Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΣΕ ΜΙΑ ΦΙΛΗ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

ΣΕ ΜΙΑ ΦΙΛΗ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ


Ο θάνατος είναι μυστήριο. Μυστήριο που φυλάσσει όλη τη δραματουργία της φύσης μας στο μέγιστο βαθμό έντασης. Μέσα σ’ αυτό και μέσα απ’ αυτό το μυστήριο, βλέπεις ν’ απαλείφονται πολλά ρήγματα, τραύματα, μετέωρα λάθη κι αδέσποτα ερωτηματικά που θόλωναν τον ενδόμυχο ορίζοντα. Υπάρχει μια πολύ δυνατή περίπτωση μέσω του γεγονότος του θανάτου να έρθουμε και να ερχόμαστε σε μια θαυμαστή εγγύτητα με πρόσωπα με τα οποία πριν δεν είχαμε αναπτύξει μαζί τους καμία οικειότητα. Τελικά είναι θαυμαστή οικονομία Θεού, έστω και στο παρά πέντε, να κατανοούμε πολλά βασικά και ουσιώδη κεφάλαια, ίσως κάποια απ’ αυτά, ίσως σχεδόν τα πάντα. Αυτό το «παρά πέντε» της διάβασης ενός δικού μας προσώπου από τα γήινα προς τα αιώνια, κρύβει εκείνη τη μεγάλη πατρική ώθηση του Θεού που γίνεται προσωπικά προς εμάς. Τα πάντα αποκτούν παράδοξο εύρος, πλάτος και βάθος. Η καρδιά μας γίνεται μια ανοιχτή αγκαλιά, με μια καινούργια ωραία αίσθηση, μέσω της οποίας όλος ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται δεδομένα, διαστάσεις και προεκτάσεις που πριν δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να αντιληφθεί. Λίγο τό ’χεις; Ξοδεύουμε ανώφελα μια ολόκληρη ζωή στην παγερή απόσταση, στην πληγωτική ακαταληψία, στην τέλεια αγνωσία («δε σε ξέρω–δεν με ξέρεις»), στον άσκοπο αντίλογο, στη μόνιμη απόρριψη, στην αστεία και γραφική έριδα, στη μάταιη εξήγηση και στην ποταπή παρεξήγηση κι έρχεται σαρωτικά ένας αιφνίδιος ή αναμενόμενος θάνατος, το πιο ισχυρό πέρασμα που χαρακώνει, με το πιο γρήγορο πέταγμα και το πιο αθόρυβο φτερούγισμα των ανθρώπων μας και μας τα αλλάζει όλα. Όλα! Και μέσα και έξω μας. Αρχίζουμε τότε να θλιβόμαστε γόνιμα, να χαιρόμαστε εμβαθώς, να θυμόμαστε αμνησίκακα, ν’ αναπολούμε απαθώς και να μνημονεύουμε ατραυμάτιστα, να έχουμε επιτέλους μια κρίση που δικαιώνει, να έχουμε έναν πολύτιμο λογισμό που βλέπει δίκαια, να εκφέρουμε λόγο ζυγιασμένο και άψογο στην ωριμότητά του, να μιλάμε με τη σαγήνη της σιωπής και να σωπαίνουμε με τη ρώμη του λόγου, να μη χαλιόμαστε από το είδωλο της σχέσης που για χρόνια τη φορούσαμε σαν βαριά αλυσίδα πάνω μας, να μη συνεχίζουμε να απωθούμε πρόσωπα που μέχρι πρότινος μας ήταν ακατανόητα και δύσκολα. Πόσο ανάγκη έχει η ευαίσθητη ψυχή μας τούτο το δριμύ πέρασμα του θανάτου, εκείνο το αμετάκλητο φευγιό προς τη ζωή, τη ζωή που λείπει από τα δικά μας αισθήματα, από τα ενεργήματά μας, την κρίση και τη διάθεσή μας. Κάτι σπάει και χωρίζει και συνάμα κάτι ενώνεται μέσα σε μια απολυτρωτική κατανόηση. Η απώλεια χαίρεται για λίγο τη λύπη και το σβησμό που μεταδίδει. Επανευρισκόμαστε, επανεκτιμούμε, ενωνόμαστε και πάλι μυστικά και αδιάρρηκτα τούτη τη φορά. Αλλιώς είναι το άχρονο που βιώνεται σα θλίψη. Αλλιώς είναι κι ο καημός που πλάθει η αγάπη. Η υγεία είναι η αιωνιότητα. Η αρρώστια όταν το πρόσκαιρο θεωρείται άληκτο, όταν η φθορά μασκαρεύεται σε θεά. Κι όλοι οι αποχωρισμοί σπαργανώνουν τον πόθο για τη συνάντηση που δεν περατώνεται, για τη συμπόρευση που δεν τερματίζει. Απλά, το εσώψυχο πνεύμα μας προδίδει τη θεοείδειά του. Πορευόμαστε μόνοι στην αρχή για να πολιτογραφηθούμε στον Παράδεισο, τη χώρα της ζωντανής και ακατάλυτης κοινωνίας, της σύναξης, της εκκλησίας. Όλα σε μας τα πλακώνουν οι πληγές και τα τραύματα και, μαζί με αυτά, πώς και πόσο καταφέρνουμε στ’ αλήθεια μόνο να αρνούμαστε και να αδικούμε! Μα, απρόσμενα έρχεται το απευκταίο, το πικρό, μα ωφέλιμο γεγονός του θανάτου και δίνει μιαν άλλη διάσταση και μιαν άλλη πινελιά στον μισοτελειωμένο ή ατελείωτο γριφώδη πίνακα της ζωής μας. Είναι ανείπωτη ανάγκη για μας και διψαλέο αίτημα από μας να μη μας φύγει κανένα ρίνισμα από αυτό το εκπληκτικό μέστωμα που μοιράζει ο θάνατος, μέστωμα πρωτόγνωρο, σταλμένο απευθείας από το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού για μας και σε μας, που πιστεύαμε ότι δήθεν τα ξέραμε όλα, ότι ήμασταν αλάθητοι σε όλα και ότι πάντα η ζωή μάς χρωστούσε εύσημα και βραβεία. Τα πάντα από το θάνατο γέρνουν και βουτούν στο άρωμα της ταπείνωσης. Η αγάπη του Θεού δεν μας θέλει έτσι, ανόητους, χαρωπούς, αβαθείς και άστοργους. Γι’ αυτό και μέσα από τη ροή του χρόνου και του χώρου, μέσα από τις σχέσεις που επιδιώκουμε, που επενδύουμε, που απορρίπτουμε, που αγνοούμε, που λησμονούμε, αναδύει η ανεπιθύμητη «παρουσία» του ζοφερού θανάτου, προκειμένου εμείς να προχωρήσουμε και να αναπτυχθούμε εσωτερικά, γνωρίζοντας και βιώνοντας πράγματα που, ούτως ή άλλως, δεν θα τα γνωρίζαμε και δεν θα τα βιώναμε με κανέναν άλλο τρόπο. Ο Χριστός, ο Νικητής του κάθε θανάτου μας και ο μόνος Δωρητής της αληθινής ζωής, να μας δίνει τη δύναμη και την παράκληση που θέλει και χρειάζεται η ψυχή μας τη μεγάλη ώρα του πένθους που δοκιμάζει σιωπηλά και απόμακρα από κάθε χαρωπή καθημερινότητα…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου