ενώ ο αυτοκράτορας τον είχε καλέσει να προσφέρει θυσία στην Αρτέμιδα, εκείνος αρνήθηκε να παρουσιασθεί. Όταν κλήθηκε από τον ηγεμόνα, ομολόγησε την πίστη του με ζήλο και πέταξε κάτω τα στρατιωτικά του διάσημα, με σκοπό να δείξει ότι ήταν έκτοτε αποφασισμένος να εγκαταλείψει κάθε είδους επίγεια δόξα και να αντιμετωπίσει τον θάνατο για τον Χριστό.

     Ρίχθηκε αμέσως στη φυλακή και υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια. Όλα τα υπέμεινε με ιλαρότητα, αφού ο ίδιος εκείνος άγγελος τού είχε φανερωθεί στο κελλί του για να του δώσει θάρρος και ελπίδα. Αρχικά, τον έδεσαν σε τέσσερα παλούκια υπομένοντας πολλές μαχαιριές· έπειτα, κρεμασμένος πάνω από ένα μαγκάλι, δέχθηκε αφόρητους σπαθισμούς από παντού και το αίμα του κυλούσε τόσο άφθονο που έσβησε τελικά τη φωτιά. Τον κρέμασαν κατόπιν ανάποδα έχοντας δέσει ταυτόχρονα μια βαρύτατη πέτρα στην κεφαλή του και τον μαστίγωσαν με μαστίγιο με τέσσερις χάλκινες λωρίδες. Τέλος, τον μετέφεραν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και αποκεφαλίσθηκε με διαταγή του αυτοκράτορα. Ο άγιος Μερκούριος ήταν μεγαλόσωμος και ωραίος στην όψη, έχοντας ξανθά τα μαλλιά και, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εμφανισιακά τον στόλιζε και ένα φυσικό κοκκινάδι που έλαμπε στις νεανικές παρειές του. Μαρτύρησε σε ηλικία μόλις εικοσιπέντε ετών, αλλά κληρονόμησε αιώνια και άφθαρτη δόξα στην ουράνια στρατιά των αγίων Μαρτύρων του Ιησού Χριστού.


     Η αγιολογική παράδοση, παρά το διάβα του χρόνου, στηριζόμενη ακλόνητα στην πύρινη προσευχή αλλά και σε ένα αποκαλυπτικό όραμα του αγίου επισκόπου της Καισαρείας της Καππαδοκίας, του Μεγάλου Βασιλείου [1 Ιαν.], θέλει και θεωρεί τον άγιο Μερκούριο, περίπου εκατό χρόνια μετά τη μαρτυρική του τελείωση, ως αιφνίδιο πλην όμως θεόσταλτο καθαιρέτη του Ιουλιανού του Παραβάτη (βλ. Ιωάννου Μαλάλα ή Μαλέλα [491-578] σ. 333-334 και «Πασχάλιον Χρονικόν» [10ος αι. – «Baticanus 1941»] σ. 552, εκδ. Βόννης)· γεγονός που επέφερε την οριστική παύση του σκληρού διωγμού εκ μέρους του παγανιστή και χριστομάχου ηγεμόνα. Αυτό ακριβώς υπαινίσσεται εξάλλου και το δίστιχο (ενός Χριστοδούλου) προς τον άγιο: «καὶ νεκρὸς ἐχθρὸν σὺ πατάσσεις Κυρίου».

     Αλλά, τι ακριβώς είχε συμβεί;
     Τον καιρό που ζούσε ο Μέγας Βασίλειος (330-379), ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (330-26 Ιουνίου 363), αυτός ο ασεβής και ειδωλολάτρης βασιλιάς, θέλοντας να εκστρατεύσει εναντίον της Περσίας, κατά την πορεία του προσέγγισε και σταμάτησε έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο Μέγας Βασίλειος γνώριζε τον Ιουλιανό από τότε που φοιτούσε στην Αθήνα έχοντάς τον συσπουδαστή. Πρόλαβε και ενημέρωσε έγκαιρα τον λαό της Καισαρείας και τον σύναξε για να προϋπαντήσουν τον αυτοκράτορα. Μην έχοντας ο άγιος άλλο δώρο, που απαιτούσε να προσφέρει προς αυτόν ο αγέρωχος ηγεμόνας, του έδωσε μονάχα τρεις κρίθινους άρτους, από τους οποίους έτρωγε κι αυτός. Όταν ο βασιλιάς είδε αυτό το ευτελές δώρημα του φτωχού και ασκητή επισκόπου, θίχτηκε η αλαζονεία του και διέταξε τους υπηρέτες του να δώσουν περιφρονητικά στον άγιο Βασίλειο ξερό χόρτο από το λιβάδι. Βλέποντας αυτή την καταφανή καταφρόνηση ο ανδρειόφρων επίσκοπος της Καισαρείας είπε προς τον βασιλιά: «Εμείς, βασιλιά μου, σου δώσαμε απ’ αυτό που τρώμε κι εμείς στο τραπέζι μας και σου προσφέραμε κάτι, έστω ελάχιστο, όπως το περίμενες. Η βασιλεία σου, όμως, αντάμειψε αυτή μας την προσφορά από εκείνο που εσύ τρως!». Θύμωσε τότε πολύ ο Παραβάτης και λέει προς τον άγιο Βασίλειο: «Δέξου τώρα το δώρο που σου δίνω εγώ κι όταν επιστρέψω από την Περσία νικητής, έχω να κάψω την πόλη σου, να αιχμαλωτίσω και τούτον τον μωρό και ασύνετο λαό που εξαπατάς, γιατί τους θεούς που εγώ προσκυνώ όλοι αυτοί τους ατιμάζουν εξαιτίας σου, οπότε κι εσύ, τότε που θα γυρίσω, θα λάβεις την πρέπουσα τιμωρία από μένα!». Με τέτοιες βαριές απειλές άφησε ο Ιουλιανός τον Μέγα Βασίλειο κι έφυγε για την Περσία.
     Κάλεσε εκ νέου ο Μέγας Βασίλειος τον λαό της Καισαρείας και τους απηύθυνε τις εξής συμβουλές: «Μη λυπηθείτε, αδελφοί μου χριστιανοί, τα χρήματά σας, μονάχα φροντίστε για τη ζωή σας. Φέρτε ό,τι χρήματα έχει ο καθένας, να τα μαζέψουμε σ’ ένα μέρος, κι όταν ακούσουμε ότι επιστρέφει πίσω ο βασιλιάς, θα τα ρίξουμε όλα σωρούς κάτω στο δρόμο απ’ όπου θα περάσει, ώστε βλέποντάς τα αυτός, σαν φιλοχρήματος που είναι, να κατευναστεί ο θυμός του και να μην πραγματοποιήσει τίποτα απ’ όσα σκέφτεται να κάνει εναντίον μας». Ο λαός έκανε πρόθυμα αυτό που του είπε ο άγιός του. Σύναξαν άπειρο πλούτο, χρυσάφι, ασήμι, πολύτιμους λίθους και τα τοποθέτησαν όλα στο Σκευοφυλάκιο για να φυλάσσονται εκεί, αφού πρώτα έγραψε ο κάθε κάτοικος της Καισαρείας τ’ όνομά του επάνω σε αυτό που προσέφερε.
     Όταν έμαθε ο Άγιος ότι σε λίγο επιστρέφει ο Παραβάτης βασιλιάς, σύναξε όλο το πλήθος των χριστιανών, συν γυναιξί και τέκνοις, προστάζοντάς τους να νηστεύσουν όλοι μαζί για τρεις συνεχείς ημέρες. Κατόπιν, ανέβηκαν όλοι τους επάνω σ’ ένα όρος της Κασαρείας που λεγόταν «Δίδυμον», πάνω στο οποίο ήταν κτισμένος ένας ναός προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έμειναν όλη τη νύχτα άγρυπνοι σ’ αυτόν τον ναό προσευχόμενοι, κλήρος και λαός, και με συντετριμμένη καρδιά παρακαλούσαν τον πολυεύσπλαχνο Σωτήρα Χριστό και την πανάχραντη Μητέρα Του να μεταλλάξουν την κακοποιό βουλή του ασεβέστατου βασιλιά. Στέκοντας σε πύρινη προσευχή ο άγιος Βασίλειος, εκεί στο μέσον του λαού του Θεού, είδε σαν σε όραμα ένα πλήθος στρατιάς των αγγέλων να περικυκλώνουν το όρος και εν μέσω αυτής της στρατιάς έναν μεγαλοπρεπή θρόνο όπου καθόταν μια υπερένδοξη γυναίκα, η οποία είπε προς τους παραστεκούμενους αγγέλους: «Φωνάξτε μου τον Μερκούριο, προκειμένου να μεταβεί και να καθαιρέσει τον εχθρό του Υιού μου, τον Ιουλιανό!». Φάνηκε τότε στον Μέγα Βασίλειο ότι παρουσιάσθηκε ο άγιος Μερκούριος κι αφού έλαβε αυτοπροσώπως την προσταγή αυτής της Κυρίας, η οποία δεν ήταν άλλη εκτός από την Παναγία, έφυγε τάχιστα για την αποστολή που του ανατέθηκε.


     Όταν είδε ο άγιος Βασίλειος αυτή την οπτασία, κατέβηκε μαζί με τους κληρικούς του στην πόλη της Καισαρείας, όπου ήταν κτισμένος ένας ναός του αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, μέσα στον οποίο βρισκόταν το ιερό του λείψανο μαζί με τα στρατιωτικά του όπλα, τα οποία τιμούσαν με σεβασμό και δέος οι χριστιανοί. Η Καισάρεια ήταν ο τόπος της μαρτυρικής τελευτής του αγίου Μερκουρίου και θεωρούνταν ως ο τρανός της πολιούχος. Όταν μπήκε στον ναό του Μάρτυρος ο Μέγας Βασίλειος, είδε να απουσιάζει από εκεί το λείψανό του καθώς και τα όπλα του. Ρώτησε αμέσως τον σκευοφύλακα για ποιο λόγο και πώς λείπουν τα μαρτυρικά αγιάσματα, μα εκείνος δεν γνώριζε απολύτως τίποτα. Τότε ήταν που κατάλαβε ο Μέγας Βασίλειος ότι ήταν πέρα για πέρα αληθινό το όραμα που είδε, αγρυπνών και προσευχόμενος, επάνω στο «Δίδυμον» όρος και εννόησε, επίσης, ότι εκείνη τη νύχτα αποτελειώθηκε ο ασεβής ο Ιουλιανός, ο όντως Αποστάτης και Παραβάτης, ο άσπονδος εχθρός του Χριστού και σκληρός πολέμιος της Εκκλησίας.
     Μόλις έμαθε ο κόσμος τα παράδοξα τούτα γεγονότα, φώναξε με μια φωνή: «Σκεφτήκαμε να δώσουμε τα πλούτη μας στον ασεβή βασιλιά για να σώσουμε τη ζωή μας· τώρα, να μη τα προσφέρουμε στον Βασιλιά του ουρανού και της γης, που μας έσωσε και μας χάρισε τη ζωή;». Ο άγιος Βασίλειος, ο αγαθός και φωτισμένος ποιμένας της Καισαρείας, επαίνεσε την προαίρεσή τους και, αφού πρώτα τους προέτρεψε να πάρουν ό,τι ήθελε ο καθένας, στο τέλος μοιράστηκαν όλα τα εναπομείναντα πλούτη σε πτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία κ.α., αποκλειστικά για την ανακούφιση των αναγκεμένων και πονεμένων αδελφών.

     Η κάρα του αγίου Μερκουρίου ευρέθη, όπως λέγεται, στο Ocnele της Βλαχίας και μεταφέρθηκε στην επισκοπή του Ramnicu-Vilcea από τον επίσκοπο Ιωσήφ το 1766. Από εκεί μεταφέρθηκε στη Ρωσία, απ’ όπου επεστράφη στη Ρουμανία το 1956. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο των Τεχνών στο Βουκουρέστι.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οὐράνιον Ἄγγελον, χειραγωγὸν ἀσφαλῆ, πρὸς δόξαν ἀρίδηλον, ὡς τοῦ φωτὸς κοινωνός, Μερκούριε ἔσχηκας· ὅθεν τῷ ἀθανάτῳ, Βασιλεῖ πειθαρχήσας, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, ὡς γενναῖος ὁπλίτης· διὸ τοὺς σοὶ προσιόντας, μάκαρ περίσωζε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
σπερ θεῖον θώρακα, ἠμφιεσμένος, τοῦ Χριστοῦ τὴν δύναμιν, ἀθλητικῶς ἀνδραγαθεῖς, καταπυρσεύων τοὺς ψάλλοντας· χαῖρε Μαρτύρων τὸ κλέος Μερκούριε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
φθης νεανίας πανευπρεπής, οἷα στρατιώτης, τοῦ Σωτῆρος περιφανής· φύσεως γὰρ ὥρᾳ, τὴν ἄθλησιν ἀνθήσας, Μερκούριε θεόφρον, Χριστῷ δεδόξασαι.






[ (1) «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου.
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος), σελ. 252–253.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Απρίλιος 20122.
(2) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών Ενιαυτού»·
Τόμος Α΄, σελ. 556.
Εκδόσεις «Δόμος»·
Αθήνα, 20052.
(3) «Θρησκευτική και Ηθική
Εγκυκλοπαίδεια»·
Τόμος 8ος, σελ. 1002,
(άρθρο του Β. Ν. Γιαννόπουλου)·
Αθήναι, 1966.
(4) Σωφρόνιου Ευστρατιάδου
(Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως):
«Αγιολόγιον
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
σελ. 333·
Έκδοσις
της «Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι, 1995 (ανατύπωση).
(5) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
i. Τόμος 1ος, σελ. 35–37,
Αθήναι, 19996·
ii. Τόμος 11ος, σελ. 636–642,
Αθήναι, 19985.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.