Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ


     Πολλοί θά ’θελαν να ξοδέψουν μια ζωή για μια στιγμή, τη στιγμή που άλλοι βλέπουν όλη τους τη ζωή να χάνεται πάλι σε μια στιγμή. Κυψέλες οι στιγμές στο ρεύμα της αιωνιότητας που εισχωρεί στον ανθρώπινο βίο ανεπαίσθητα, αποκτώντας εύθραυστα δικαιώματα, μοιράζοντας σεμνές ευθύνες και επαγγέλλοντας κραταιές τιμές αθανασίας για το απορημένο και ανίδεο πρόσωπό μας. Ψυχή και σώμα ο άνθρωπος, σ’ αυτόν τελειοποιούνται οι αντιθέσεις, ισορροπούν οι αντινομίες, λειαίνονται οι αντιφάσεις, απαντώνται οι πόθοι. Η Χάρη του Θεού βαστάει πάντα το μυστικό της ειρήνης, της χαράς, της δύναμης και της ενότητάς μας. Η πορεία και το διάβα μας εδώ στη γη, μια περιπέτεια, ένας αγώνας και μια πάλη, ένας πόθος και μια λαχτάρα για το πώς θα Την ελκύσουμε σε μας. Είναι βέβαιο ότι θα μας «πληρώσουν» εκείνες οι λεπτομέρειες που έχουν λόγο στην έκπληξή μας· ότι θα μας ακυρώσουν εκείνες που φέρουν το δικαίωμα της κρίσης μας. Παρόλα αυτά είθισται να μη ζούμε εμμονικά «για τις λεπτομέρειες» για να μη βασανιζόμαστε μάταια ως άπταιστοι, τελειομανείς, εγωπαθείς και άρρωστοι. Μα να ειπωθεί ότι υπάρχουν και οι εξαίσια αναπλαστικές λεπτομέρειες μιας πολύτιμης καλής ευαισθησίας που κάνουν τη διαφορά στην αγάπη που περνάει μέσ’ απ’ αυτές προκειμένου να δομήσουν το σύνολο της εικόνας του κόσμου, το σύνολο της κατάστασης του εσώτατου εαυτού μας. Όλες οι καίριες απαντήσεις των θεμάτων μας είναι και παραμένουν κρυμμένες, γιατί απλά δεν μπορούν να είναι διάχυτες και εξόφθαλμες. Κάθε τι το «ετοιμοπαράδοτο» αποτελεί κατάφορη αδικία και δεινή χρεοκόπηση. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε να ψάξουμε, να αναζητήσουμε, αρκεί ετούτη η έρευνα να μη λαβώσει την ισορροπία μας, να μην εκπειράσει με τους όνυχες της αλαζονείας μας τον Θεό μας που είναι η αρχή του είναι μας. Και το μυστήριο του είναι μας δεν χαρίζεται, γιατί είναι το κρείττον αγαθό του οποίου η γνώση και η επίγνωσή του δωρίζεται μέσα από το μαρτύριο. Οι στιγμές «γνωρίζουν»· γιατί αποθηκεύουν αλήθειες που αγνοούμε, αλήθειες που δεν αναζητάμε, αλήθειες που δεν ζούμε. Η «Φωνή του Θεού», η μη πωρωμένη συνείδηση μέσα μας, απλά έρχεται στο μετά και επικυρώνει όσες τυχόν αλήθειες εμείς αναζητήσαμε, όσες βρήκαμε και όσες μας βρήκαν. Εκεί, στις αθέατες στιγμές· που μοιάζουν για πολλούς σαν «ασήμαντες λεπτομέρειες»· τις οποίες η αγάπη, που δεν είναι ασήμαντη, καταφάσκει και επιδοκιμάζει. Και όλοι πια ξέρουμε καλά, όχι «Τι», αλλά «Ποιος» είναι η Αγάπη· ο Θεός.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


     Ξυπνώ. Και να! Είσαι μαζί μου. Καθώς σηκώνομαι, αισθάνομαι την Παρουσία Σου που με ζωογονεί. Νιώθω την τρυφερή Σου στοργή που με τυλίγει.

     Το ξύπνημα των Μαθητών Σου τις μέρες που πατούσες τα χώματα της Παλαιστίνης… Αυτά τα πρωινά της Γαλιλαίας στην ακρογιαλιά, μεταξύ Τιβεριάδος και Καπερναούμ… Το γνωρίζω πολύ καλά από προσωπική πείρα. Τα πουλιά κελαηδούν με μια λάμψη, με μια δύναμη που δεν έχω ξανακούσει αλλού. Ο ήλιος δεν έχει φανεί ακόμη. Ρίχνει όμως ήδη μια ασημένια γραμμή στα νερά της αναποφάσιστης λίμνης, στα κύματά της που ανάλαφρα τραγουδούν. Οι Μαθητές Σου ξυπνούν, αντικρίζουν την καινούργια μέρα χαρούμενα γιατί θα περπατήσουν πάλι μαζί Σου. Είναι ευτυχισμένοι, γιατί ξέρουν πως κάθε ώρα που θα περάσουν κοντά Σου θα είναι αποκάλυψη και θάμβος. Οι ίδιες αυτές υποσχέσεις των όρθρων της Γαλιλαίας προσφέρονται και σε μένα κάθε αυγή καθώς ξυπνώ. Σκέπτομαι: «και σήμερα θα Τον ακολουθήσω…».

     Δεν είναι τόσο το ξύπνημα των Μαθητών Σου, όσο η δική Σου καθημερινή έγερση, που θά ’πρεπε να δώσει στο καθημερινό μου ξύπνημα την ουσία του, το νόημά του. Διδάσκαλε, όταν ξυπνούσες, η πρώτη σου κίνηση δεν μπορούσε να είναι άλλη, από μια ανάταση προς τον Πατέρα: «Κι αφού σηκωθώ, θα πάω προς τον Πατέρα Μου» (Λουκ. 15, 18). Η φράση αυτή, που η παραβολή αποδίδει στον άσωτο υιό, έπαιρνε στα χείλη Σου ένα νόημα εντελώς ειδικό, αληθινά μοναδικό. Πήγαινες –ων ήδη προαιώνια μαζί Του– προς έναν Πατέρα, από τον Οποίο τίποτε, σε καμιά περίπτωση, δεν Σε είχε χωρίσει.


     Δεν μπορώ να προφέρω τη φράση αυτή με τον μοναδικό τρόπο που την έλεγες Εσύ. Δεν μπορώ να πάω προς τον Πατέρα παρά μόνο σαν γιος ένοχος. Σαν γιος που μετανοεί, που πεθαίνει από την πείνα, που είναι συντετριμμένος ως τα βάθη της υπάρξεώς του. Συντετριμμένος, γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνο που εγκατέλειψε ήταν η απόλυτη Αγάπη κι εκείνο που ζήλεψε ήταν ξυλοκέρατα «που έτρωγαν τα γουρούνια» (Λουκ. 15, 16). Ασφαλώς δεν αρκεί, αυτή η συνειδητοποίηση να παραγάγει μέσα μου μιαν αόριστη αίσθηση στέρησης, μια νοσταλγία. Πρέπει να με χτυπήσει σαν μαστίγιο. Κι ο πόνος από το κτύπημα τούτο, πρέπει να φθάσει μέχρι «μυελού των οστέων» μου. Τότε θα δοκιμάσω την αληθινή συντριβή, Κύριε, μεσ’ στην αυγή «δέξαι με μετανοούντα». Εμφύσησέ μου το Πνεύμα Σου, οδήγησέ με προς τον Πατέρα.

     Και να, ο Πατήρ Σε αποστέλλει, Εσένα τον Ίδιο, προς εμένα, ως φορέα της συγνώμης, ως αγγελιοφόρο της ελπίδος. Ο μεγάλος γιος του πατέρα του ασώτου ζήλεψε τον αδελφό του, οργίσθηκε εναντίον του. Σήμερα όμως ήδη, την ώρα της πρωινής μου εγέρσεως ο Μεγάλος Υιός, ο Μονογενής –που είναι συγχρόνως και μεγαλύτερος αδελφός μου– έρχεται να με αναζητήσει και να με υποδεχθεί εκ μέρους του Πατέρα.

     Λυτρωτή μου, προτού ακόμη προλάβω να σηκωθώ, είσαι εδώ. Με θέλεις… «Να η φωνή του καλού μου που μου χτυπά την πόρτα… Να τος, στέκεται έξω από το σπίτι, κοιτάει απ’ το παράθυρο, ρίχνει ματιές απ’ το καφασωτό. Ο αγαπημένος μου μιλάει και μου λέει: “Σήκω!”» (Άσμ. Ασμ. 5, 2· 2, 9–10).

     Κύριε Ιησού, κάθε καινούργια μέρα είναι μια συνάντηση που κλείνεις μαζί μου. Σ’ αυτή τη συνάντηση φθάνεις πάντα πρώτος Εσύ. Ας αρχίζει λοιπόν κάθε μέρα για μένα με τον πόθο αυτής της συνάντησης, με τη λαχτάρα μιας επίγνωσης και μιας αγάπης ολοένα πιο μεγάλης! Κάθε ξύπνημά μου, ας μου φέρνει πριν απ’ όλα τη χαρά και τις επαγγελίες της Παρουσίας Σου!


     Ιησού, ξέρω πως είσαι εδώ και με παίρνεις στα χέρια Σου. Μα δεν μπορώ, δεν πρέπει να ξεχνώ εκείνους που Σε αγνοούν. Εκείνους, των οποίων το ξύπνημα δεν φωτίζεται και δεν θερμαίνεται από το φως Σου, από την ανατολή του αληθινού Ήλιου. Χλωμές, μελαγχολικές αυγές εκείνων που υποφέρουν, των αρρώστων που θα πεθάνουν, που μετρούν ένα-ένα τα λεπτά. Αγωνίες των ανθρώπων που δεν ξέρουν πώς θα μπορέσουν να βρουν τροφή για τη μέρα που έρχεται, πώς θα θρέψουν τα παιδιά τους. Κόπωση και βαρυθυμιά των εργατών, που πριν φέξει ξεκινούν για σκληρές δουλειές: το ορυχείο, τη μηχανή, το σιδηρόδρομο. Ξύπνημα του αμαρτωλού με τα κατάλοιπα από την πικρή γεύση της αμαρτίας. Όλα αυτά, Κύριε, και όλους αυτούς τους ξέρεις, τους συμπονάς. Κάνε την ψυχή μου μέτοχο της συμπάθειας που νιώθεις γι’ αυτούς. Σύνδεσέ με, με τον πόθο Σου να μην αφήνεις να περάσει η μέρα χωρίς να τους προσφέρεις μ’ έναν αθέατο τρόπο τη θεϊκή Σου βοήθεια.

     Κύριε, με πλησιάζεις και μου λες, όπως στην κόρη του Ιάειρου: «Έγειρε!». Πιάνοντάς την από το χέρι την ξανάφερες στην ζωή. Το παιδί που νόμιζαν νεκρό σηκώθηκε αμέσως και άρχισε να περπατάει. Και να, ότι μέσα στην καθημερινή πράξη της πρωινής έγερσης, διαβλέπω το μυστήριο και τη δύναμη της Αναστάσεως.

     Κι Εσύ επίσης «ηγέρθης», αναστήθηκες από τον ύπνο του θανάτου. Σηκώθηκες ζων και ένδοξος. Από τότε η δόξα της Αναστάσεώς Σου σφραγίζει την κάθε μας αυγή.


     Την πρώτη μέρα της εβδομάδος, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο Σου. Ήταν «λίαν πρωί», «ανατείλαντος του ηλίου» (Μάρκ. 16, 2). Κύριε, καμιά καινούργια αυγή ας μην έλθει να φωτίσει τη ζωή μου, χωρίς ταυτόχρονα η σκέψη μου να τρέξει προς την Ανάστασή Σου. Χωρίς να τρέξω εν πνεύματι προς το καινό μνημείο του Κήπου!

     Εκείνος που έρχεται να με βρει κάθε πρωί, καθώς χαράζει, είναι ο Αναστάς Χριστός. Ό,τι κι αν πρόκειται να συμβεί, όσοι κίνδυνοι κι αν με απειλούν, το ξεκίνημα της ημέρας μου θα είναι θαυμάσιο, αν θυμάμαι –με όλη μου όμως την ψυχή και τη διάνοια– ότι ο Σωτήρ μου νίκησε τις δυνάμεις του κακού και του θανάτου. Η πρώτη πράξη πίστεως κάθε πρωί, θα είναι μια πράξη πίστεως στην τελική Σου νίκη. «Κραταιή πιο πολύ κι απ’ το θάνατο η αγάπη· πύρινα φτερά η δική της φλόγα· που και η μεγαλύτερη ποσότητα νερού δεν μπορεί να τη σβήσει και τα ποτάμια αδυνατούν να τη σκεπάσουν» (Άσμ. Ασμ. 8, 6–7).

     –Το πιστεύεις αυτό, παιδί Μου;
     –Το πιστεύω, Κύριε.
     –Τότε, παιδί Μου, δεν πρέπει να υπάρχει στην ψυχή σου θέση για καμιά λύπη, για κανέναν φόβο. Ένα μόνο να φοβάσαι: μήπως Με χάσεις. Μήπως χάσεις Εμένα, που είμαι η Ζωή σου.

     Κύριε Ιησού, κάθε μέρα μπορεί με τον τρόπο αυτό να γίνει για μένα μια αληθινή Κυριακή, «πρώτη Σαββάτων», γιορτή της Αναστάσεώς Σου. Ας είναι λοιπόν κάθε πρωινό για μένα μια αυγή του Πάσχα!


     Γράφω αυτές τις γραμμές στην Ιερουσαλήμ, την αυγή της Κυριακής του Πάσχα. Τις γράφω σε αυτό τον Κήπο, όπου επί τόσα χρόνια μού έδωσες τόσα πολλά! Είναι ένας κήπος υποθέτω όμοιος με εκείνον όπου ήταν το μνημείο που Σε δέχθηκε μετά τον Σταυρό. Ανάμεσα στους φοίνικες και τα άνθη, κοντά σ’ αυτό το βράχο που ο ήλιος πυρώνει, νομίζω ότι βλέπω τη Μαγδαληνή ενώ έκλαιγε σκυμμένη στον τάφο. Παρακολουθώ τη σκηνή που περιγράφει το Ευαγγέλιο. Η Μαρία Σε αναζητεί. Απευθύνεται στον άνθρωπο που νομίζει για κηπουρό. Στρέφεται. Σε βλέπει. Αλλά, «δεν κατάλαβε ότι Αυτός είναι ο Ιησούς». Και μόνο όταν της είπες «Μαρία!», «στραφείσα εκείνη» και πάλι και, αναγνωρίζοντάς Σε, «λέγει· ραββουνί!», Διδάσκαλε! (Ιωάν. 20, 14–16).

     Αυτό το γεγονός φωτίζει, αποκαλύπτει τη φύση της υπέρτατης μεταστροφής. Η Μαρία Σε αναζητεί. Αλλά Σε αναζητεί με τη μορφή, που ήδη είχε σχηματίσει μέσα της. Επιμένει στη μορφή αυτή. Γι’ αυτό το λόγο και δεν μπορεί να Σε αναγνωρίσει έτσι όπως της παρουσιάζεσαι. Δυο φορές γυρίζει προς το μέρος Σου –«μεταστροφή» σημαίνει ακριβώς την πράξη του «στρέφεσθαι εις τα οπίσω» (Ιωάν. 20, 14)– και μόνο τη δεύτερη φορά, ακούγοντας το όνομά της, αποκτά συνείδηση της Παρουσίας Σου.


     Δεν ξέρω πόσες φορές ακόμη θα θελήσεις να δω το φως της αυγής, τη λάμψη της καινούργιας ημέρας. Δεν ξέρω αν θ’ ακούσω και πάλι τις καμπάνες του Πάσχα να κτυπούν στην Ιερουσαλήμ. Όμως, σε παρακαλώ, κάνε ώστε η κάθε αυγή να είναι για μένα αυγή του Πάσχα. Κάνε να βρίσκομαι μυστικά στον Κήπο της Ιερουσαλήμ. Και κάθε μέρα, κάθε πρωινή μου έγερση, φέρνοντάς μου τη χαρά του Πάσχα, ας προκαλεί εντός μου την πιο βαθειά μεταστροφή. Μια μεταστροφή που θα με κάνει να στραφώ από την εικόνα Σου του χθες προς την εικόνα Σου του σήμερα! Μάθε με, σε κάθε κατάσταση και σε κάθε πρόσωπο, να Σε γνωρίζω, έτσι που θέλεις να Σε γνωρίσω σήμερα. Όχι έτσι που μου παρουσιάσθηκες χθες, αλλά έτσι που μου δείχνεσαι τώρα! Να μια μεταστροφή και αλλαγή που δεν πραγματοποιείται χωρίς βία. Μεταστροφή που απαιτείς να γίνει οπωσδήποτε. Τα καινούργια πρόσωπα, οι καινούργιες καταστάσεις, διά μέσω των οποίων θα Σε συναντήσω, ενδέχεται να είναι ποικίλες και διάφορες. Ας είναι καθένα από τα πρωινά μου ξυπνήματα ένα ξύπνημα εν τη Παρουσία Σου –που μπορεί να είναι τόσο διαφοροποιημένη– μια πασχαλινή συνάντηση με τον Χριστό, που είναι τόσο απροσδόκητος Επισκέπτης μερικές φορές! Κάθε επεισόδιο, κάθε γεγονός της μέρας που άρχισε, ας είναι μια στιγμή που θ’ ακούσω να με καλείς με το όνομά μου, όπως κάλεσες τη Μαρία. Τότε, ας ήταν να στραφώ κι εγώ προς το μέρος Σου. Ας ήταν να Σου απαντήσω με μια λέξη, να σου πω μια μόνο λέξη (αλλά με όλη μου την καρδιά): «Διδάσκαλε!».

Ιερουσαλήμ, Πάσχα 1960


LEV LOUIS GILLET
(1892–1980)


[Αρχιμ. Lev Louis Gillet
(1892–1980):
«Παρουσία του Χριστού»
(Γραμμένο από ένα μοναχό
της Εκκλησίας της Ανατολής),
Μεταφρασμένο από τα Γαλλικά
από τον Επίσκοπο Βρεσθένης
Δημήτριο Τρακατέλλη
(τώρα, Αρχιεπίσκοπο Αμερικής),
κεφ. 14ο, σελ. 97–103,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα, 19802.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


     Η σχέση μας με τον Θεό πρέπει να γεμίσει ειλικρίνεια, απλότητα, άνεση, ελευθερία. Το άνοιγμά μας προς Αυτόν να είναι ανεπιτήδευτο, πηγαίο, ζωντανό, αυθόρμητο. «Ο Θεός» μας, «ουκ έστι θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Όταν νιώσουμε και όσο θυμόμαστε συνεχώς την αγάπη Του, τότε θα μπορούμε να αρχίσουμε να είμαστε επιτέλους ζωντανοί άνθρωποι, ασφαλείς στο διάβα των επιγείων μας, εκλεκτοί στα βιώματα της καρδιάς μας. Εμάς ωστόσο μας νέκρωσε προ πολλού η υποκρισία και η αυτοδικαίωσή μας, το θέλημα και η φαντασία μας, η μανία και όχι ο πόθος μας για τον Χριστό, για την αγιότητα του Προσώπου Του. Αντί η προσωπική μας κοινωνία με το θείο να είναι μια αποκάλυψη, καταντά να είναι μια συγκάλυψη που θυμίζει βαριά ταφόπλακα ακίνητη στο στέρνο μας. Πώς να ενεργήσει μετά η Χάρη; Πώς να μπολιαστεί στον παλμό μας η χαρά; Γίνεται ποτέ να βερνικωθεί η λάσπη; Ποιο κατάπλασμα γέννησε ποτέ την υγεία; Γέμισαν οι τοίχοι μας με εικόνες, τα ερμάριά μας με φυλακτά, λαδάκια και βαμβακάκια. Η σκουριά που «τρώει» τα «τοιχώματα» της εφησυχασμένης ψυχής μας πότε θα μας προβληματίσει; Μου είπε ένας ιερέας: «Έκαμνα κηδεία κι έβλεπα απέναντί μου ένα ταλαίπωρο άτομο με φοβερά και γόρδια συμπλέγματα μέσα του. Μια ζωή ανακαλούσε πεισματικά τον πόνο του για να προσφέρει πόνο και δυσκολία στους άλλους. Είναι αδιανόητο στην επαφή του με τους γύρω του να μη φέρνει δυσχέρεια, πλήξη, ένταση, έριδα, μιζέρια, σιωπηλή αποδοκιμασία, κατάκριση και επίκριση. Έκαμνε δε τόσο σπασμωδικά, τόσο αναίτια συχνά το σταυρό του, λες και αγχωνόταν να μη φανερωθεί η συρρικνωμένη αλήθεια του ανασφαλή είναι του προς τον κοινωνικό περίγυρο. Κι όσο σταυροκοπιόταν, τόσο πειραζόταν ο εσωτερικός του κόσμος, ταράζονταν τα σπλάχνα του γιατί δεν υπήρχε μέσα στη δομή τους κάτι που να θυμίζει ειλικρίνεια και αλήθεια». Κάποιοι καταφεύγουν στη θρησκεία αλυτρωτικά, με απεγνωσμένη αδυναμία, θρασύτητα και πονηρία, σαν να γυρεύουν να βολέψουν τα προσφιλή τους εσωτερικά δεσίματα. Κάποιοι ανοίγονται καθαρά και αυταπαρνητικά προς τον Χριστό και γίνεται μετά Αυτός ο Ελευθερωτής των ψυχών τους. Έχει μεγάλη διαφορά το ένα με το άλλο. Στο πρώτο, ένα ατακτοποίητο και συννεφιασμένο εγώ συμπράττει με τη θρησκεία κρύβοντας μέσα σε αυτή το κίβδηλο και την υποκρισία του. Στο δεύτερο, η ολόθυμη φορά και μετοχή μας προς το θείο αναπλάττει εκπληκτικά την καρδιά μας. Κάνει τη ζωή, ζωή. Και τον όποιο θάνατο, ανίσχυρο και δέσμιο δούλο της. Καλά ξεμπερδέματα για όσους ανήκουν στην πρώτη εκδοχή. Καλή και γοργόφτερη ελευθερία στους άλλους της δεύτερης, τους υπέροχους ουράνιους ανθρώπους και επίγειους αγγέλους…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΤΙ ΕΧΕΙΣ; ΚΙ ΕΓΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΜΑΙ!»

«ΤΙ ΕΧΕΙΣ; ΚΙ ΕΓΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΜΑΙ!»


     Έλεγαν για τον αββά Ζήνωνα ότι ήταν μικρόσωμος και αδύνατος, πολύ σοβαρός, γεμάτος από προθυμία και θέρμη για τον Θεό και ότι είχε μεγάλη κατανόηση για τους ανθρώπους. Σ’ αυτόν συγκεντρώνονταν από παντού πολλοί κοσμικοί και μοναχοί, του φανέρωναν τους λογισμούς τους και θεραπεύονταν.

     Συναντήσαμε, λοιπόν, κάποιον από τους πατέρες που είχε μείνει κάποτε κοντά στον άγιο Ζήνωνα και, όταν άρχισε να μας λέει ωφέλιμα λόγια, του υποβάλαμε το εξής ερώτημα· «Αν κάποιος διακατέχεται από έναν λογισμό και βλέπει τον εαυτό του να νικιέται απ’ αυτόν και ενώ πολλές φορές αυτός συναισθάνεται μέσα του και ακούει καλοπροαίρετα τι είπαν οι πατέρες για την καθαρότητα της ψυχής και, παρόλο που θέλει να πετύχει αυτήν την καθαρότητα, ωστόσο δεν μπορεί, είναι σωστό να το εξομολογηθεί αυτό σε κάποιον από τους πατέρες ή οφείλει να βάλει τα δυνατά του να πράξει όπως διάβασε και να αρκεστεί μόνο στη συνείδησή του;». Μας είπε ο γέροντας τα εξής· «Οφείλει να το εξομολογηθεί σε άλλον που να μπορεί να τον ωφελήσει και να μη στηριχθεί μόνο στον εαυτό του. Γιατί δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει από μόνος του τον εαυτό του, προπάντων αν έχει καταπονηθεί από τα πάθη».

     «Σε μένα», είπε, «στα νιάτα μου συνέβη το εξής περιστατικό. Είχα κάποιο ψυχικό πάθος και υποχωρούσα σ’ αυτό. Επειδή άκουγα για τον αββά Ζήνωνα ότι έκανε πολλές θεραπείες, θέλησα να πάω να του το εξομολογηθώ. Μ’ εμπόδιζε ο διάβολος λέγοντας· “Αφού γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις, πράξε όπως εσύ αντιλαμβάνεσαι. Γιατί να πας τώρα και να σκανδαλίζεις τον γέροντα;”. Και κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να πάω, για λίγο απομακρυνόταν από μένα ο πόλεμος αυτού του πάθους, μόνο και μόνο για να μην πάω. Όταν όμως αποφάσιζα να μην πάω στον γέροντα, πάλι με αφάνιζε το πάθος. Και πάλι πάλευα να πάω και πάντα την ίδια παγίδα μού έστηνε ο εχθρός, επειδή δεν ήθελε να μ’ επιτρέψει να εξομολογηθώ αυτό το πάθος στον γέροντα.


     »Πολλές φορές πήγα στον γέροντα να του μιλήσω και δεν μ’ άφηνε ο εχθρός, βάζοντας ντροπή μέσα μου και λέγοντάς μου· “Αφού γνωρίζεις εσύ πώς να θεραπεύσεις τον εαυτό σου, είναι ανάγκη τώρα να πας σε κάποιον άλλον; Αν κάνεις έτσι και δεν πας πουθενά, δεν σημαίνει ότι πνευματικά παραμελείς τον εαυτό σου. Αφού γνωρίζεις κι από μόνος σου τι είπαν γι’ αυτό το πάθος οι πατέρες”. Αυτά μου έλεγε συνέχεια ο αντίδικος διάβολος για να μη φανερώσω το πάθος μου στον πνευματικό γιατρό και θεραπευθώ. Ο γέροντας καταλάβαινε ότι έχω κακούς λογισμούς μέσα μου, όμως δεν με έλεγχε ο ίδιος, γιατί περίμενε ό,τι έχω να του το αναγγείλω εγώ από μόνος μου. Παρόλα αυτά με δίδασκε τον ορθό βίο και μ’ άφηνε ελεύθερα να φύγω.

     »Αργότερα, θλιμμένος και κλαίγοντας είπα στη ψυχή μου· “Ως πότε, αθλία μου ψυχή, δεν θα θέλεις να θεραπευτείς; Άλλοι έρχονται από μακριά στον γέροντα και θεραπεύονται κι εσύ δεν ντρέπεσαι να έχεις κοντά σου τον γιατρό και να μη θεραπεύεσαι;”. Τελικά, αφού επαναστάτησα μέσα μου, σηκώθηκα και είπα στον εαυτό μου· “Αν πάω στον γέροντα και δεν συναντήσω κανέναν εκεί, θα καταλάβω απ’ αυτό ότι είναι θέλημα Θεού να του φανερώσω τον κακό λογισμό που έχω μέσα μου”.

     »Λοιπόν πήγα, και δεν βρήκα κανέναν. Ο γέροντας, όπως συνήθιζε, με δίδασκε για τη σωτηρία της ψυχής μου και για το πώς μπορεί κανείς να καθαριστεί από ακάθαρτους λογισμούς. Επειδή και πάλι εγώ ντρεπόμουν και δεν του φανέρωνα τίποτα, τον παρακάλεσα να μ’ αφήσει να φύγω. Αφού σηκώθηκε ο γέροντας, προσευχήθηκε και με ξεπροβόδισε περπατώντας μπροστά μου μέχρι την εξώπορτα. Εγώ, βασανιζόμενος από τις σκέψεις, να μιλήσω ή να μη μιλήσω προς αυτόν, τον ακολουθούσα διστακτικά. Ο γέροντας δεν μ’ εμπόδισε, αλλά κράτησε την πόρτα ανοικτή για να περάσω.


     »Όταν με είδε να βασανίζομαι για πολλή ώρα από τις σκέψεις μου, στρέφεται προς το μέρος μου και, χτυπώντας το στήθος μου, μου λέει· “Τι έχεις; Κι εγώ άνθρωπος είμαι!”. Μόλις μου είπε αυτά τα λόγια, νόμισα ότι μου άνοιξε την καρδιά και πέφτω μπρούμυτα στα πόδια του και τον παρακαλώ με δάκρυα λέγοντας· “Λυπήσου με!”. Αυτός μου λέει· “Τι έχεις;”. Του απαντώ· “Γνωρίζεις τη δυσκολία μου”. Μου λέει· “Είναι ανάγκη εσύ να μου πεις τι έχεις”. Όταν, καταντροπιασμένος του φανέρωσα το πάθος μου, μου λέει· “Γιατί ντράπηκες να μου μιλήσεις; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις να σου πω τα δικά μου; Τρία χρόνια δεν έρχεσαι εδώ έχοντας αυτούς κι αυτούς τους λογισμούς χωρίς να μου τους φανερώνεις;”. Ενώ εγώ έπεσα στα πόδια του και τον παρακαλούσα λέγοντάς του “Ελέησέ με για τ’ όνομα του Θεού”, αυτός μου είπε· “Πήγαινε, μην αμελείς την προσευχή σου και μην κατακρίνεις κανέναν”. Γύρισα, λοιπόν, στο κελί μου χωρίς να αμελήσω την προσευχή μου και, από τότε, με τη Χάρη του Θεού και με τις ευχές του γέροντα, δεν ενοχλήθηκα από εκείνο το πάθος.

     »Ύστερα από ένα χρόνο, μου ήρθε η σκέψη· “Μήπως αυτός που σε ελέησε είναι ο πολυέλεος Θεός και όχι ο γέροντας;”. Πηγαίνω, λοιπόν, προς αυτόν θέλοντας να τον δοκιμάσω. Αφού τον πήρα ιδιαιτέρως, έβαλα μετάνοια και του είπα· “Πάτερ! Στ’ όνομα της αγάπης που έχεις προς τον Θεό, προσευχήσου για μένα και για ’κείνον τον λογισμό που σου φανέρωσα κάποτε”. Αυτός, αφού μ’ άφησε πεσμένο στα πόδια του και σιώπησε για λίγο, μου λέει· “Σήκω και κατάλαβε καλά τι συνέβη!”. Όταν τ’ άκουσα εγώ αυτό, ήθελα να με καταπιεί η γη από τη ντροπή που ένιωθα. Όταν σηκώθηκα, επειδή δεν μπορούσα ν’ ατενίσω τον γέροντα, έφυγα για το κελί μου γεμάτος θαυμασμό γι’ αυτόν».

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΙΝΑ


[Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Το Γεροντικόν του Σινά»
«Σιναϊτικά Κείμενα – 1»,
Κεφ. 50ο («Ζήνων–Β΄»),
σελ. 172–177,
Εκδόσεις Ιεράς Μονής
Θεοβαδίστου Όρους Σινά,
Θεσσαλονίκη 1991.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
(με μια ελαφρά διόρθωση στην απόδοση):
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

«ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ, ΠΟΥ Μ’ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΩ ΧΑΡΤΙΑ!»

«ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ,
ΠΟΥ Μ’ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΩ ΧΑΡΤΙΑ!»


     Υπάρχει μια περίπτωση να αδικούμε και επιπλέον να προσβάλλουμε τον Θεό και, μάλιστα, να μην το παίρνουμε καθόλου χαμπάρι αυτό. Και αυτή η αδικία ή η προσβολή μας να μην έχει απαραίτητα σχέση με εξόφθαλμα «βαρειές» πράξεις, όσο με απλές, απλούστατες και «αθώες» λέξεις. Και αυτές πάλι οι λέξεις είναι οι πρώτες ανεπίγνωστες θυρίδες, τα μικροπεράσματα του πειρασμού μέσα μας, του οποίου οι συνέπειες –δυστυχώς– δεν μπορούν να προσμετρηθούν όσο πρέπει από μέρους μας. Δίνοντας φρένο στην έτοιμη δικαιολογία που ενδέχεται να παραστέκει σιμά στο πνεύμα μας, λέω τούτο: δεν έχει σημασία το τι εννοούσαμε να πούμε και το τι θέλαμε να πούμε στο βάθος του σκοπού και της προαίρεσής μας. Σημασία έχει που αυτός ο βλαπτικός και μάταιος λόγος εκφέρεται, εκστομίζεται από μας προς τα έξω.

     Μπορούμε να πούμε φέρ’ ειπείν, πολύ άστοχα: «Ευχαριστώ τον Θεό, που μ’ αφήνει να παίζω χαρτιά!». Λάθος! Ίσως, βέβαια, να θέλαμε να πούμε: «Ευχαριστώ τον Θεό, που δεν με συνερίζεται και μακροθυμεί με μένα η αγάπη Του και, παρόλη τη μεγάλη βλακεία μου, εγώ συνεχίζω ασύνετα να παίζω χαρτιά εις βάρος του εαυτού μου και εις βάρος του σπιτιού μου». Σωστό! Ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη φράση υπάρχει μια μεγάλη, ειδοποιός και αγεφύρωτη διαφορά: με την πρώτη φράση μου ο Θεός εμπαίζεται ή μειώνεται για χάρη του δικού μου πάθους· με τη δεύτερη φράση, με μια αδίστακτη και ειλικρινή αυτοκριτική, με μια επαινετή μεταμέλεια και συντριβή, ρίχνω εγώ ανεπιφύλακτα τον εαυτό μου, παραδέχομαι πλήρως το λάθος μου και την κατάστασή μου, ταπεινώνω τον φταίχτη μου εαυτό –έστω και λεκτικά– και υψώνω δοξολογικά τον Θεό και τη μεγάλη Του αγάπη, που παραχωρεί διαθέσιμο καιρό προς την ελευθερία μου, όχι βέβαια για να συνεχίσω να είμαι όπως είμαι, παρέα με τα πάθη μου, αλλά παραχωρεί σε μένα προσωπικά καιρό μετανοίας και ανάνηψης. Η πρώτη φράση «Ευχαριστώ τον Θεό που μ’ αφήνει να παίζω χαρτιά» είναι στην κυριολεξία μια από μέρους μου (προσέξτε μία-μία τις λέξεις, παρακαλώ!) αθεολόγητη, επιπόλαιη, άσχημη και τοξική «δοξολογία», η οποία, από πνευματική άποψη, ασφαλώς και δεν μπορεί και δε γίνεται να γίνει αποδεκτή από τον Θεό.

     Είναι σημαντικό να καταλάβουμε καλά μέσα μας ότι δεν πρέπει να ανακατεύουμε τον Θεό με τα πάθη και τις πτώσεις μας. Να μη είμαστε φρούδοι και αμμώδεις στη σκέψη, αλλά εδραίοι στο φρόνημα, ζώντας τον Θεό με την καρδιά μας και εκτιμώντας κατάλληλα το Πρόσωπο και την Παρουσία Του στη ζωή μας. Είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη ευχαριστία από μέρους μας αυτό, η οποία ενέχει μέσα της λεπτές δογματικές έννοιες και θεολογικές εμβιώσεις. Που, πάει να πει ότι αρχίζουμε, με τη Χάρη Του, να «γνωρίζουμε» την άγνωστη αγάπη Του καλά και Εκείνος «άρχισε» να μας «ξέρει», δηλαδή να προσέχει, παρά την πτωτικότητά μας, την εξαιτίας Του ευαίσθητη και ποιητική καρδιά μας μέσα στην τέλεια, υπερπροσωπική και υπέρχρονη παγγνωσία Του.

     Ο Κύριος Ιησούς Χριστός επιθυμεί και χαίρεται να μας βλέπει άκρως προσεκτικούς στην αίσθηση και την εκτίμησή μας προς Αυτόν, γιατί η προσοχή και η νήψη μας αποτελούν πρώτ’ απ’ όλα έναν εγκάρδιο σεβασμό και πόθο προς τη μεγαλοσύνη Του. Αδιάκριτους, απερίσκεπτους, πρόχειρους και αδιάφορους οπωσδήποτε δεν μας θέλει η αγάπη Του. Επομένως, αξίζει, Φίλοι μου καλοί, σε ανεκδιήγητο βαθμό να γνωρίζουμε ότι ο Θεός βρίσκεται πάντα και παντού πλάι μας, είναι σε όλα μαζί μας, εκτός βέβαια από την αμαρτία μας. Σε όλα ενώνεται με μας και σε όλα περιχωρείται μυστικά, σε όλα μπορεί να υποκρύπτεται και από όλα μπορεί να αποκαλύπτεται, εκτός φυσικά από τα πάθη που εμείς επιλέγουμε να έχουμε και που Αυτός παραχωρεί, από ανεξερεύνητη αγάπη, να επιλέγουμε μέσα στην ελευθερία μας. Τα παραχωρεί· αλλά αυτό δε σημαίνει ότι τα επευλογεί. Και εννοείται ότι, ζώντας παράλληλα με τα πάθη εμείς, δε σημαίνει ότι εισπράττουμε ευλογία και χάρη από αυτά. Το αντίθετο μάλιστα.

     Γι’ αυτούς που διαβάζουν τούτο το γράμμα και βιαστούν να βγάλουν άτοπα συμπεράσματα, λέω τα εξής: δεν θα διυλίσουμε τον κώνωπα των άσκεφτων εκφράσεων τόσο των δικών μας όσο και των άλλων και δεν θα «χαλάμε» το πρόσωπο που δεν είχε την εκ φύσεως ικανότητα να διατυπώσει με αρτιότητα πνευματικής σοφίας τις σκέψεις του για τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι παρεξηγησιάρης και εύθικτος όσο εμείς. Δεν ψάχνει ευκαιρίες το έλεός Του να μας εγκαλέσει με τα αναμενόμενα λάθη και τα σφάλματά μας. Αλλά, τι γίνεται; Να σας πω: Εμείς είμαστε που λαμβάνουμε χάρη και έλεος, κραταίωση, δύναμη και ρώση (=σωτηρία), όποτε συναισθανόμαστε βαθειά μέσα μας ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών αλλά, ταυτόχρονα, σε πλήρη διάσταση και σε ακατάλυτη «απουσία» ως προς τα δικά μας πάθη, τις δικές μας ατέλειες και τις αμαρτίες μας. Γιατί με αυτή την ευγενή και θεολογική καλλιέργεια που πρέπει να υπάρχει στη ψυχή μας, δικαιώνουμε μόνο Αυτόν και όχι τον εαυτό μας: «Εις Άγιος, εις Κύριος…». Και όσο πιο γρήγορα και ακαθυστέρητα διορθώνουμε με απλότητα τους εαυτούς μας και τα όποια τυχόν φραστικά λάθη που κάνουμε προς τις θείες έννοιες και καταστάσεις, προς αυτό το ίδιο το Πρόσωπο του Θεού, τόσο πιο πολύ αισθαντική γίνεται στο πλευρό μας η θεία Του αγάπη. Γιατί ο Θεός συγκινείται όταν βλέπει σε μας παλμούς θείων ευαισθησιών. Ένας αδαής νους θα πει πολύ βιαστικά και επιπόλαια: «Εε, σιγά!... Και τι έγινε;… Αυτά είναι λεπτομέρειες!...». Όμως, πιστέψτε με, από κάτι τέτοιες σημαντικές λεπτομέρειες είναι που έρχεται είτε σαν το δροσιστικό κύμα η θεία βοήθεια είτε σαν το λίβα η μανία του πειρασμού κατά πάνω μας. Και επειδή ο Θεός δεν προσβάλλεται, δεν αδικείται και δεν μειώνεται από κανέναν και από τίποτα ποτέ, όλη αυτή η πνευματική προσβολή, η αδικία και η μείωση επιστρέφει στον άνθρωπο σαν εξ αριστερών πειρασμός, που προήλθε από το κενό χάριτος της δικής μας τουλάχιστον φραστικής, λεκτικής απροσεξίας. «Από το στόμα σου θα σε κρίνω» (Λουκ. 19, 22) μας λέει η αψευδής θεία φωνή Του μέσα από το ιερό Ευαγγέλιό Του. Κι αν δεν είναι αλήθεια αυτό!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝΕ Φ.

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝΕ Φ.


     Ήξερα από παλιά μια κυρία που λεγότανε Φ. Έχω πολλά χρόνια να την ακούσω και να τη δω. Θυμάμαι να ήταν ένας πράος, ησύχιος και σοφός άνθρωπος. Άνθρωπος ιδιαίτερης σύνεσης και προσευχής. Δυστυχώς, η ίδια ήταν για κάποια χρόνια «μάρτυς του Ιεχωβά». Βυθισμένη στον βούρκο της αιρέσεως των αιρέσεων, μέσα στις χιλιαστικές τους δοξασίες και οικτρές πλάνες και με την αδυναμία του γυμνού από εμπειρική θεολογία πνεύματός της, δεν μπορούσε να διακρίνει πού και ποια είναι η Αλήθεια. Θυμάμαι ακόμη όλη τη γλαφυρή περιγραφή των πράων λόγων της προς εμένα με συγκίνηση. Κάποτε συνήλθε. Δεν ξέρω πώς ακριβώς, αλλά πάντως συνήλθε. Ίσως οι προσευχές των προγόνων της, ίσως η αγαθή της προαίρεση, η πρεσβεία της Παναγίας μας ή κάποιου Αγίου που ευλαβούνταν πρωτύτερα. Το πνευματικό φως της αλήθειας του Χριστού από λεπτή και δυσδιάκριτη αχτίδα έγινε ένα ευγενικό και θεραπευτικό πλάτιασμα μέσα της. Είδε σε ένα παράδοξο και ισχυρό ενύπνιο τον Ιησού Χριστό να της κρατάει σφιχτά το χέρι και να τη σηκώνει μέσα από τον ζοφερό βούρκο μέσα στον οποίο βρισκότανε, μέσα σε ένα τοπίο γεμάτο καταχνιά και βάραθρα. Όταν η θεία αγάπη και η θεία αλήθεια ελκύσουν τη ψυχή, μεριάζει η πλάνη, η άρνηση και η αίρεση. Κατάλαβε το ολέθριο λάθος της. Κατάλαβε και τον ύπουλο μηχανισμό του προσηλυτισμού τους. Το πώς τους μυούν σιγά-σιγά με διάφορα στάδια για την εμπέδωση της αιρέσεώς τους, το πώς τους διδάσκουν να παγιώνεται μέσα τους η παμπόνηρη μέθοδος στο να τραβούν με το μέρος τους αφώτιστες, ανίδεες και αστήρικτες ψυχές. «Ακόμη και το χρώμα των ρούχων μας ήταν προκαθορισμένο από αυτούς. Το πώς θα μιλήσουμε, το πώς θα κοιτάξουμε τον άλλον, όλα ήταν διατεταγμένα και βγαλμένα από τα ειδικά σεμινάρια που γίνονταν στις εγκαταστάσεις τους», μου είχε πει με έμφαση. Όταν κατάλαβαν ότι δραπετεύει από τον στρατώνα τους, της έκαναν μεγάλο πόλεμο: την απειλούσαν, την κατασκόπευαν, δεν την άφηναν ήσυχη και ελεύθερη με τίποτε. Άλλαξε αριθμό τηλεφώνου και, αν θυμάμαι καλά, ακόμη και διεύθυνση κατοικίας. Επέστρεψε συντετριμμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μυρώθηκε και ομολόγησε την πλάνη της. Και τότε ήταν που είδε ξανά τον γλυκύτατο Χριστό, αυτή τη φορά να την έχει πλάι Του μέσα σε ένα πλούσιο, ειρηνικό και υπερκόσμιο φως. Δεν ξέρω αν ζει ή αν πέθανε. Μακάρι να είναι καλά, όπου και να είναι. Τη θυμάμαι ιδιαίτερα. Ήταν άνθρωπος πραότητας, ευγένειας, προσευχής και σοφίας πραγματικά πνευματικής.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΗΤΑΝ

ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΗΤΑΝ


     Δεν είδα τον θάνατο στο μέλι. Δεν είδα τη ζωή στην πίκρα των συντυχιών. Δεν είδα τη χαρμολύπη από την άβυσσο των προσώπων. Με τις πράξεις παθαίνεις λιγότερα. Με τα λόγια πεθαίνεις πιο πολύ. Μετά τη συντριβή ήρθε ένα φως που έσταζε θαλπωρή στην καρδιά που κατείχε η μοναξιά σα τυραννία. Μα κι αυτή μια ιδέα ήταν.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ


     Πίσω από τις κουρτίνες και τα πέπλα του πολυδαίδαλου φόβου ένα πρόσωπο με προσδοκίες στο χρόνο περιμένει: το θαύμα του Θεού που καθυστερούν οι άφιλοι άνθρωποι· που αλαργεύουν οι απηνείς λογισμοί· που αναθάλλουν οι πράξεις της ακαταίσχυντης ελπίδας. Μη το συζητάς εαυτέ μου, πρέπει να εκτεθούμε στο τέλος!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΧΑΡΤΑ ΕΝΟΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ

Η ΧΑΡΤΑ ΕΝΟΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ


     Δεν μπορούμε να ζητάμε τη σοφία της καρδιάς μας, αν πρώτα δεν αγαπήσουμε τη μητέρα της, τον πόνο. Να μας λείψει κάποτε η ανάσα του απατεώνα κόσμου και του ψεύτη ντουνιά· να στερέψει η πνοή του κορμιού που είναι η κιβωτός των ποικίλων βασάνων μας· να σαβανωθούμε σαν αδύναμοι πηλοί με τους οποίους πλάθονταν διηνεκώς η αμαρτία μας· να μπούμε αδιαμαρτύρητα μέσα στο σπήλαιο ή στον λάκκο του τέλους μας. Ξεραμένες οι πληγές μας δεν έχουν τη δύναμη να μας κυβερνούν πια. Η παγωμάρα του κόσμου που υπηρετούσαμε πιστά γίνεται ένα με την πλάκα που σκεπάζει το κουφάρι μας. Τέρμα τώρα οι αλλοφροσύνες, οι λογισμοί, οι πειρασμοί, οι αλαζονείες και οι φαντασίες. Είμαστε μόνοι. Μόνοι και αδύναμοι. Πεθάναμε, δίχως καν να το καταλάβουμε. Η φασαρία, οι σαγήνες και τα φώτα του κόσμου μακραίνουν από τη σπασμωδική ελαχιστότητά μας. Όλα μάς ξεχνούν ἠδη από το πρώτο λεπτό, γιατί όλα παραδίδονται στη λήθη, γιατί σχεδόν όλα στην κοιλάδα των επιγείων δεν είναι αλήθεια. Ένα κουρνιαχτό ήταν όλες οι εξουσίες, οι δυνάμεις, οι χαρές, οι λύπες, τα ξεφαντώματα, τα ξεφωνητά μας, οι κρότοι και οι σπαραγμοί μας, τα δούναι και τα λαβείν μας, τα πήγαινε και τα έλα μας. Ο οξειδωμένος πάσσαλος της εγκόσμιας μαγκιάς μας λεγόταν τελικά «ματαιότητα», «αυταπάτη», «χίμαιρα», «ουτοπία», μια ατέλειωτη λογοκρατική και εγκεφαλική θεωρία που σφυρηλατούσε επιδέξια η εντύπωση, η κενοδοξία, η αλητεία μας είτε στο θρήσκευμα εἰτε στην κοινωνία των ιδεών και των δήθεν προσώπων. Το κυνήγι των σκιών μέσα στο απεγνωσμένο μας είναι καθόριζε για χρόνια το χαμένο διάβα μας. Ο Θεός μας πέθαινε και ανασταινόταν, κι εμείς παίρναμε χαμπάρι μόνο από το αστραφτερό μας άτομο. Τι άτομα, Θεέ μου! Τώρα οι συγγενείς και οι φίλοι κάναν πέρα. Πέρα και τα όνειρα και οι πόθοι, οι ιδέες και τα «νομίσματά» μας. «Εγώ είμαι», λέγαμε. «Εγώ νομίζω», «εγώ θεωρώ», «εγώ πιστεύω», «εγώ θέλω», «γιατί έτσι θέλω», «τι με νοιάζει εμένα», «σκασίλα μου μεγάλη», «έτσι γουστάρω». «Εγώ είμαι»! Τελικά, άμα δεν πεθάνεις, άμα δεν πεθάνεις και δεν αναστηθείς ακόμη ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ, ακόμη ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΕΙΣΑΙ, ακόμη ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ. Όμως, ποιος σε ανασταίνει τώρα, που πέθανες εαυτέ μου! Όλη η περασμένη επίγεια ζωή ήταν ένας στίβος, ένας αγώνας, μια κλεψύδρα και μια αρένα της ελπίδας, της πίστης, της αγάπης. Κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, το καταλαβαίνουμε-δεν το καταλαβαίνουμε, δοκιμαζόμαστε στην αγάπη και ανάλογα πιστεύουμε και ανάλογα ελπίζουμε και ανάλογα ζούμε. Αν δεν αγαπήσεις βαθειά μέσα σου, βαθειά και ανιδιοτελή, είναι σαν να μην πιστεύεις, είναι σαν να μην ελπίζεις. Το «δεν θέλω», γίνεται μετά «δεν μπορώ» και το «δεν μπορώ» γίνεται «άσε με ήσυχο Θεέ!», «άσε με ήσυχο συνάνθρωπε!». Μόλις πεθάνεις πραγματικά, καταλαβαίνεις· τότε καταλαβαίνεις, έρχεσαι στη γνώση, έρχεσαι σε συναίσθηση. Βλέπεις τι είχες και τι έχασες. Τι ήσουν, τι δεν ήσουν και τι μπορούσες και έπρεπε να ήσουν. Όλες οι διαστάσεις γίνονται ένα μέσα σε σένα. Θυμάσαι τη παμβέβηλη κουσουριά σου, την αυτοκαταστροφική σου βλακεία, τη μαεστρία σου στην πονηριά, τη δραπέτευσή σου από κάθε καλοσύνη. Όταν πεθάνεις, νιώθεις πια καθαρά τα πάντα, δεν μπορείς και δεν τολμάς να κρίνεις κανέναν· είσαι εσύ ο Μέγας Φταίχτης που είχες μιαν επίγεια ζωή σαν καρδιοστάλακτη και θεοδώρητη Ευκαιρία της ψυχής σου και ωστόσο δεν μετάνιωσες, δεν πίστεψες, δεν ακολούθησες Αυτόν που πέθανε και αναστήθηκε για σένα. Δεν έχουν «εδώ» που ήρθες, εαυτέ μου, πέραση οι δικαιολογίες, οι εξυπνάδες, οι συγκαλύψεις, οι περιστροφές, οι αναλήθειες, οι διπλωματίες, τα «ήξεις-αφήξεις», οι αιτιάσεις σε όλους τους άλλους· είσαι τώρα ο Μόνος Ένοχος που δεν συγχώρεσες, που δεν υπέμεινες, που δεν μακροθύμησες, που δεν βοήθησες και δεν συμπαραστάθηκες, που δεν έγινες Αγάπη, που δεν προσευχήθηκες, που δεν ανοίχθηκες προς τον Ουρανό, που δεν έκανες μια σταλιά θυσία λίγο τη ζωή σου, που δεν έκανες με επαινετή σιχασιά πέρα τη θολούρα των παθών, των λογισμών, των κολλημάτων, των εμμονών, των αγνοιών, των ταραχών που έφερναν μέσα σου και έξω οι δικές σου προλήψεις. Οι άλλοι ήταν μόνιμα η απειλή σου, ο κόσμος μια βασική αιτία να πικραίνεται η φιλαυτία σου, οι σχέσεις το αγωνιώδες απόσπασμα του εγωισμού σου, οι συντυχίες η τεράστια εσωτερική απέχθεια της αλαζονείας σου. Τώρα μη ζητάς τα ρέστα: πέθανες! Πέθανες, αλλά και πάλι δεν ησύχασες. Τώρα αρχίζει για σένα η νέμεση, η ολίσθηση του εαυτού σου στα βάραθρα της απελπισίας και της ανελπιστίας, η γεύση του προσωπικού σου θανάτου στην αλύτρωτη μοίρα της αιωνιότητας. Πέθανες. Επειδή στην προηγούμενη λίγη ζωή σου δεν γύρεψες τον Αναστάντα, επειδή ο βίος σου ουσιαστικά αποστράφηκε τον Σταυρό Του, μίσησε την Ανάστασή Του και πολέμησε τη νίκη Του επί του θανάτου της αγαπημένης σου αμαρτίας. Πέθανες. Και στο άδη –λένε– δεν υπάρχει μετάνοια, μεταμέλεια, αλλαγή, μεταστροφή, επιστροφή. Και «πέθανες» σημαίνει να ζεις το αδιήγητο τέρμα του πόνου, του ατερμάτιστου πένθους, του αβυσσαλέου στεναγμού που δε συναντάει μιαν έρμη τελεία και παύση, της ατελεύτητης οδύνης που δεν έχει λύπηση. «Χριστέ μου, ας είναι ένα ψέμα!», λες. Και τα μάτια ανοίγουν από τον ιδρώτα που κυλάει και που ενώνεται με τα δάκρυα μέσα σε μιαν ανήσυχη νύχτα, από ένα ιδιαίτερα μελανό όνειρο. Δεν πέθανες τελικά! Άρχισε λοιπόν τότε να ζεις αυθεντικά και βάλε αρχή να ζήσεις με τον Θεό, για τον Θεό και από τον Θεό. Ζητώντας και αναζητώντας με πόθο και ταπείνωση τον θείο Λυτρωτή Χριστό, τον Αναστάντα εκ Νεκρών. «Ων πρώτος (νεκρός) ει συ»…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΒΓΕΣ ΚΙ ΕΣΥ ΕΞΩ ΨΥΧΗ!

ΒΓΕΣ ΚΙ ΕΣΥ ΕΞΩ ΨΥΧΗ!
—Νύξεις ευλαβικές και σχολιασμός πενιχρός
στην έγερση του φίλου του Χριστού Λαζάρου—


     Η ανάσταση του Λαζάρου, του δίκαιου ανθρώπου και φίλου του Χριστού, αναδεικνύει περίτρανα το πόσο σωτήριο γεγονός στέκει για την καρδιά μας και για τη ζωή της καρδιάς μας να κάνουμε και να έχουμε –πραγματικά και όχι φανταστικά– φίλο τον Χριστό. Κι αυτό δεν είναι κανένα προτεσταντικό πυροτέχνημα λόγου, μια γλυκολογία σε ανέξοδο κήρυγμα. Ο Λάζαρος βρέθηκε όντως στην απόλυτη εσχατιά του ανθρώπινου πόνου: έσβησε, πέθανε, πήγε στον άδη, περάσανε γι’ αυτόν τέσσερεις ολόκληρες μέρες δίχως πνοή και παλμό στο σώμα του, ανίσχυρος ο εαυτός του προσχώρησε στην κατοχή της φθοράς, γνώρισε την απόλυτη εγκατάλειψη, όλη την υπέρτατη μοναξιά, πήγε «εκεί» όπου δεν υπάρχει φως, ελπίδα, χαρά και ζωή. Άφησε τον επίγειο κόσμο, τις αγαπημένες του αδελφές, τις συγγένειες, τις κοινωνίες, τις τέρψεις, τις ξενοιασιές, τις βολέψεις, τα πάντα από τη ζωή του. Αλλ’ όμως δεν τον άφησε ο Φίλος του, ο Χριστός. Ακόμη και το ότι καθυστέρησε ο Κύριος να μεταβεί προς το μνήμα του φίλου Του και άφησε να περάσουν οι μέρες μέσα σε μια εξωφρενική και ακατανόητη απάθεια, αυτό δίνει περισσότερη έμφαση στο υπερβάλλον μέγεθος της θεϊκής ευεργεσίας αλλά και της σημασίας του να έχει κάποιος Φίλο τον Χριστό. Δόξα μεγάλη φανερώνεται κάθε φορά που ο Χριστός είναι «απών», «σιωπηλός» και «άπρακτος» σε μας. Όλη η αδυναμία του δικού μας πνεύματος εκδηλώνεται στη βαθειά και πολύπλευρη αδημονία μας. Όλοι κάποτε βρεθήκαμε ή ενδεχομένως να βρεθούμε σχετικά στη θέση του Λαζάρου, να γίνουμε κι εμείς μικροί «λάζαροι»: θα αφεθούμε σ’ έναν μικρό ή μεγάλο σβησμό, θα εγκαταλειφθούμε για λίγο ή για πολύ, από κάποιους ή από όλους, θα γευθούμε έναν πικρό άδη ενός σκληρού και βίαιου πόνου, όλα ή κάποια από τα υποστυλώματα της ζωής μας θα δραπετεύσουν από μας, ενδεχομένως να μείνουμε τελείως μόνοι, αβοήθητοι, ανυπεράσπιστοι. Κι αυτό δεν είναι ένα πεσιμιστικό μελό σενάριο, αλλά ισχυρή οντολογική πραγματικότητα. Το θέμα είναι, πάνω από όλα, εάν η καρδιά μας έχει Φίλο τον Χριστό και εάν η πηγαία ελπίδα μας προς Αυτόν δεν σταματάει ποτέ να Τον επικαλείται. Όπου και να πάμε, ό,τι και να γίνει, όσο και να καθυστερήσει Αυτός να έρθει προς εμάς, όσα ποτήρια αγωνίας και ανημποριάς κι αν πιούμε σε συνθήκες σαρωτικές για τις ευαισθησίες και τις δυνάμεις μας, κάποτε Αυτός θα έρθει. Δεν γίνεται να μην έρθει. Γιατί έρχεται πάντα. Και ακόμη, αν θέλετε, κάνει πως «έρχεται», για να δοκιμάσει μέσα σ’ εκείνο το κρίσιμο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην «αφάνεια» και στον «ερχομό» Του την πιστότητα και την αυθεντικότητα των αισθημάτων της καρδιάς μας προς Αυτόν. Ουσιαστικά δεν έχει φύγει ποτέ από μας, είναι πάντα πλάι μας, είναι αδιάστατα μαζί μας. Γιατί Αυτός είναι ο μόνος που μένει και παραμένει Φίλος μας, Φίλος πιστός. Που ξέρει να συγκινείται θεοπρεπώς, όταν εμείς σβήνουμε και χανόμαστε, όταν μας εγκαταλείπει η ζωή που εμείς νομίζαμε για ζωή. Αυτός ο Φίλος, συγκινείται, πονάει, κλαίει και συγκλονίζεται για μας, όταν μας καταπίνουν οι δοκιμασίες, τα παθήματα, οι πίκρες, τα σαράκια, οι καταχνιές των παθών μας. Έρχεται αθόρυβα, αρχοντικά. Η αγάπη Του τολμά και διασχίζει όλα τα πλήθη των φθονερών και κακότροπων ανθρώπων και όλη την αφθονία του μίσους του κόσμου. Η Φιλία που έχει προς εμάς είναι ανεκτίμητη και ανυπολόγιστη και δεν μπορεί να μην είναι ούτε για μια στιγμή ευεργετική: η Αυτοζωή μάς δίνει τη ζωή, το Φως Του, τη δύναμη, την κραταιά Του αγάπη. Η ανάστασή μας είναι όλη κρυμμένη μέσα στη ματιά Του, στα χνώτα Του, στην υποβλητική φωνή Του: «Δεύρο Έξω!». «Έλα έξω!»: έξω και πέρα μακριά από τον θάνατο που μας κατέχει, από τον άδη που μας κατατρύχει, από τη φθορά και τη σήψη, από τον πόνο με τον οποίο είμαστε καθηλωμένοι, από τα φαρδιά λουριά με τα οποία είμαστε σφιχτοδεμένοι. «Βγες έξω!», μας λέει. Και συνεχίζει, όταν εμείς λήγουμε μέσα στις ενδοκαταρρεύσεις μας: «Άκου, φίλε, τη Φωνή Μου. Είναι αυτή που σε συναντά, που συνέχει το είναι σου, που σε κρατά και σε περιέπει ακατανόητα βαθύστοργα, που έρχεται μέσα σου, είναι αυτή που έχει μέσα της για σένα το δώρο της ζωής που σου επιστρέφεται ή που σου ανανεώνεται από Μένα. Κι όλο αυτό επειδή εσύ είσαι φίλος Μου, επειδή Εγώ είμαι Φίλος σου. Και επειδή είσαι φίλος Μου, δεν γίνεται εσύ να μείνεις μόνος ποτέ, δεν γίνεται να μην έχεις ζωή, δεν γίνεται να μην έχεις ελπίδα, δύναμη και χαρά. Όποιος παμφάγος και ψυχοφάγος άδης κι αν σε κρύψει από Μένα, αυτό θα είναι τελικά μια ματαιότητα των συνθηκών, μια προσκαιρότητα των περιστάσεων, μια καθαρτική υποχώρηση στον πόνο, αλλά όχι η οριστική επικράτηση και η νίκη του. Εγώ τους Φίλους Μου ξέρω μόνο να τους αγαπώ. Κι επειδή τους αγαπώ, τους σώζω· βγάζοντάς τους από τον όποιο άδη που τόλμησε να τους τραβήξει προς το μέρος του απερίσκεπτα». Έτσι λοιπόν, η περιφρόνηση προς τον κάθε άδη που μας πλησιάζει λέγεται και είναι μόνο ελπίδα, χριστοελπίδα. Η ελπίδα, η ενθάρρυνση, η πίστη προς τον Φίλο Χριστό πάντα δικαιώνεται, τα σκοτάδια χάρη σ’ Αυτόν είναι χάρτινα, οι πόνοι σκιές των περασμένων και σβησμένων αμαρτημάτων μας, οι μοναξιές γεννήματα και σπαράγματα του ανικανοποίητου και θρασύ εγώ μας. Ο βαρύς κι ασήκωτος λίθος της απώλειας αποτραβιέται με χαροποιό δύναμη. Ο Φίλος, που είναι ο εύστοργος Κυρίαρχος των πάντων, στέκει τώρα απ’ έξω. Τα δάκρυά Του μεταστρέφουν και μεταποιούν τα σύμπαντα. Οι αδελφές Μάρθα και Μαρία συντετριμμένες πέφτουν στα πόδια του Φίλου, στην αρχή με φρενήρη πόνο κι αργότερα με ασίγαστη ευγνωμοσύνη. Οι αδελφές του Λαζάρου: η ταπείνωση και η αγάπη, η θεωρία και η πράξη, η πίστη και η προσευχή. «Λάζαρε, δεύρο έξω!», φωνάζει ο Φίλος. «Βγες» κι εσύ τώρα «έξω» ψυχή, κάθε ταπεινή και πιστή ψυχή, που ακούς τώρα τη φωνή του Φίλου σου, που είσαι και έγινες φίλη Του επειδή κατάλαβες πολύ καλά ότι μια τέτοια Φιλία αξίζει περισσότερο κι από την ίδια τη ζωή σου, από αναρίθμητες άλλες και όσες ζωές, γιατί είναι μια Φιλία που στέκει πιο πάνω απ’ όλους τους κόσμους, πιο πάνω απ’ όλους τους ανθρώπους. «Βγες έξω» και ζήσε. Ζήσε μαζί Του…

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.