Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ


     Να είμαστε κοντά στους αγίους. Να ζητάμε σαν τρελοί και σαν παθιασμένοι τη συνομιλία και το διάλογο μαζί τους. Να τους επιτρέπουμε κι αυτούς με τη ζωή μας να έρχονται σιμά μας. Περισσότερο μελετούμε παρά διαβάζουμε το βιβλίο με το βίο τους κι αισθανόμαστε ν’ ανοίγεται η κλειστή κι επτασφράγιστη ψυχή μας προς αυτούς. Τους νιώθουμε να έρχονται κι αυτοί προς εμάς, στον κόσμο των αλλεπάλληλων δυσχερειών και παραπτώσεών μας. Πάντα ερχόντουσαν και πάντα θα έρχονται, αλλά τούτη η τωρινή έκτακτη γνώση που λαμβάνουμε για τη ζωή και τον πόνο τους, γίνεται μέσα μας η καίρια ώθηση για το προσωπικό μας άνοιγμα, για ν’ αποκτήσουμε την κατάλληλη αίσθηση γι’ αυτούς. Το θέμα δεν είναι μόνο να υπάρχει πλάι μας μια παρουσία, αλλά και το να έχουμε και την ακλόνητη αίσθηση γι’ αυτή μέσα μας. Το θέμα του θέματος είναι να αισθάνεσαι μεσ’ απ’ την καρδιά σου τον άλλον, παρά να τον εικάζεις με τη φαντασία και το μυαλό σου. Μόνο έτσι γνωρίζεις τον άλλον· με την αίσθηση που φέρνει την ωραία γνώση, με τη γνώση που επαυξάνει τη μακάρια αίσθηση. Και γίνεται έτσι η γνωριμία μια άλλη πολύ ιδιαίτερη φιλία, που αναζωπυρώνει την τιμή που επιφυλάσσει η καρδιά, που φανερώνει τον Θεό στο βάθος των προσώπων, στο βάθος των πράξεων και των λόγων που στέκει η αγάπη, η αγάπη που γεννά ουράνιες φιλίες και μέσα απ’ αυτές αναδύεται η παμπόθητη σωτηρία. Αγία φιλία με τον Θεό και τους αγίους Του, που όλο βαθαίνει μέσα στον χρόνο και μέσα στον τρόπο. Όταν αγαπάς και ποθείς, αρχίζεις να μαστορεύεις και τον τρόπο σου. Σταματάς να γίνεσαι νομικός, τυπικός, ασφαλής τηρητής, ανασφαλής παραβάτης, φοβικός και άτολμος, απόμακρος, μερικός, μετρημένος, λίγος, άπρακτος, αναίσθητος, στο περίπου ταπεινός, δήθεν ανάξιος, καθ’ έξη δικαιολογητικός, ανειλικρινής, ακίνδυνος, ήσυχος, ακίνητος και αμέτοχος. Το σωτήριο ρίσκο στη σχέση μας με τους αγίους είναι η τρισόλβια μετοχή που μας δωρίζουν, που είναι μια μοναδική μετοχή στη ζωή και την αιωνιότητα του Θεού. Αλλά εμείς φαίνεται πως είμαστε αδιόρθωτα ημιορθόδοξοι γι’ αυτό και μόνιμα ανορθόδοξοι, σχετικά καθολικοί, προτεστάντες, χιλιαστές και μορμόνοι. Πάμε στον Χριστό παμβέβηλα βέβαιοι και σίγουροι για τον εαυτό μας και ακόμη πιο σίγουροι και δικαιωμένοι προς την αγάπη Του. Αγνοούμε κάθε τρόπο, διαδικασία, βαθμίδα και κλιμάκωση ικάνωσης για τις δωρεές Του, για το μυστήριο της αγάπης που δεν γνωρίζει ακοινωνησίες, μοναξιές και μονοκρατορίες. Ο Χριστός μάς στέλνει πανδίκαια και σιωπηλά προς την Μητέρα Του και προς τους αγίους Του. Για να είναι του Χριστού η ψυχή μας, πρέπει πρώτα να μάθει να τιμά όσους λίαν ετίμησε η αγάπη Του. Οι φίλοι του Θεού, βρίσκονται εκεί που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό και αν θέλει η ψυχή να βρει απλανώς τον Θεό της, πρέπει πρώτα να βρει τους φίλους Του. Τους γνωρίζεις, όσο βέβαια σου δίνεται να τους γνωρίσεις, και συνειδητοποιείς τι έχανες τόσο καιρό, πώς ήσουν και πώς ανέπνεες χωρίς αυτούς.


     Ένα πρωτόφαντο ρεύμα ζωής έρχεται, σε κατακλύζει και αναμιγνύεται με τον πηλό των αδυναμιών σου. Ανατέλλει η παράκληση μέσα σου και φεύγουν οι σκιές που γράπωναν το είναι σου. Ατελεύτητη η θεογνωσία και, μαζί της, η παραδείσια αγιογνωσία, είναι η μόνη ζωογόνα, ειρηνική και φωτοφόρα γνώση που σε λυτρώνει και σε προστατεύει. Σε περιέπει αγαπητικά, σε αναδεικνύει απροσωπόληπτα, σου μεγαλώνει τον πόθο, σε κερνά συνεχώς εκπλήξεις ζωής, σου γιγαντώνει το δέος, σου κομίζει το βίωμα μόνο και μόνο για ν’ αναστηθείς. Βάζεις αρχή ν’ αγαπάς πληρέστερα, ακριβέστερα, βεβαιότερα, ασάλευτα και μοναδικά. Περνάνε πολλά από τα χρόνια και τα ζαμάνια μας, μέχρι να δώσουμε τόπο στους Αγίους του Χριστού. Άλαλη η ψυχή μας καταλαβαίνει ότι μαζί τους η ζωή παίρνει μιαν άλλη αιώνια αξία, που ήταν καλά κρυμμένη μέχρι τώρα από τα υλώδη μάτια μας. Και μέσα σ’ αυτή τη σχέση με τους αγίους όλος ο άνθρωπος μεταστοιχειώνεται και αλλοιώνεται: δεν βαστάει πια λογισμούς, δεν τυραννιέται από προλήψεις, ιδέες, εντυπώσεις και μανίες, ο σκληρός εγκέφαλός του τον αφήνει ήσυχο, η καρδιά πάλλεται πνευματικά απρόσκοπτα και αρχίζει ν’ αναπνέει μέσα από το οξυγόνο της χάριτος των αγίων. Υπάρχουν επιτέλους πάντερπνοι και αθόλωτοι ορίζοντες που ανοίγουν τώρα πασίχαρεις τις θύρες τους. Τα πρόσωπα των Αγίων είναι τα πρόσωπα της ευδοκίας του Θεού, τα πλέον κατάλληλα για να είναι οι ακέραιοι φορείς της χάρης Του. Τούτη τη χάρη οι άγιοι δεν θέλουν να την κρατήσουν για τον εαυτό τους, άλλωστε δεν είχαν ποτέ «εαυτό» αυτοί, είχαν μόνο Χριστό, επιθυμούν να τη μεταδώσουν και σε μας. Ψάχνουν να βρουν δυναμικές ευκαιρίες μέσα από τις θλίψεις των επιγείων, τις δοκιμασίες και τους πόνους που μας επισκέπτονται, μέσα από τις δεήσεις και τις επικλήσεις της καρδιάς μας, μέσα από τους αγώνες και τις αγωνίες μας, να πλησιάσουν πανένστοργα την ένδειά μας, να μη μας αφήσουν μόνους στη μοναξιά, τη σύγχυση και την πίκρα των αμαρτάδων μας. Οι άγιοί μας είναι όλη η ξεχασμένη μας κραταίωση, η ανυπερήφανη δύναμη και η πανώρια νίκη μας, η ζωή μας που δεν τολμούμε από βλακεία ή από ακηδία να ζήσουμε, η χαρά που δε λύγισε κανένα δάκρυ, το δάκρυ της μετανοίας που δεν πότισε καμιά απόγνωση, η ειρήνη που έφερε την ένθεη αποκατάσταση, τα αδέλφια μας που δεν μας άφησαν να χαθούμε, που μας πάνε με την αγάπη τους κατευθείαν στην εστία του Πατέρα, οι πολίτες του Παραδείσου που θέλουν μαζί τους όλους εμάς εκεί, στην αιώνια χαρά και ευωχία της αγάπης του Χριστού.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου