Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαιά Διαθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαιά Διαθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΘΕΟΠΤΗΣ


ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΘΕΟΠΤΗΣ


     Ο προφήτης Μωυσής καταγόταν από τη φυλή του Λευί. Γιος του Αμράμ και της Ιωχαβέδ, γεννήθηκε στην Αίγυπτο κατά τους χρόνους της σκληρής καταδυνάστευσης των ομογενών του από τον Φαραώ. Φοβούμενος ο Αιγύπτιος μονάρχης την αύξηση και ευημερία των Εβραίων, που ζούσαν εκεί από την εποχή του πάγκαλου Ιωσήφ, έκανε σκόπιμα σκληρότατες τις συνθήκες εργασίας τους και διέταξε να θανατώνονται όλα τα νεογέννητα άρρενα τέκνα τους. Η μητέρα του Μωυσέως, για να τον σώσει, τον έβαλε μέσα σε ένα κάνιστρο αλειμμένο με πίσσα, το οποίο απέθεσε η αδελφή του Μαριάμ στην ακροποταμιά του Νείλου, εγκαταλείποντάς τον στη θεία Πρόνοια. Το βρέφος το βρήκε η θυγατέρα του Φαραώ, η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα «Μωυσής», που σημαίνει «σωσμένος από τα ύδατα». Ανατράφηκε ως γνήσιος γιος της πριγκίπισσας και απέκτησε όλη τη σοφία και τη γνώση των Αιγυπτίων, χωρίς εν τούτοις να αποξενωθεί από την πίστη των πατέρων του και την αγάπη προς το έθνος του.


     Σε ηλικία σαράντα ετών ο Μωυσής φόνευσε έναν Αιγύπτιο, που είχε επιτεθεί εναντίον ενός Ισραηλίτου, και για να διασωθεί από την καταδίωξη ξενιτεύτηκε στη γη Μαδιάμ. Εκεί, έλαβε ως σύζυγο τη Σεπφώρα, θυγατέρα του ειδωλολάτρου ιερέως της Μαδιάμ, Ιοθόρ. Μαζί της απέκτησε δύο γιους· τον Γηρσάμ, που σημαίνει «είμαι πάροικος σε ξένη γη», και τον Ελιέζερ, που σημαίνει «ο Θεός βοηθός». Κατά την πολυχρόνια εξορία του μακριά από τον λαό του, ο Μωυσής, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πεθερού του στην ησυχία των βουνών και της ερήμου, καταρτιζόταν εσωτερικά στην αποστολή για την οποία τον προόριζε ο Θεός, να ποιμάνει το λογικό Του ποίμνιο. Συγχρόνως, καθάριζε την καρδιά και τον νου του με την προσευχή και τη συνεχή αδολεσχία του Θεού.


     Μία ημέρα, ύστερα από σαράντα χρόνια ξενιτείας στη Μαδιάμ, όπως έβοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, του φανερώθηκε ο Θεός υπό μορφήν πυρός εξερχομένου μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν αλλά δεν καιγόταν. Με την παράδοξη θεοφάνεια αυτή, η οποία απεικόνιζε και υποτύπωνε το μέγα μυστήριο του παρθενικού τοκετού της Κυρίας Θεοτόκου και της εν σαρκί ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να επιστρέψει στην Αίγυπτο, για να ελευθερώσει τον λαό Του από την πικρή δουλεία και να τον επαναφέρει στη γη των πατέρων του. Επειδή αυτός ήταν ισχνός και βραδύγλωσσος και δίσταζε να αναλάβει πλήρως τούτο το έργο, του έδωσε ως βοηθό και διερμηνέα τον αδελφό του Ααρών. Παρουσιάσθηκαν λοιπόν μαζί στον Φαραώ και του ζήτησαν να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να λατρεύσουν τον Θεό τους στην έρημο. Κατά θεία παραχώρηση, η υπερήφανη καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε και δεν τους άφηνε με τίποτε να φύγουν. Τους κράτησε να εργάζονται ως δούλοι στις μεγάλες οικοδομικές εργασίες, που είχε επιχειρήσει η ματαιοδοξία του.


     Τότε ο Κύριος διά μέσου του Μωυσέως κτύπησε την Αίγυπτο με δέκα φοβερές πληγές: μετέβαλε σε αίμα όλα τα νερά της Αιγύπτου· βάτραχοι κατέκλυσαν τη χώρα και εισήλθαν ως τα υπνοδωμάτια του Φαραώ· μετέτρεψε σε σκνίπες το χώμα της γης· εξαπέστειλε σκυλόμυγες σε όλη την Αίγυπτο· έπεσε θανατικό στα ζώα των Αιγυπτίων· προκάλεσε πληγές και πυώδη εξανθήματα στους ανθρώπους και στα ζώα· έριξε πυκνό και μεγάλο χαλάζι ανάμικτο με φλόγες αστραπών· απειροπληθή σμήνη ακρίδων επέπεσαν σε όλη τη χώρα και κατέφαγαν κάθε καρπό και κάθε βλάστηση που είχε απομείνει από το χαλάζι· βαθύ και πυκνό σκοτάδι κάλυψε την Αίγυπτο επί τρεις ημέρες· τέλος, πέθαναν κατά το μεσονύκτιο όλα τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, από τον πρωτότοκο γιο του Φαραώ ως τα πρωτότοκα των δούλων του καθώς και τα πρωτότοκα των ζώων τους.


     Ταπεινωμένος από τη δύναμη του Θεού του Ισραήλ ο Φαραώ, εξαναγκάσθηκε να τους αφήσει να φύγουν. Μαζί τους πήραν τα οστά του Ιωσήφ και πολλά χρυσά και αργυρά σκεύη, που τους έδωσαν οι Αιγύπτιοι. Στην πορεία τους ο Θεός τούς οδηγούσε την μεν ημέρα με στύλο νεφέλης, τη δε νύκτα με στύλο πυρός. Μετά την αναχώρησή τους ο Φαραώ άλλαξε πάλι γνώμη και στράφηκε με όλα του τα άρματα προς καταδίωξή τους. Το αιγυπτιακό ιππικό βρήκε τους Ισραηλίτες στρατοπεδευμένους στην ακτή της Ερυθράς Θαλάσσης. Ο Μωυσής, κατ’ εντολήν του Θεού, κτύπησε τα νερά της με το ραβδί του και τα διαχώρισε στα δύο. Έτσι, οι Ισραηλίτες «διέβησαν διὰ ξηρᾶς ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης». Όταν εξήλθαν όλοι στη στεριά, ο δούλος του Θεού Μωυσής, σήκωσε το ραβδί του πάνω από τα ύδατα και τα επανέφερε στην αρχική τους θέση, καταποντίζοντας όλα τα άρματα του Φαραώ που τους ακολουθούσαν μανιωδώς.


     Αμέσως μετά τη θαυμαστή σωτηρία τους, ο Μωυσής συνέθεσε την ευχαριστήρια προς τον Θεό ωδή, «Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν, βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν» (Εξ. 15, 1-2), που έψαλε με αγαλλίαση όλος ο λαός στην παραλία με τύμπανα, χωρισμένους σε δύο χορούς: έναν των ανδρών με επί κεφαλής τον Μωυσή, και έναν των γυναικών με επί κεφαλής την αδελφή του Μαριάμ.


     Στην έρημο από την Ερυθρά Θάλασσα ως το Σινά, παρά τους συνεχείς γογγυσμούς τους, ο Θεός με έκτακτες θαυματουργίες τούς έδειχνε την παρουσία Του και τη στοργική Του προστασία μέσω του δούλου Του Μωυσέως. Στη Μερρά γλύκανε τα πικρά νερά, για να ανακουφίσει τη δίψα τους. Στην έρημο Σιν, χάρη στην προσευχή του Μωυσέως, έστειλε από τον ουρανό το ευεργετικό μάννα, που ποίκιλλε στη γεύση ανάλογα με την επιθυμία και την έφεση του καθενός. Τέλος, στη βραχώδη Ραφιδείν, κοντά στο Σινά, όταν ο γογγυστής λαός εξαιτίας της δίψας του να λιθοβολούσε τον Μωυσή, ο Θεός τού έδωσε εντολή να κτυπήσει και πάλι με το ραβδί του έναν βράχο, από όπου ανέβλυσε άφθονο νερό. Εκεί, τους επιτέθηκαν και οι αλλόφυλοι Αμαληκίτες, τους οποίους κατατρόπωσε ο Ιησούς του Ναυή [1 Σεπ.].


     Στην αρχή του τρίτου μήνα από την έξοδό τους, έφθασαν και στρατοπέδευσαν στο Σινά. Ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή να ανεβεί μόνος στην κορυφή του όρους. Εκεί, του αποκαλύφθηκε υπό μορφήν πυρός, μέσα σε γνοφώδη νεφέλη με βροντές, αστραπές και ήχο σαλπίγγων. Όλο το όρος καπνιζόταν. Ο Μωυσής μιλούσε στον Θεό με πολλή οικειότητα, όπως μιλάει κάποιος προς τον φίλο του. Ο Θεός τού απαντούσε με βροντές. Κατά τη φοβερή αυτή αποκάλυψη της δόξας Του, ο Κύριος τού παρέδωσε τις εντολές του Νόμου γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες. Κατά τις σαράντα ημέρες και νύκτες που παρέμεινε επάνω στο όρος, διδάχθηκε από τον Θεό ό,τι ήταν αναγκαίο για να αποκτήσει ο λαός τη θεογνωσία. Στο διάστημα αυτό, έλαβε και τις ακριβείς διατάξεις για την κατασκευή του επίγειου θυσιαστηρίου και την οργάνωση της λατρείας, την οποία έπρεπε να προσφέρει ο περιούσιος λαός στον Δημιουργό του σύμπαντος.


     Ενώ ο Μωυσής κατέβαινε κρατώντας τις πλάκες του Δεκαλόγου, άκουσε τις φωνές των μεθυσμένων Ισραηλιτών και είδε τους χορούς τους γύρω από το χρυσό μοσχάρι, που κατά την απουσία του είχαν κατασκευάσει. Πλήρης θυμού, πέταξε από τα χέρια του τις πλάκες και τις συνέτριψε στους πρόποδες του βουνού. Ο Θεός, αγανακτισμένος για την ειδωλομανία του σκληροτράχηλου και αγνώμονος λαού, θα τον εξολόθρευε, αν δεν μεσολαβούσε ο Μωυσής με τη θερμή του ικεσία: «Συγχώρεσέ τους, Κύριε, αν είναι να φανείς προς αυτούς ίλεως και να συγχωρέσεις την αμαρτία τους. Ει δ’ άλλως, μαζί μ’ αυτούς σβήσε κι εμένα από το βιβλίο της ζωής, στο οποίο μ’ έχεις γραμμένο» (Έξ. 32, 32).


     Ο προφήτης ανέβηκε πάλι στο όρος και έγραψε, ο ίδιος αυτή τη φορά, σε δύο νέες πλάκες τις δέκα εντολές με την υπαγόρευση του Θεού. Εισερχόμενος στη νεφέλη, έγινε μέτοχος της θεϊκής δόξας. Έτσι, όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, το θείο φως, λαμπρότερο από κάθε αισθητό φως, είχε διαπεράσει τόσο βαθιά την καρδιά του, ώστε εκχυνόταν σε όλο του το σώμα. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε από υπερφυσική λάμψη. Αμύητοι οι Ισραηλίτες στα μυστήρια του Θεού, δεν μπορούσαν να τον ατενίσουν· και ο προφήτης κάλυψε το πρόσωπό του με κάλυμμα, που το αφαιρούσε μόνον όταν εισερχόταν στη σκηνή του μαρτυρίου για να μιλήσει με τον Θεό και να ακροασθεί τον λόγο του θελήματός Του.


     Αφού έμειναν ένα χρόνο στο Σινά, στην αρχή του δεύτερου έτους, ο Μωυσής αρίθμησε τον λαό και συνέχισαν την πορεία στην έρημο, ώσπου έφθασαν στην έρημο Κάδης, στα σύνορα της γης της Επαγγελίας. Ο λαός, επηρεασμένος από τους κατασκόπους που έστειλε ο Μωυσής στη Χαναάν, αποθαρρύνθηκε για την κατάληψη της χώρας, στασίασε εναντίον του και ζήτησε νέους αρχηγούς για να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Ο Θεός ήταν έτοιμος για μια ακόμη φορά να τους αφανίσει τελείως, αλλά ο Μωυσής με τη θερμή του προσευχή άλλαξε τη θεία βουλή και καταδικάσθηκαν σε τριακονταετή περιπλάνηση, αφ’ ενός μεν για να παιδαγωγηθούν, αφ’ ετέρου δε για να πεθάνουν στην έρημο και να μη εισέλθουν στη γη της Επαγγελίας όλοι οι γογγυστές ηλικίας είκοσι ετών και άνω.

     Κατά τη μακροχρόνια αυτή περιπλάνηση έξω από τη γη Χαναάν, ο Μωυσής με θαυμαστή πραότητα και σύνεση αντιμετώπιζε τις συνεχείς μεμψιμοιρίες, τις αντιζηλίες και τις ανταρσίες του δυσκυβέρνητου λαού.


     Στην αρχή του τεσσαρακοστού από την έξοδό τους έτους, έφθασαν πάλι στην έρημο Κάδης. Οι επιλήσμονες «υιοί του Ισραήλ» δυσφόρησαν και πάλι από την έλλειψη νερού και ξέσπασαν σε νέους γογγυσμούς κατά του θεόσταλτου ηγέτη τους. Ο Θεός είπε στον Μωυσή να τους δώσει νερό από τον βράχο, αλλά αυτός κυριευμένος από αθυμία για τη νέα τους απείθεια, δίστασε προς στιγμή και τους είπε: «Για ακούστε, εσείς οι ανυπάκουοι και οι ανυπότακτοι· μήπως είναι ποτέ δυνατόν να βγάλουμε για σας νερό από τούτο το βράχο;» (Αριθμ. 20, 10). Τελικά, το νερό ανέβλυσε άφθονο από τον βράχο, όταν το κτύπησε με το ραβδί του ο Μωυσής· ο ίδιος όμως εξαιτίας της «αντιλογίας» του αυτής επιτιμήθηκε από τον Θεό να μην αξιωθεί να εισέλθει στη γη της Επαγγελίας.

     Ύστερα από πολλούς αγώνες που διεξήγαγε με τη βοήθεια του Ιησού του Ναυή εναντίον των Αμορραίων, των Μαδιανιτών και των Μωαβιτών, κατέλαβε τη χώρα ανατολικά του Ιορδάνου, απέναντι από τη Χαναάν.


     Εκεί, στις ηλιόκαυστες στέππες της Μωάβ, υπενθύμισε στον λαό τις ευεργεσίες του Θεού και τις αποκαλύψεις κατά την τεσσαρακονταετή πορεία τους στην έρημο, τους τόνισε τις υποχρεώσεις τους έναντι της Διαθήκης του Κυρίου και τους έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Έπειτα έχρισε ως διάδοχό του τον Ιησού του Ναυή, έψαλε προς τον Θεό την ωδή, «Πρόσεχε οὐρανέ, καὶ λαλήσω, καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ῥήματα ἐκ στόματός μου…» (Δευτ. 32, 1-43), και ευλόγησε για τελευταία φορά τις δώδεκα φυλές. Πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών, στην κορυφή Φασγά του όρους Ναβαύ, όπου είχε ανεβεί για να του δείξει παρηγορητικά ο Κύριος την επηγγελμένη γη. Εκεί ετάφη, χωρίς ωστόσο ποτέ να μάθει κανείς τον ακριβή τόπο της ταφής του.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Γνόφον ἄϋλον, τεθεαμένος, νόμον ἔνθεον, πλαξὶν ἐδέξω, ὡς θεάμων μυστηρίων τοῦ Πνεύματος· καὶ καταπλήξας τὴν Αἴγυπτον θαύμασι, δημαγωγὸς Ἰσραὴλ ἐχρημάτισας. Μωσῆ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
ς θεωρὸν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐνανθρωπήσεως, καὶ μυστογράφον τῆς αὐτοῦ συγκαταβάσεως, μακαρίζομεν Θεόπτα σε ἐπαξίως. Ἀλλ’ ὡς πέφυκας μεσίτης ἀξιόθεος, ἐκ παντοίων ἡμᾶς λύτρωσαι κακώσεων, ἵνα κράζωμεν· χαίροις μάκαρ Μωσῆ σοφέ.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τὸν χρηματισθέντα ἐν τῷ Σινᾷ, καὶ ἐξαγαγόντα, ἐξ Αἰγύπτου τὸν Ἰσραήλ, τὸν ὑπερκοσμίων, ἐπόπτην θεαμάτων, Μωσέα τὸν Θεόπτην, ὕμνοις τιμήσωμεν.





[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 93–97.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Κοινόβιον Ευαγγελισμού
της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ


     Ο άγιος προφήτης Ησαΐας γεννήθηκε περί το 765 π.Χ., στο βασίλειο του Ιούδα την εποχή που ο εβραϊκός λαός, σκληρά διαιρεμένος μεταξύ των αντιπάλων βασιλέων του Ισραήλ (με πρωτεύουσα τη Σαμάρεια) και του Ιούδα (με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ), επρόκειτο να περάσει μία από τις τραγικότερες περιόδους της ιστορίας του, η οποία θα ολοκληρωνόταν με την οριστική καταστροφή του βασιλείου της Σαμάρειας. Ο Ησαΐας άσκησε το λειτούργημά του επί σαράντα έτη, κατά τα οποία η αυτοκρατορία των Ασσυρίων δέσποζε στην Ανατολή, απειλώντας όλο και περισσότερο τα εβραϊκά βασίλεια και τους γείτονές τους. Σφηνωμένο μεταξύ Ασσυρίων και Αιγυπτίων, με τον διαρκή πειρασμό να προσφύγει σε συμμαχία με τον έναν από τους εχθρούς του εναντίον του άλλου, το βασίλειο του Ιούδα είχε πλέον διαφθαρεί από την επίδραση που ασκούσαν οι ξένες λατρείες, από τη διαστροφή της ηθικής, συνέπεια της υλικής ευμάρειας, και από την περιφρόνηση του Νόμου του Θεού. Μεταξύ του λαού, η μαγεία, η νεκρομαντεία και κάθε είδους δεισιδαίμονες πρακτικές, υποκαθιστούσαν τη λατρεία που όριζε ο Νόμος, και ακόμη και εκείνοι που παρέμεναν πιστοί στη λατρεία του Κυρίου στον Ναό αρκούνταν σε μια θρησκευτικότητα τυπολατρική και υποκριτική, τιμώντας έτσι «μονάχα με τα χείλια τους τον Θεό, ενώ η καρδιά τους πόρρω απείχε από Αυτόν» (Ησ. 29, 13).


     Το έτος που πέθανε ο βασιλιάς Οζίας (740), ενώ ο Ησαΐας βρισκόταν στον Ναό, ο Ησαΐας είδε να παρουσιάζεται ο Θεός με όλη Του τη δόξα, καθήμενος πάνω σε υπερυψωμένο θρόνο και περιβαλλόμενος από εξαπτέρυγα Σεραφείμ που αναβοούσαν: «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ!». Στο άκουσμα της υπερκόσμιας φωνής αυτής, σείστηκαν οι παραστάτες της θύρας και ο Ναός γέμισε καπνό, όπως άλλοτε το όρος Σινά (βλ. Έξ. 19). Πέφτοντας έντρομος κάτω στη γη ο Ησαΐας ομολόγησε την αναξιότητά του λέγοντας: «Αλίμονό μου, χάθηκα, ο ταλαίπωρος! Γιατί εγώ είμαι άνθρωπος που έχει ακάθαρτα χείλη και κατοικώ ανάμεσα σ’ έναν λαό που έχει κι αυτός ακάθαρτο στόμα και, να, που τώρα είδα με τα μάτια μου τον Βασιλιά, τον Κύριο Σαβαώθ, δηλαδή τον Κύριο του σύμπαντος!» (Ησ. 6, 4). Τότε πέταξε ένα Σεραφείμ και ήλθε κοντά του κρατώντας στο χέρι ένα κάρβουνο αναμμένο που είχε πάρει με μια Λαβίδα από το Θυσιαστήριο. Άγγιξε με αυτό το στόμα του και είπε: «Κοίτα, αυτό άγγιξε τα χείλη σου και η ανομία σου εξαλείφθηκε· αυτό και σε καθάρισε από τις αμαρτίες σου!» (Ησ. 6, 7). Αυτά ακριβώς τα σεραφειμικά λόγια τα επαναλαμβάνει ο λειτουργός ιερέας μετά τη μετάληψή του μέσα στο ιερό Βήμα. Όλες οι λεπτομέρειες του μεγαλειώδους οράματος αυτού, που βρίσκεται στο 6ο κεφάλαιο του Ησαΐα, θεωρήθηκαν από τους Πατέρες ως τύπος και σημείο της εμφάνισης του Θεού στον άνθρωπο, τόσο κατά τη θεία Λειτουργία όσο και στη μυστική θεωρία στον αφανή δρόμο του αγιασμού και της θεώσεως των πιστών. Η δε πυρφόρος Λαβίδα είναι η εκπληκτική προτύπωση της Κυρίας Θεοτόκου, η οποία μέσα στην άχραντη κοιλία της, διά της θείας Χάριτος και της ευδοκίας του Τριαδικού Θεού, μπόρεσε και βάσταξε ανερμηνεύτως το πυρακτωμένο κάρβουνο της Θεότητος του Υιού και Λόγου του Θεού. Εκείνος, που ονομάσθηκε ο «προφήτης με τα καμένα χείλη», προσφέρθηκε ο ίδιος να αποσταλεί στον απειθούντα λαό που πολλάκις είχε αρνηθεί τον Κύριο, για να του αναγγείλει το θέλημα του Θεού, ελπίζοντας ότι θα τον οδηγήσει σε μετάνοια.


     Λίγο μετά το όραμα αυτό, ο Ησαΐας νυμφεύθηκε και έδωσε στους δύο γιους του ονόματα που προέλεγαν το ένα τις επερχόμενες δοκιμασίες και το άλλο το «καταλειφθέν», που έπρεπε να επιβιώσει για να γίνει ο σπόρος ενός νέου λαού. Κατά τα πρώτα έτη του λειτουργήματός του, ο Ησαΐας απηύθυνε το κήρυγμά του στο βασίλειο της Σαμάρειας, καταγγέλλοντας τα σκάνδαλα και τη ψευδή ελπίδα σε έναν Θεό συμβιβαστικό. Επιστρέφοντας κατόπιν στην Ιερουσαλήμ, όπου παρέμεινε όλη την υπόλοιπη ζωή του, ο άγιος προφήτης επικαλέστηκε τους ουρανούς και τη γη ως μάρτυρες της αχαριστίας του λαού που αποστράφηκε τον Θεό για να παραδοθεί στη διαφθορά και την ειδωλολατρία. Ανήγγειλε ότι ο Κύριος δεν θα ανεχθεί άλλο την υποκριτική λατρεία, τις θυσίες και τις προσευχές του: «Να, τι λέγει ο Κύριος· Λουστείτε και εξαγνιστείτε! Να μη βλέπουν τα μάτια Μου τις πονηρές σας πράξεις· πάψτε να κάνετε το κακό! Μάθετε στη ζωή σας να κάνετε το καλό, επιδιώξτε τη δικαιοσύνη και βοηθείστε τον καταπιεσμένο συνάνθρωπο, αποδώστε το δίκιο στο ορφανό και υποστηρίξτε την υπόθεση της χήρας. Ελάτε να κριθούμε με λόγο αναμεταξύ μας· κι αν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, μα σαν το χιόνι θα μπορούσαν να γίνουν λευκές. Μόνο αν θέλατε να Μ’ ακούσετε! Τότε θ’ απολαμβάνατε όλα τ’ αγαθά της γης. Εσείς, όμως, αντιστέκεστε και αποστατείτε. Γι’ αυτό τον λόγο θα γίνετε στο τέλος η τροφή του ξίφους. Εγώ, ο Κύριος, σας το λέω αυτό!» (Ησ. 16-18). «Διότι θα επέλθει ημέρα Κυρίου και το υπερήφανο ύψος του ανθρώπου θα υποκύψει και κάθε τους έπαρση θα ταπεινωθεί. Μονάχα ο Κύριος θα εξυψωθεί τη μέρα εκείνη» (Ησ. 2, 17). Οι καταστροφές που προφήτευε έγιναν πραγματικότητα λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο βασιλιάς της Δαμασκού, Ραασούν, και ο βασιλιάς του Ισραήλ, Φακεέ, θέλησαν να παρασύρουν τον βασιλιά Άχαζ του Ιούδα σε συμμαχία εναντίον του βασιλιά της Ασσυρίας Θαγλαθφελλασάρ Γ΄. Εκείνος αρνήθηκε· και τότε οι δύο ηγεμόνες επιτέθηκαν στο βασίλειο του Ιούδα. Αντί να εμπιστευθεί τον Θεό, ο Άχαζ στράφηκε στους Ασσυρίους, παρά τις προειδοποιήσεις του Ησαΐα για τους κινδύνους που ελλόχευε το διάβημα αυτό. Και ενώ μέσα σε μεγάλη αναταραχή ο λαός της Ιερουσαλήμ προετοιμαζόταν για την πολιορκία, ο Ησαΐας παρουσιάστηκε ενώπιον του βασιλέως που επέβλεπε τα οχυρωματικά έργα και του είπε: «Πρόσεξε! Μείνε ήσυχος· μη φοβηθείς και μη δειλιάσεις απ’ αυτούς τους δύο δαυλούς που καπνίζουν… Μετά από εξήντα πέντε χρόνια θα συντριφτεί το βασίλειο του Εφραίμ [το βασίλειο του βορρά] και ο λαός του δεν θα υπάρχει πια!» (Ησ. 7, 4-8). Ο Άχαζ παρέμενε δύσπιστος και τότε ο Ησαΐας πρόφερε τη σαφέστερη σε όλη την Παλαιά Διαθήκη προφητεία για την έλευση του Μεσσία, «Σημείο» με το οποίο όλοι οι άνθρωποι θα κληθούν στη Σωτηρία: «Γι’ αυτό ο Ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει ένα Σημείο: Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο, ο Οποίος θα ονομαστεί “Εμμανουήλ” [δηλαδή “Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός”–“Είναι μαζί μας ο Θεός”]» (βλ. Ησ. 7, 14 και Ματθ. 1, 23). Όπως συμβαίνει με όλες τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, η πρόρρηση αυτή μπορεί να εννοηθεί σε δύο επίπεδα: ο Εμμανουήλ θα είναι ο Εζεκίας, ο δίκαιος βασιλιάς που θα αποκαταστήσει το βασίλειο του Ιούδα, αλλά είναι συνάμα και ο Μεσσίας, ο Ιησούς Χριστός, που θα έλθει να εγκαινιάσει την εσχατολογική εποχή του νέου Ισραήλ. Λίγο αργότερα θα διευκρινίσει ότι το Παιδί αυτό θα καθίσει στον θρόνο του Δαβίδ, θα λάβει κάθε εξουσία και θα φέρει τα Ονόματα: «Θεὸς ἰσχυρός», «μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», «Ἄρχων εἰρήνης» (Ησ. 9, 5-7). Ο προφήτης του Υψίστου ανήγγειλε επίσης τις συμφορές που επρόκειτο σύντομα να ενσκήψουν πάνω στη Δαμασκό και τη Σαμάρεια. Το 733, ο Θαγλαθφελλασάρ επιτέθηκε στη Δαμασκό, φόνευσε τον Ραασούν, ερήμωσε κατόπιν τη Γαλιλαία και έστειλε τους κατοίκους της στην εξορία.


     Ο θάνατος του βασιλιά των Ασσυρίων, λίγο αργότερα (727), αναπτέρωσε τις ελπίδες του βασιλιά της Σαμάρειας, ο οποίος επιχείρησε να επαναστατήσει. Κατά την περίοδο αυτή, ο Ησαΐας δεν έπαψε να μέμφεται την ασύνετη αυτή πολιτική, που βασιζόταν σε φρούδες ελπίδες για υποστήριξη από πλευράς της Αιγύπτου και η οποία έμελλε να καταδικάσει σε οριστική καταστροφή το βασίλειο του Ισραήλ: «Θα ποδοπατηθεί το στέμμα της αλαζονείας των μεθυσμένων του βασιλείου του Εφραίμ!» (Ησ. 28, 3). Θα έλθει ισχυρός αντίπαλος, ο οποίος, σαν αιφνίδιο χαλάζι που αφανίζει τα σπαρτά και σαν καλοκαιρινή καταιγίδα που ρημάζει τα σπίτια, θα ανατρέψει τα πάντα. Και όντως, μετά από τριετή πολιορκία (το 721· βλ. Δ΄ Βασιλ. 17), η υπερήφανη Σαμάρεια καταστράφηκε από τους Ασσύριους· ωστόσο, ο Ησαΐας διακήρυξε ότι αφού χρησιμεύσουν για κάποιο διάστημα ως όργανο της θεϊκής οργής, οι Ασσύριοι θα συντριβούν τελικά από τον Εμμανουήλ (Ησ. 8, 9).


     Μετά την πτώση του βασιλείου του Βορρά, ο προφήτης αποσύρθηκε από τα κοινά, μέχρι τα πρώτα έτη της βασιλείας του Εζεκία (περί το 713). Διάφοροι γείτονες λαοί, ωθούμενοι από την Αίγυπτο, πρότειναν τότε στο βασίλειο του Ιούδα να προσχωρήσει σε μια νέα συμμαχία εναντίον του Ασσύριου δυνάστη. Ο Ησαΐας διέτρεχε επί τρία χρόνια τους δρόμους της Ιερουσαλήμ, γυμνός και ανυπόδητος, ως σημείο και οιωνός που ανήγγελλε ότι οι φρούδες ελπίδες για τη συνδρομή της Αιγύπτου θα έφερναν την καταστροφή, την εξορία και την απογύμνωση (Ησ. 20, 2-6). Η πρόρρηση αυτή σύντομα επιβεβαιώθηκε με την κατάληψη της Αζώτου, στη χώρα των Φιλισταίων, η οποία είχε εξεγερθεί και εκείνη εναντίον των Ασσυρίων, υπολογίζοντας στη βοήθεια της Αιγύπτου, και την καταστροφή της ακολούθησε εκείνη της Μωάβ, της Εδώμ και της Βαβυλώνας.


     Μετά τον θάνατο του Σαργών Β΄ (Αρνά), βασιλιά της Ασσυρίας, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του Σενναχηρίμ, πολλά έθνη επαναστάτησαν με την υποκίνηση Φιλισταίων και Φοινίκων. Παρά τη θαυματουργική θεραπεία του και το σημείο που του έδωσε ο Θεός, ο Οποίος, διά της φωνής του Ησαΐα, έκανε να οπισθοχωρήσει η σκιά δέκα σκαλοπάτια (Ησ. 38), ο Εζεκίας αρνήθηκε να εμπιστευθεί τον Θεό και προσχώρησε στη συμμαχία. Διέταξε να γίνουν προετοιμασίες για να αντιμετωπισθεί πολιορκία στην Ιερουσαλήμ, επιδιόρθωσε τα προτειχίσματα, διπλασίασε τις οχυρώσεις και έδωσε εντολή να σκάψουν δεξαμενή για να εξασφαλισθούν αποθέματα νερού. Ακαταπόνητος υπερασπιστής των θείων δικαιωμάτων, ο Ησαΐας βγήκε από τη σκιά και έμεμψε τους Εβραίους που έκαναν όλες αυτές τις προετοιμασίες αντί να κλαίνε, να πενθούν και να μετανοήσουν. Κατήγγειλε με σφοδρότητα τις μάταιες ελπίδες που συνέχιζαν να εναποθέτουν στα άρματα και στα άλογα της Αιγύπτου –σε αυτόν τον λαό που δεν φέρνει καμία βοήθεια, ούτε όφελος, αλλά μόνο όλεθρο και σύγχυση– αντί να προσβλέπουν στον Θεό του Ισραήλ, σε Εκείνον που δεν ανακαλεί ποτέ τον λόγο Του και ανατρέπει ως πύρινος χείμαρρος όλες τις επηρμένες δυνάμεις του κόσμου τούτου (Ησ. 31, 1). Και πρόφερε τον εξής φοβερό λόγο: «Μέχρι να πεθάνετε, δεν πρόκειται να σας συγχωρεθεί αυτή η αμαρτία σας!» (Ησ. 22, 14). Παρά τις προσπάθειες και τις επικρίσεις του προφήτη, τα έθνη εξεγέρθηκαν, προκαλώντας σαρωτικά αντίποινα εκ μέρους του Σενναχηρίμ, ο οποίος, ερημώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, συνέτριψε τις εστίες αντίστασης στην Παλαιστίνη και πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις (701). Ο Εζεκίας τού προσέφερε όλον τον χρυσό, το ασήμι και τα πολύτιμα σκεύη που διέθετε, αδειάζοντας για τον σκοπό αυτό το θησαυροφυλάκιο και τον Ναό (βλ. Δ΄ Βασιλ. 18), αλλά ο βασιλιάς της Ασσυρίας δεν ικανοποιήθηκε με όλα αυτά και επιθυμούσε να εξασφαλίσει την παράδοση της πόλεως. Τη φορά αυτή ο Ησαΐας παρουσιάσθηκε ενώπιον του βασιλέως και του τρομοκρατημένου λαού, όχι για να απειλήσει, αλλά για να αναγγείλει ότι ο Θεός επρόκειτο να τιμωρήσει την αλαζονική αυτοπεποίθηση του βασιλιά της Ασσυρίας και να ελευθερώσει τον λαό Του, όπως τον είχε απελευθερώσει άλλοτε από τους Αιγυπτίους στην Ερυθρά Θάλασσα. Ο Ασσύριος βασιλιάς θα υπέκυπτε στο ξίφος της θείας δικαιοσύνης και η θυγατέρα της Σιών θα τον χλεύαζε και θα τον καταφρονούσε. Έτσι τη νύχτα εκείνη άγγελος Κυρίου θανάτωσε 185.000 ανθρώπους στο στρατόπεδο των Ασσυρίων. Ο Σενναχηρίμ έλυσε σύντομα την πολιορκία και επέστρεψε στη Νινευί, όπου δολοφονήθηκε μέσα στον ναό του θεού Νασαράχ (Ησ. 37, 38).


     Έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του, ο Ησαΐας επέστρεψε στην ησυχία. Λέγεται πως κατά τους χρόνους της βασιλείας του Μανασσή (687-642), ο οποίος ξεπέρασε όλους τους προκατόχους του σε ασέβεια και σκληρότητα, χωρίς να χαριστεί ούτε καν στους προφήτες που του υπενθύμιζαν τον Νόμο του Θεού, ο Ησαΐας κόπηκε στα δύο με ξύλινο πριόνι. Το γεγονός αυτό εμπεριέχεται στο απόκρυφο «Μαρτύριον του Ησαΐα», αλλά επιπλέον μαρτυρείται και ως παράδοση σε εδάφιο στην προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (βλ. Εβρ. 11, 37). Στη «Διαθήκη» του, ο προφήτης υπενθυμίζει στον λαό ότι η σωτηρία του βρίσκεται στην επιστροφή του προς τον Θεό και στην ησυχία, επειδή όμως ο λαός εκ των πραγμάτων δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, αλλά εμπιστεύεται την οδό της πλάνης και της απιστίας, ετοιμάζει για τον εαυτό του την οριστική καταστροφή. Για όσους όμως έχουν την ελπίδα τους στον Θεό, ισχύει το εξής: «Παρ’ όλ’ αυτά, ο Κύριος προσμένει να σας σπλαχνιστεί· είναι έτοιμος να σηκωθεί και να σας ελεήσει, γιατί ο Κύριος είναι Θεός δικαιοσύνης και μακάριοι εκείνοι που Τον εμπιστεύονται!» (Ησ. 30, 18).


     Το Βιβλίο του προφήτη Ησαΐα υπερέχει από όλα τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όχι μόνο χάρη στη μεγαλόπνευστη ομορφιά της ποιητικής έκφρασης, αλλά πρωτίστως λόγω της ακρίβειας των προρρήσεών του όσον αφορά την έλευση του Μεσσία. Ανήγγειλε με σαφήνεια την εκ Παρθένου γέννηση Εκείνου που, όντας αναμάρτητος, θα αποτελέσει την ελπίδα του λαού Του (Ησ. 7). Ο «βλαστός» αυτός από τη «Ρίζα του Ιεσσαί» (δηλαδή από τον οίκο του Δαβίδ και πιο συγκεκριμένα από την αειπάρθενη Θεοτόκο), θα έχει ως χρίσμα το πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος (Ησ. 11). Θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και θα εγκαταστήσει την ειρήνη και την αρμονία του παραδείσου στην Εκκλησία (Ησ. 11, 6). Αυτός ο Ίδιος όμως που θα εγκαινιάσει τη μεσσιανική εποχή θα είναι συνάμα και ο ταπεινός «Παῖς Κυρίου»· «Δε θα κραυγάζει, ούτε θα υψώνει τη φωνή Του, ούτε και θα βροντολαλεί μέσα στους δρόμους. Καλάμι τσακισμένο δε θα το συντρίψει και λυχνάρι που καπνίζει δε θα το σβήσει, γιατί πραγματική θα φέρει σ’ όλους δικαιοσύνη» (βλ. Ησ. 42, 2 και Ματθ. 12, 18-21). Θα προσφερθεί οικειοθελώς στην αισχύνη για τη σωτηρία όλου του κόσμου. «Περιφρονημένος και απορριμμένος υπό των ανθρώπων, έγινε άνθρωπος φορτωμένος θλίψεις και πληγές, έγινε σύντροφος του πόνου» (Ησ. 53, 3)· «Έδωσε τη ράχη Του σ’ αυτούς που Τον μαστίγωναν και το σαγόνι Του σ’ αυτούς που Του ξερίζωναν τα γένια και δεν έκρυψε το πρόσωπό Του όταν Τον βρίζανε και Τον έφτυναν» (Ησ. 50, 6). «Αυτός φορτώθηκε όλες τις θλίψεις μας και υπέφερε τους δικούς μας πόνους. Εμείς νομίζαμε πως όλα όσα Τον βρήκαν ήταν τραύματα, πληγές και ταπεινώσεις από τον Θεό. Μα, οι αμαρτίες μας ήταν η αιτία που Αυτός πληγώθηκε, και οι ανομίες μας για τις οποίες Αυτός εξουθενώθηκε. Για χάρη της δικής μας σωτηρίας Εκείνος τιμωρήθηκε και μέσα από τις δικές Του πληγές εμείς βρήκαμε τη γιατρειά. Βασανιζόταν, κι όμως ταπεινά υπέμεινε, χωρίς καθόλου να παραπονιέται. Σαν το πρόβατο που τ’ οδηγούνε στη σφαγή, στέκεται άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δε διαμαρτύρεται. Κακόπαθε, καταδικάσθηκε κι οδηγήθηκε μακριά. Τον εξαφάνισαν απ’ τον κόσμο των ζωντανών και για τις αμαρτίες μας Αυτός χτυπήθηκε απ’ το θάνατο» (Ησ. 53, 4-8 και Ματθ. 27, 58). Αλλά ο Θάνατός Του, τελικά, θα είναι λύτρωση: «Έναντι αυτής της Ταφής θα χαθούν όλοι οι πονηροί και έναντι αυτού του Θανάτου θα απολεσθούν όλοι οι άπληστοι» (Ησ. 53, 9). Οι καρποί των πόνων της ψυχής Του θα είναι να χορτάσει Φως (Ησ. 53, 10-11) και να αποκαταστήσει την Ιερουσαλήμ μέσα στη θεία Δόξα Του.


     Αν ο προφήτης Ησαΐας προφήτευσε πολλές φορές την επικείμενη καταστροφή όσων εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους στις αρχές του κόσμου τούτου, ρίχνοντας έτσι φως στις απώτερες δοκιμασίες που πρέπει να υποστεί η ανθρωπότητα κατά τις έσχατες ημέρες, το δεύτερο μέρους του Βιβλίου του, που ονομάζεται «Βιβλίο της Παρηγορίας», είναι αφιερωμένο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν στην αναγγελία της καταλλαγής του Θεού με τον λαό Του, του ανακαινισμού της Ιερουσαλήμ και του εγκαινιασμού της ατελεύτητης βασιλείας. «Σήκω πάνω, Ιερουσαλήμ, ορθώσου και γίνε όλη φως! Γιατί έρχεται πάνω σου το φως και η δόξα του Κυρίου ανέτειλε σ’ εσένα!» (Ησ. 60, 1). Όλα τα έθνη θα προσέλθουν στην Εκκλησία, τη Νέα Ιερουσαλήμ, και θα εισέλθουν στην πόλη αυτή, που οι θύρες της δεν πρόκειται να κλείσουν ποτέ πια, και η οποία δεν θα φωτίζεται ούτε από τον ήλιο ούτε από τη σελήνη, διότι ο Ίδιος ο Κύριος θα είναι το αιώνιο φως της και κάθε δίκαιος θα γίνει άφθαρτο μέλος του λαού αυτού που ο Θεός έχει συνάξει. Θα χαίρεται εντός του και αυτός εν Αυτώ, και στην πόλη τούτη, όπου ο θάνατος θα καταργηθεί, δεν θα ακούγονται πια κραυγές, ούτε στεναγμοί, ούτε θρήνοι, αλλά μονάχα η άληκτη δοξολογία του Θεού (Ησ. 60-62). Έχοντας έτσι αναγγείλει, με τρόπο σχεδόν διαφανή, την υπέρχρονη ουσία του Ευαγγελίου, δικαίως ο άγιος προφήτης Ησαΐας ονομάσθηκε και θεωρείται ως ο «Πέμπτος Ευαγγελιστής» και το θεόπνευστο Βιβλίο του παραμένει μία από τις βασικές αρχές της Πίστεως και της Ελπίδος μας.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς σάλπιγξ πανεύσημος, μεγαλοφώνῳ φθογγῇ, τῷ κόσμῳ προήγγειλας, τὴν παρουσίαν Χριστοῦ, Προφῆτα θεσπέσιε· σὺ γὰρ τοῦ Παρακλήτου, ἐλλαμφθεὶς τῇ δυνάμει, κάλαμος ὀξυγράφος, τῶν μελλόντων ἐδείχθης· διό σε Ἡσαΐα, ὕμνοις γεραίρομεν.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος β΄. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τῆς προφητείας τὸ χάρισμα δεδεγμένος, Προφητομάρτυς Ἡσαΐα θεοκῆρυξ, πᾶσιν ἐτράνωσας τοῖς ὑφ’ ἥλιον, τὴν τοῦ Θεοῦ φωνήσας, μεγαλοφώνως σάρκωσιν· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
νθρακι τὰ χείλη σου καθαρθείς, τῆς ὑπερκοσμίου, θεωρίας θεουργικῶς, ὤφθης Ἡσαΐα, Προφήτης θεηγόρος, καὶ τοῦ Χριστοῦ προλέγεις, σαφῶς τὴν σάρκωσιν.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 105–111.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ


     Αγιασμένος και εκλεκτός του Θεού πριν ακόμη να γεννηθεί (Ιερ. 1, 5), ο άγιος προφήτης Ιερεμίας ήλθε στον κόσμο μέσα στους κόλπους ιερατικής οικογένειας της πόλης Αναθώθ, στην περιοχή της φυλής Βενιαμίν, περί το 650 π.Χ. Νέος ακόμη, εκλήθη από τον Θεό στο προφητικό λειτούργημα. Εκείνος δίστασε επικαλούμενος τη νεότητα και απειρία του, αλλά ο Κύριος άγγιξε το στόμα του και του είπε: «Να, σου δίδω τώρα τους λόγους Μου στο στόμα σου!» (Ιερ. 1, 10). Τον όρισε «σκοπό», για να αναγγέλλει στον λαό του Ιούδα, που η καρδιά του είχε προ πολλού σκληρυνθεί μέσα στην ειδωλολατρία, την απειλή της επικείμενης εισβολής των Ασσυρίων από τον βορρά. Ως «στόμα του Θεού», με σταθερότητα και τόλμη που θα παρέμεναν αδιάψευστες καθ’ όλη τη διάρκεια της αποστολής του, ο Ιερεμίας έλεγξε τον βασιλιά, τους άρχοντες, τους ιερείς και τους ψευδοπροφήτες για την αποστασία και την προσφυγή τους στα είδωλα αλλόθρησκων εθνών. Παρομοίασε τον λαό του Θεού με άπιστη σύζυγο που λησμόνησε την αγάπη που έδειχνε τον καιρό της μνηστείας της, όταν ακολουθούσε τον Κύριο στην έρημο (Ιερ. 2, 1 κ.ε.). Αφού λοιπόν αρνείται να μετανοήσει, θα αποπεμφθεί και θα παραδοθεί, ως πόρνη, στους Ασσυρίους, που θα την καταισχύνουν. Έμπλεος ευσπλαχνίας, όμως, απέναντι στον λαό του, ο προφήτης νιώθει εκ των προτέρων τους μελλούμενους πόνους και αναφωνεί: «Τα σπλάχνα μου πονούν, σπαράσσεται μέσα μου η καρδιά μου, όμως δεν θα σιωπήσω!» (Ιερ. 4, 10). Διότι ο Ιερεμίας δεν είναι μόνο ο αγγελιαφόρος ο επιφορτισμένος να αναγγείλει απλώς τα θεία διατάγματα, αλλά, προτυπώνοντας την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αναλαμβάνει ο ίδιος τις τύχες του λαού του και πάσχει για τη σωτηρία του. Ακαταπόνητος, επί σειρά ετών, μετέδιδε τις θείες προφητείες, είτε με λόγους που έχουν τη σφραγίδα ενός μεγαλόπρεπου λυρισμού, είτε με πράξεις συμβολικές, υπαγορευμένες από τον Θεό, είτε ακόμη και με την ίδια του τη ζωή και τις οδύνες του που αναγγέλλουν το λυτρωτικό Πάθος του Χριστού.


     Μια φορά, ο Θεός τού έδειξε σε όραμα ένα καζάνι που έβραζε, με το στόμιο στραμμένο προς τον βορρά, λέγοντάς του ότι από τον βορρά θα άρχιζε η συμφορά. Άλλη φορά, τον έστειλε σε έναν αγγειοπλάστη που εργαζόταν στον τροχό και ο οποίος, όταν του χαλούσε ένα αγγείο, ξανάπλαθε ένα άλλο με τον πηλό. «Να, όπως είναι ο πηλός του κεραμέα, έτσι είστε κι εσείς στα χέρια Μου!», λέει ο Κύριος (Ιερ. 18, 16). Ένας προφήτης οφείλει να είναι «σημείο»· για τούτο ο Θεός τού απαγορεύει να λάβει γυναίκα και να αποκτήσει παιδιά στον τόπο αυτό που προορίζεται να καταστραφεί από τον πόλεμο και την πείνα. Του απαγορεύει, επίσης, να μπει σε σπίτι όπου γίνεται συμπόσιο, γιατί Εκείνος θα κάνει να σιγήσουν στον τόπο αυτό τα ξέφρενα τραγούδια της χαράς και οι μάταιες παραμυθίες (Ιερ. 16). Θα αποσύρει τη Χάρη Του και θα εξορίσει τον λαό Του σε χώρα μακρινή. Όλη η ζωή του προφήτη Ιερεμία είναι αφιερωμένη στην καταγγελία της κενής ελπίδας που χαλκεύει ο άπιστος λαός υπό την επήρεια των ψευδοπροφητών και στην αναγγελία της καταστροφής, αλλά θα διακηρύξει, επίσης, ότι, από μακριά, αναγγέλλεται η μεσσιανική καταλλαγή του Θεού με τον ανακαινισμένο λαό Του.


     Από τα πρώτα ακόμη χρόνια της αποστολής του, ο Ιερεμίας προσέκρουσε στην περιφρόνηση και στη χλεύη των συμπολιτών του και ακριβώς για τον λόγο αυτό παρομοιάζει τον ισχυρογνώμονα λαό με αμπέλι τρυγημένο και έκτοτε άχρηστο. Του εμφανίστηκε τότε ο Θεός και τον προέτρεψε να επιχειρήσει γι’ ακόμη μια φορά να βρει έστω κι ένα τσαμπί πάνω σε ένα κλήμα, μια ψυχή, δηλαδή, διατεθειμένη να μεταστραφεί (Ιερ. 6). Αλλά και αυτή η προσπάθεια έμεινε πάλι ανευόδωτη. Ο προφήτης ομοιάζει κάλλιστα και με μεταλλουργό που υπέβαλε σε δοκιμασία το μέταλλο διά του πυρός του θεϊκού λόγου και είναι αναγκασμένος τελικά να διαπιστώσει ότι η «σκωρία» δεν απομακρύνθηκε και πρέπει να το πετάξει μακριά στα σκύβαλα (Ιερ. 6, 27).


     Το 612, η πτώση της Νινευί και η διάλυση της αυτοκρατορίας των Ασσυρίων φάνηκε να αναγγέλλει την απελευθέρωση των υποτελών στην κυριαρχία της λαών. Τρία χρόνια αργότερα, οι στρατιές του φαραώ Νεαχώ Β΄ (609-595) επιχείρησαν να διασχίσουν την Παλαιστίνη για να πολεμήσουν τους Μήδους και τους Πέρσες. Φοβούμενος τις ολέθριες συνέπειες για το βασίλειό του, ο βασιλιάς Ιωσίας (640-609), προσπάθησε να ανακόψει την προέλασή τους, αλλά σκοτώθηκε στη μάχη της Μεγεδδώ, αφήνοντας το βασίλειο του Ιούδα πλήρως υποτελές στην Αίγυπτο. Λίγο μετά τη νίκη του ο φαραώ υπέστη οικτρή ήττα από τον Ναβουχοδονόσορα στο Χαρχαμίς επί του ποταμού Ευφράτη (605) και η Παλαιστίνη βρέθηκε τη φορά αυτή υπό τον ζυγό των Βαβυλωνίων. Η νέα αυτή κατάσταση φάνηκε να διαψεύδει τις ελπίδες για θρησκευτική και ηθική αναμόρφωση που γέννησε η μεταρρύθμιση του βασιλιά Ιωσία μετά την ανεύρεση του Βιβλίου του Νόμου (βλ. Δ΄ Βασ. 22-23). Μετά τον θάνατο του ηγεμόνα, ο ασύνετος λαός ξανακύλησε ακράτητος στην ανομία και τη διαστροφή των ηθών, επέστρεψε στις ειδωλολατρικές λατρείες του Βάαλ και του Μολώχ, προσθέτοντας επιπλέον σε αυτές κι άλλες βαβυλωνικές θεότητες και λατρείες. Η τήρηση του Νόμου γινόταν πλέον μονάχα εξωτερικά και αναμειγνύονταν με δεισιδαιμονίες και πράξεις μαγείας. Μπροστά σ’ αυτήν την κρίσιμη κατάσταση, ο Ιερεμίας, μετά από σιωπή δώδεκα ετών, πήρε πάλι τον λόγο δημόσια, στην πύλη του Ναού, την ημέρα που εορταζόταν η ενθρόνιση του βασιλιά, για να αντιταχθεί στην άφρονα ασφάλεια που ένιωθε ο λαός στον Ναό αυτό, που είχε μετατραπεί σε «σπήλαιο ληστών», και προανήγγειλε ότι η οργή του Θεού θα τον κατέστρεφε, αν οι Εβραίοι αρνούνταν να μετανοήσουν (Ιερ. 7, 11-14). Ιερείς, ψευδοπροφήτες και λαός, σε μια έκρηξη πάνδημης μανίας συνέλαβαν τον προφήτη και τον οδήγησαν ενώπιον του βασιλέως με σκοπό να τιμωρηθεί με θάνατο για τη βλασφημία του εναντίον του Ναού (Ιερ. 33, 7). Τελικά αφέθηκε ελεύθερος, αλλά στο εξής, το αξερίζωτο μίσος ιερέων και ψευδοπροφητών έμελλε να τον καταδιώκει.


     Μη βρίσκοντας γύρω του τίποτε άλλο παρά ψεύδος και απάτη, αποθαρρυμένος ο Ιερεμίας λαχταρούσε να αποσυρθεί σε ένα κατάλυμα στην έρημο, μακριά από τον μοιχό αυτόν λαό που πήγαινε «ἐκ κακῶν εἰς κακὰ» και αρνιόταν να μεταστρέψει τη γνώμη του (Ιερ. 9, 1). Στερεωμένος, όμως, από τον λόγο του Θεού, που ήταν γι’ αυτόν «ευφροσύνη και χαρά της καρδιάς» (Ιερ. 15, 16), δεν εγκατέλειψε την αποστολή του και προήγγειλε ενώπιον και εναντίον όλων την επερχόμενη καταστροφή του βασιλείου του Ιούδα και την αιχμαλωσία των κατοίκων. Η πρόρρηση αυτή ξεσήκωσε τέτοια κατακραυγή ακόμη και στην ίδια την πατρίδα του, την Αναθώθ, ώστε οι ιερείς και κάποια μέλη της οικογένειάς του επιχείρησαν να δηλητηριάσουν τον προφήτη, που είχε προσφερθεί σε αυτούς «σαν ένα άκακο αρνί που το πήγαιναν για σφαγή» (Ιερ. 11, 19). Έχοντας μείνει μόνος, μισούμενος από όλους, δίχως καμία παρηγορία, ο Ιερεμίας ανέπεμψε τότε κραυγή αγωνίας προς τον Θεό και ο Κύριος τού απάντησε: «Θα σε πολεμήσουν και δεν θα μπορούν να σε νικήσουν, γιατί Εγώ είμαι πάντα δίπλα σου για να σε σώζω» (Ιερ. 15, 20). Κατόπιν εντολής του Θεού, πήγε μαζί με ιερείς και πρεσβυτέρους του λαού έξω από την πύλη του Κεραμείου για να σπάσει μια στάμνα, αναγγέλλοντας ότι επίκειται η πολιορκία της πόλης και ότι η πεδιάδα που απλωνόταν από κάτω θα ονομαζόταν «Πολυάνδριον της Σφαγής». Ενώ επαναλάμβανε το ίδιο μήνυμα στα πρόθυρα του Ναού σε μια ημέρα ευωχίας και εορτασμού, ο ιερέας Πασχώρ, επόπτης του Ναού, διέταξε να χτυπήσουν τον προφήτη και να τον βάλουν στο τιμωρητικό ξύλο. Το πρωί τον ελευθέρωσαν και ο Ιερεμίας επανέλαβε με ανανεωμένη θέρμη τις προρρήσεις του (Ιερ. 19, 20). Έκτοτε, του απαγορεύθηκε η είσοδος στον Ναό και στάλθηκαν κατάσκοποι παντού, όπου αυτός εκήρυττε, για να παρακολουθούν τα λεγόμενά του.


     Η νίκη των Χαλδαίων επί της Αιγύπτου στο Χαρχαμίς στάθηκε για τον προφήτη η ευκαιρία να υπογραμμίσει τον επικείμενο κίνδυνο και να επαναλάβει τις προτροπές του για μετάνοια. Υπαγόρευσε τότε στον γραμματέα του, τον Βαρούχ [28 Σεπτ.], την προφητεία του Κυρίου και τον έστειλε στον Ναό για να τη διαβάσει ενώπιον του συγκεντρωμένου λαού (Ιερ. 43). Όταν έφθασε η σχετική αναφορά στον βασιλιά, εκείνος έβαλε να του διαβάσουν το ειλητάριο· και, κάθε εδάφιο που άκουγε, το έσχιζε και το έριχνε στη φωτιά μέχρι που στο τέλος κάηκε όλο το ειλητάριο. Στη συνέχεια, διέταξε τη σύλληψη του Ιερεμία και του Βαρούχ. Εκείνοι όμως κατάφεραν να κρυφθούν και έτσι διέφυγαν από τους διώκτες τους.


     Μετά από μερικά χρόνια υποταγής στον Ναβουχοδονόσορα, ο βασιλιάς Ιωακείμ επαναστάτησε (599) επισύροντας ως αντίποινα εκστρατεία των Βαβυλωνίων εναντίον του, η οποία αφάνισε τη χώρα του Ιούδα. Το επόμενο έτος, έφθασε ο ίδιος ο Ναβουχοδονόσορ και πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ. Σε τρεις μήνες η πόλη έπεσε στα χέρια των Χαλδαίων και ο νέος βασιλιάς, ο νεαρός Ιεχονίας (Ιωαχίν), εξορίστηκε στη Βαβυλώνα μαζί με τη μητέρα του, τους προύχοντες καθώς και δώδεκα χιλιάδες λαού. Παρά τη συμφορά, ο λαός που παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, δεν μετέστρεψε τα διεφθαρμένα ήθη του και οι ψευδοπροφήτες συνέχισαν να καλλιεργούν ελπίδες για γρήγορη επιστροφή των εξόριστων και νικηφόρο εξέγερση. Όταν οι απεσταλμένοι των γειτονικών λαών έφθασαν στην Ιερουσαλήμ για να διαπραγματευθούν με τον νέο βασιλιά του Ιούδα, Σεδεκία, μια συμμαχία εναντίον των Χαλδαίων, ο Ιερεμίας παρουσιάστηκε δημόσια φέροντας ζυγό στον τράχηλό του και δεμένος με σχοινιά, λέγοντας εξ ονόματος του Θεού: «Όσοι από τούτο το έθνος και τη βασιλεία δεν θα σκλαβωθούν, θα τους επισκεφθεί ο Θεός είτε με θάνατο μαχαίρας είτε με λιμό» (Ιερ. 34, 8). Λίγο αργότερα, ο ψευδοπροφήτης Ανανίας ήλθε στον Ναό, αφαίρεσε τον ζυγό από τον τράχηλο του Ιερεμία και τον έσπασε λέγοντας με αυτοπεποίθηση ότι σε δύο χρόνια οι εξόριστοι θα επιστρέψουν και ο Θεός θα συντρίψει τον ζυγό του βασιλιά της Βαβυλώνας (Ιερ. 35, 1-2). Θεόπνευστος, όμως, ο Ιερεμίας κατήγγειλε το ηχηρό ψεύδος του Ανανία, προείπε τον επικείμενο θάνατό του και ανήγγειλε ότι, στη θέση του ξύλινου ζυγού που μόλις έσπασε, θα ερχόταν ένας ζυγός από σίδερο (Ιερ. 35, 13). Πεπεισμένος από τον αληθινό προφήτη του Θεού, ο Σεδεκίας αρνήθηκε να συνάψει τη συμμαχία και έστειλε απεσταλμένους στη Βαβυλώνα για να δηλώσει την αφοσίωσή του. Αυτοί ήσαν κομιστές μιας επιστολής του Ιερεμία προς τους εξόριστους, η οποία τους ανήγγελλε ότι στο τέλος της αιχμαλωσίας τους, που έμελλε να διαρκέσει εβδομήντα χρόνια, ο Θεός θα συμφιλιωνόταν μαζί τους, ότι όσοι θα Τον αναζητούσαν με όλη τους την καρδιά θα Τον έβρισκαν (Ιερ. 36, 13) και ότι οι εσκοτισμένοι του βασιλείου του Ισραήλ και του βασιλείου του Ιούδα θα επέστρεφαν στη γη της Επαγγελίας με αλαλαγμούς χαράς. Ο Θεός τότε θα συγκέντρωνε πάλι το διασκορπισμένο Του ποίμνιο και θα έκανε με τον λαό Του μια Νέα Διαθήκη, μια διαθήκη πνευματική και αιώνια. «Θα δώσω σ’ αυτούς νόμους κατανοητούς και δεκτούς στη διάνοιά τους· νόμους που Εγώ θα τους γράψω στην καρδιά τους. Θα είμαι γι’ αυτούς ο Θεός τους κι αυτοί θα γίνουν για Μένα ο λαός Μου» (Ιερ. 38, 33).


     Μετά την περίοδο αυτή ηρεμίας, ένα νέο κύμα εξέγερσης άρχισε να συνταράσσει το βασίλειο του Ιούδα και τους γειτονικούς λαούς υπό την αιγίδα της Αιγύπτου (588). Έχοντας εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις των Αιγυπτίων και στην οχύρωση της πρωτεύουσάς του, ο Σεδεκίας αρνήθηκε να ακούσει τις συμβουλές του Ιερεμία για σύνεση και υποταγή. Τα γεγονότα, ωστόσο, ήρθαν γρήγορα να επαληθεύσουν τους φόβους του προφήτη. Οι Βαβυλώνιοι έφθασαν μπροστά στην Ιερουσαλήμ, ρημάζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Παρά τη βοήθεια των Αιγυπτίων που επέτρεψε την προσωρινή λύση της πολιορκίας, οι βαβυλωνιακές στρατιές σύντομα επιτέθηκαν και άρχισαν πολιορκία που έμελλε να επιφέρει την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια της ανακωχής, ενώ ο Ιερεμίας έβγαινε από την πόλη για να πάει στη χώρα του Βενιαμίν με σκοπό να μοιράσει με τους εκεί συγγενείς του την κληρονομιά του, συνελήφθη και κατηγορήθηκε ότι ήθελε να περάσει στον εχθρό. Χτυπήθηκε από τους στρατιώτες και δίχως να μπορεί να απολογηθεί, ρίχτηκε σε έναν υγρό, θολωτό υπόγειο χώρο, όπου δεινοπάθησε επί πολλές ημέρες. Ο βασιλιάς έστειλε τότε κρυφά να τον φέρουν για να τον ρωτήσει σχετικά με την έκβαση της πολιορκίας. Εξ ονόματος του Θεού ο προφήτης τού είπε τότε ότι θα παραδοθεί στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας. Έκλεισαν τότε τον Ιερεμία στην αυλή της φρουράς του ανακτόρου, τη στιγμή που οι Χαλδαίοι ξανάρχιζαν την πολιορκία. Ενώ η πόλη είχε παραδοθεί στην πείνα και τις ασθένειες, οι άρχοντες ανέφεραν στον βασιλιά ότι ο αιχμάλωτος προφήτης συνέχιζε να αποθαρρύνει τον λαό αναγγέλλοντας ότι μονάχα όσοι θα παραδίδονταν στους Χαλδαίους θα έσωζαν τη ζωή τους. Με την άδεια του Σεδεκία έπιασαν τότε τον Ιερεμία και τον κατέβασαν σε μια στέρνα γεμάτη λάσπη, καταδικάζοντάς τον σε σίγουρο θάνατο. Ας σημειωθεί δε, ότι, σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η αλγεινή κατάβαση αυτή στη στέρνα προτυπώνει εύγλωττα την Κάθοδο του Χριστού στον κάτω κόσμο. Ένας Αιθίοπας όμως που υπηρετούσε στην αυλή, ο Αβδεμέλεχ, τον συμπόνεσε και έπεισε τον βασιλιά να τον αποφυλακίσει. Ο Ιερεμίας παρέμεινε στην αυλή της φρουράς μέχρι την πτώση της πόλης (Ιερ. 45).


     Τον Ιούλιο του 586, άνοιξε ρήγμα στο τοίχος και στο τέλος του επόμενου μήνα η περήφανη Ιερουσαλήμ παραδόθηκε στη μανία των Χαλδαίων. Ο Σεδεκίας προσπάθησε να διαφύγει, αλλά ο εχθρός τον πρόλαβε και τον οδήγησε στον Ναβουχοδονόσορα, ο οποίος πρόσταξε να σφάξουν τους γιους του μπροστά στα μάτια του πριν τον τυφλώσει· κατόπιν, τον εξόρισε στη Βαβυλώνα. Η πόλη και ο Ναός πυρπολήθηκαν, τα τείχη γκρεμίστηκαν, και το μεγαλύτερο μέρος του λαού οδηγήθηκε αιχμάλωτο στην εξορία. Έτσι εκπληρώθηκαν οι προφητείες του Ιερεμία (Ιερ. 46).


     Ο γέρος προφήτης ελευθερώθηκε από τους Βαβυλωνίους και ακολούθησε τους αιχμαλώτους. Λέγεται ότι οι θαυμάσιοι «Θρήνοι» του, βγήκαν από τα χείλη του καθώς άφηνε πίσω του την παραδομένη στις φλόγες πόλη. Φθάνοντας στη Ραμά, αφέθηκε ελεύθερος να πάει όπου επιθυμούσε. Αρνούμενος να πάει στη Βαβυλώνα, προτίμησε να μεταβεί στη Μασσηφά, κοντά στον Γοδολία, στον οποίο είχε ανατεθεί η διακυβέρνηση του ολιγάριθμου λαού που δεν είχε εξορισθεί.


     Δύο μόλις μήνες αργότερα όμως, ο Γοδολίας δολοφονήθηκε (Ιερ. 48, 3). Ο λαός, τότε, φοβούμενος τα αντίποινα των Χαλδαίων, θέλησε να διαφύγει στην Αίγυπτο, παρά τις προειδοποιήσεις του Ιερεμία που συμβούλευε να μη φοβούνται τον βασιλιά της Βαβυλώνας και να εναποθέσουν την εμπιστοσύνη τους στη σκέπη του Θεού. Και πάλι, όμως, ούτε οι αξιωματούχοι ούτε ο λαός θέλησαν να υποταχθούν στον λόγο του Θεού και ξεκίνησαν για την Αίγυπτο. Παρά τη θέλησή του, ο Ιερεμίας ακολούθησε τους πρόσφυγες στην Αίγυπτο και φθάνοντας στις Ταφνές, ανατολικά του Δέλτα του Νείλου, τους ανήγγειλε την επικείμενη εισβολή του Ναβουχοδονόσορα στην Αίγυπτο, ο οποίος θα χρησίμευε για μια φορά ακόμη ως σαρωτικό όργανο της θείας οργής εναντίον της ειδωλολατρίας και της σκλήρυνσης της καρδιάς του λαού Του. Το 568, ο Ναβουχοδονόσορ εισέβαλε πράγματι στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όλα τα μνημεία της αιγυπτιακής λατρείας και σκορπίζοντας τον θάνατο και την καταστροφή στο πέρασμά του. Μονάχα μερικοί Εβραίοι γλίτωσαν και μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη.


     Σύμφωνα με μια απόκρυφη παράδοση, ο Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του, μετά το κήρυγμά του, στις Ταφνές, σφραγίζοντας με τον θάνατό του την προφητική αναγγελία Εκείνου που επρόκειτο να προσφέρει τον Εαυτό Του για τη Σωτηρία όλων των ανθρώπων. Σύμφωνα δε και με μία άλλη παράδοση που αναφέρεται στο Βιβλίο των Μακκαβαίων (βλ. Β΄ Μακκ. 2, 4-8), ο Ιερεμίας φέρεται να έκρυψε τη Σκηνή του Μαρτυρίου, την Κιβωτό της Διαθήκης και το Θυσιαστήριο του Θυμιάματος σε μια απρόσιτη σπηλιά στο βουνό του Θεού, όπου ο Μωϋσής παρέδωσε τη ψυχή του στον Θεό και είπε ότι ο τόπος αυτός θα έπρεπε να μείνει κρυφός μέχρι την επιστροφή των εξόριστων και την αποκατάσταση της λατρείας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
χος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
κ γαστρὸς ἡγιάσθης τῇ προγνώσει τοῦ Κτίσαντος, καὶ προφητικῆς ἐπληρώθης ἐκ σπαργάνων συνέσεως· ἐθρήνησας τὴν πτῶσιν Ἰσραήλ, σοφὲ Ἱερεμία ἐν στοργῇ· διὰ τοῦτο ὡς Προφήτην καὶ Ἀθλητήν, τιμῶμέν σε κραυγάζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν τὰ κρείττονα.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
χος πλ. δ΄. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
ς ἐκ γαστρὸς θεόληπτος, καὶ συμπαθείας ἔμπλεως, τὴν τοῦ λαοῦ σου ἐθρήνησας ἔκπτωσιν, Ἱερεμία ἔνδοξε· διὰ τοῦτό σε λίθοις, ἐν Αἰγύπτῳ Προφῆτα φόνῳ παρέδωκαν, οἱ μὴ εἰδότες ψάλλειν, σὺν σοὶ Θεῷ· Ἀλληλούϊα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τὸν ἡγιασμένον ἀπὸ γαστρός, ὡς ἐκλελεγμένον, ἐπαξίως τῷ Σαβαώθ, σὲ Προφητόμαρτυς, σοφὲ Ἱερεμία, ὑμνοῦμεν καὶ βοῶμεν· Σκέπε τοὺς δούλους σου.






[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 9–15.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.