Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΩΝ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΩΝ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗΣ


     Ο κατά κόσμον Νικόλαος Στράτογμαν, του Αρσενίου και της Μαρίας, γεννήθηκε στο Γορόδνο της Ρωσίας το 1874. Διετέλεσε, λένε, σωματάρχης του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας, αγίου Νικολάου Β΄ Ρωμανώφ (1868–1918). Φθάνοντας το 1921 στο Άγιον Όρος, μετέβη στα φρικτά Καρούλια, στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου. Εκεί, νέος τον συνάντησε το 1938 ο π. Χερουβείμ (Καράμπελας· 1920–1979), κτήτωρ της Μονής του Παρακλήτου, ο οποίος αναφέρει στις «Νοσταλγικές αναμνήσεις» του γι’ αυτόν: «Μία κατάλευκη οσιακή μορφή, με ουράνιο μειδίαμα, με μία εξωκόσμια καλωσύνη». Εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος το 1922. Το 1952 γράφει περί αυτού στο περίφημο «Λαυσαϊκό» του ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (1886–1983): «Ανώτερος αξιωματικός του τσαρικού στρατού, ο Γέρων Νίκων, γλωσσομαθής και θεολογικώτατος. Αυτόν επισκέπτονται πολλοί ξένοι και ιδίως άνθρωποι του προτεσταντικού δόγματος και φεύγουν καταγοητευμένοι από τη συνομιλία μαζί του για θρησκευτικά ζητήματα. Ένας απ’ αυτούς, τέως βουλευτής της Βουλής των Κοινοτήτων, ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και ήδη εξακολουθεί να είναι ο θερμότερος λάτρης της στο Λονδίνο, ευγνωμονώντας πανοικεί τον σεβαστό παπα–Νίκωνα για τη σωτήρια πνευματική αφύπνιση αυτού και των οικείων του».


     Την ίδια εποχή τον συνάντησε και ο φιλαθωνίτης καθηγητής και συγγραφέας (και προς το τέλος της ζωής του μοναχός σε Μοναστήρι της Αριζόνα) Κωνσταντίνος Καβαρνός (1918–2011), ο οποίος γράφει με θαυμασμό γι’ αυτόν: «Ο καλόγερος αυτός είναι ψηλός, ορθόκορμος, ισχνός. Κρατάει ένα μπαστούνι… Ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε, η φυσιογνωμία του, μου δημιούργησαν την εντύπωση πως είναι δυνατή προσωπικότητα, άνθρωπος εξαιρετικός. Είμαι βέβαιος πως δεν είναι τυχαίος άνθρωπος. Τα φωτεινά γαλάζια μάτια του, το ασκητικό του πρόσωπο, η κορμοστασιά του, η φωνή του, εκφράζουν βαθειά ειλικρίνεια και πνευματικότητα. Είναι Ρώσος. Έφυγε από την πατρίδα του, όταν έγινε η περιβόητη επανάσταση, κι έζησε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, ιδίως στην Αγγλία… “Ο πολιτισμός της Δύσης”, μου απαντά, “είναι ψεύτικος. Η μόνη εξαίρεση είναι η Ορθοδοξία. Αλλά κι αυτή δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς στη γνήσια αρχική μορφή της. Πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ τυχερό που είσαι Ορθόδοξος. Γιατί πολυτιμότερο πράγμα από την Ορθοδοξία στον κόσμο τούτο δεν υπάρχει! Να βρεις την καθαρότερή της μορφή και μ’ αυτή να ρυθμίζεις πάντα τη ζωή σου”».

     Μόναζε στο Άγιον Όρος επί σαράντα και πλέον χρόνια. Μιλούσε, λένε, 15 γλώσσες. Ο ερημίτης Νίκων ζούσε λιτότατα. Μαγείρευε μια φορά την εβδομάδα. Αυτός που κάποτε ζούσε στην τσαρική αυλή. Στην επανάσταση του 1917 έχασε τα πάντα. Πήγε τότε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί έφυγε για την Ευρώπη και από εκεί ήλθε στους έρημους βράχους των Καρουλίων.


     Στον πρόλογο που έγραψε ο ίδιος για την αγγλική έκδοση της «Φιλοκαλίας», μεταξύ άλλων μεστών, αναφέρει και τα εξής: «Οι βάσεις της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Γραφή και οι Παραδόσεις, μερικές προφορικές και μερικές γραμμένες στα έργα των Πατέρων, που ανήκαν στην περίοδο της τελειότερης επίτευξης της χριστιανικής πνευματικότητας και στους μετέπειτα αιώνες… Η έλλειψη πνευματικών ηγετών στις μέρες μας καθιστά απαραίτητη τη συνεχή μελέτη των ιερών τούτων έργων, ούτως ώστε ν’ ακολουθήσει κανείς ακίνδυνα τούτη τη θαυμάσια οδό που ανοίγει η τέχνη των τεχνών, η επιστήμη των επιστημών (δηλαδή της Προσευχής, η οποία συνεισφέρει τα μέγιστα στην πνευματική τελειοποίηση του ανθρώπου). Οι απαραίτητοι όροι για να υπάρχει ελπίδα επιτυχίας σε τούτο, είναι η γνήσια ταπείνωση, η ειλικρίνεια, η εγκαρτέρηση, η αγνότητα».

     Την ίδια, επίσης, εποχή ο συγγραφέας Sydney Loch (1888–1955) γράφει περί αυτού στο βιβλίο του για το Άγιον Όρος: «Ο π. Νίκων, ένας γοητευτικός και μορφωμένος Ρώσος και, κάποτε, άνθρωπος του κόσμου, ζει εκεί πάνω στο κελί του με το παρεκκλήσι, και κοιμάται με μια πέτρα για μαξιλάρι και με τα κρανία τα δεκαεπτά από τους προκατόχους του να τον κοιτάζουν επίμονα από ένα ράφι. Εκεί ακούμπησε τις σχέσεις του με τις αυλές και τους βασιλιάδες και κέρδισε την ανάπαυση της ψυχής του, που λάμπει μέσα του. Είναι, ενδεχομένως, ένας από τους τελευταίους μορφωμένους ερημίτες που απέμειναν στο Όρος· και το να περάσεις μια ή δυο ώρες στη συντροφιά του, είναι κάτι εκτός αυτού του κόσμου. Μόνο γενναίος άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίσει τις αλυσίδες που οδηγούν πάνω στην αετοφωλιά του».


     Για τον Γέροντα Νίκωνα, ένας ξένος που τον επισκέφτηκε αναφέρει πως, «λόγω ηλικίας δε βγαίνει ουσιαστικά από τη φωλιά του, παρά μόνο μία φορά τον χρόνο, όταν πηγαίνει να παραλάβει την αλληλογραφία του στη Δάφνη. Θά ’ταν κάπου ογδόντα δύο χρονών. Ωστόσο, δεν είχε γεροντίστικη όψη. Το πρόσωπό του είχε λίγες ρυτίδες, το δέρμα του ήταν ροδαλό και φρέσκο. Είχε την εμφάνιση ακόμα καλοστεκούμενου, σχεδόν στο απόγειο της ηλικίας, παρά το άσπιλο λευκό της γενειάδας και των μαλλιών του και παρά το αδύνατο, σχεδόν ισχνό σώμα του. Μας κίνησε με μιας τον θαυμασμό ο αυθορμητισμός και η απλότητα των απαντήσεών του, η άνεση του λόγου του. Γι’ αυτόν τίποτα δεν ήταν ταμπού, κάθε περιέργεια καλή και, μάλιστα, σωτήρια. Δεν του άρεζαν οι αδιάφοροι, οι κυνικοί και οι μπλαζέ, ούτε εκείνοι που, καθώς έλεγε, έβαζαν τη ψυχή τους στο κλουβί. Ανήκε στην αριστοκρατία της Πετρούπολης. Από δεκαέξι ετών ένοιωσε να τον προσελκύει η ενατένιση, η αναζήτηση του Θεού και η επιθυμία να γυρίσει τον κόσμο. Ταξίδεψε στην Κίνα, την Ιαπωνία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού. Όταν ρωτήθηκε γιατί εγκαταστάθηκε στα φρικτά Καρούλια, απάντησε: “Ένοιωθα αυτή την ανάγκη από πολύ καιρό. Αλλά δε μπορείς να κάνεις τον ερημίτη στα καλά καθούμενα. Ξέρετε, και σ’ αυτό επίσης πρέπει να περιμένεις το Σημείο του Θεού. Να περιμένεις τον αναγκαίο χρόνο. Το Σημείο ήρθε μια μέρα, όταν αποφάσισα μ’ έναν άλλον μοναχό του Ρούσικου να επισκεφτώ τα Μοναστήρια του Άθω, παραπλέοντας την ακτή με βάρκα και περνώντας από ’δω, είδα ετούτο τον εγκαταλειμμένο τόπο. Μ’ άρεσε με την πρώτη και είπα στον εαυτό μου: ‘Εδώ θέλω να ζήσω μέχρι τον θάνατό μου!’. Ήρθα και δεν ξανάφυγα ποτέ!”».


     Λίγους μήνες πριν την κοίμησή του έσπασε το χέρι του, αλλά αρνήθηκε να επισκεφθεί γιατρό, παρά τις παρακλήσεις των φίλων του. Όμως δεν εκοιμήθη απ’ αυτό, αλλά από γενική ατονία, λόγω μεγάλης ασκήσεως και γήρατος. Τελείωσε τον ένθεο βίο του το έτος 1964 σ’ ένα σπιτάκι πάνω από την Καλύβη του Αγίου Σάββα, δεξιά όπως ανεβαίνουμε το ανηφορικό και κακοτράχαλο λιθόστρωτο καλντερίμι των φρικτών Καρουλίων.


[(1) Μοναχού
Μωυσέως Αγιορείτου
(1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων αγιορειτών
του 20ου αιώνος»,
Τόμ. Β΄, Βίος 51ος,
σελ. 713–717,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.
(2) Αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα
(1920–1979):
«Νοσταλγικές αναμνήσεις
από το Περιβόλι της Παναγίας»,
κεφ. 5ο, σελ. 76–77,
Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 20007.
(3) Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου
(1886–1983):
«Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους»,
Μέρος Α΄, κεφ. 29ο, σελ. 99,
Έκδοση Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος, Αύγουστος 20022.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση
κειμένων: π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου