Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.

Τὸν ὑπερούσιον, ὄμβρον κυήσασα,
πηγὴ ζωήῤῥυτος, Παρθένε πέφυκας,
ἀναπηγάζουσα ἡμῖν, τὸ νέκταρ τὸ ἀθάνατον,
ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον, εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον, 
νάματα γλυκύῤῥοα, ἐκ τῆς Κρήνης σου πάντοτε, 
ἐξ ὧν ἐπεντρυφῶντες βοῶμεν·
Χαῖρε Πηγὴ ἡ ζωηφόρος.

Α΄. Για το φώτισμα του τυφλού
από το νερό της Ζωοδόχου Πηγής.


     Αναφέρεται στο «Πεντηκοστάριον», την πρώτη Παρασκευή της Διακαινησίμου, ότι ήταν κάποιος στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, πολύ εύσπλαχνος και ενάρετος άνθρωπος, με το όνομα Λέοντας και με το επώνυμο Μακέλλης (ο Λέων ο Α΄, ο «Θρᾷξ»· 401–18 Ιανουαρίου 474). Για την καλοσύνη του τον αξίωσε ο Θεός κι έγινε αργότερα βασιλιάς. Όταν λοιπόν αυτός ήταν ακόμη στρατιώτης, βρέθηκε σ’ ένα δάσος κοντά στην Πόλη και είδε εκεί έναν τυφλό, ο οποίος ήταν πολύ διψασμένος από την οδοιπορία και τη ζέστη. Τον λυπήθηκε ο Λέοντας και τον έπιασε από το χέρι, για να περπατήσουν μαζί μήπως και βρει νερό να τον ποτίσει. Αφού λοιπόν περπάτησαν λίγο διάστημα, έπεσε ο τυφλός μη μπορώντας πλέον να περπατήσει από τη δίψα. Και ο Λέοντας έψαχνε πολλή ώρα μέσα στο δάσος για νερό, αλλά δεν έβρισκε· γι’ αυτό λυπόταν πολύ, επειδή φοβόταν μήπως πεθάνει ο τυφλός από τη δίψα. Ψάχνοντας λοιπόν πιο βαθιά στο δάσος, άκουσε μια φωνή να του λέει: «Μη λυπάσαι, Λέοντα! Γιατί εκεί κοντά σου είναι το νερό και δώσε απ’ αυτό στον τυφλό. Έπειτα, πλύνε τα μάτια του μ’ αυτό και θα γνωρίσεις τη δύναμή μου. Κι εσύ να ξέρεις ότι πρόκειται να γίνεις βασιλιάς και τότε θυμήσου να μου χτίσεις ένα ναό, για να κατοικώ σ’ αυτόν και να έρχονται όσοι χρειάζονται τη βοήθειά μου και να βρίσκουν σωτηρία ψυχής και σώματος».
     Όταν τα άκουσε αυτά ο Λέοντας, γεμάτος φόβο, εντούτοις χάρηκε γιατί βρήκε τρεις δωρεές αντί για μία που γύρευε. Προχωρώντας λοιπόν τρία βήματα πιο μπροστά, βρήκε ένα λάκκο με νερό· και μόλις ήπιε, αισθάνθηκε μέσα του μεγάλη χαρά και δύναμη. Πήρε λοιπόν απ’ αυτό το νερό και πότισε τον τυφλό και τον συνέφερε. Έπειτα, έπλυνε τα μάτια του, σύμφωνα με το πρόσταγμα της Υπεραγίας Θεοτόκου και αμέσως –Ω, Δέσποινα, τα θαυμάσιά σου!– θεραπεύτηκε ο πρώην τυφλός και τόσο πολύ χάρηκε όσο μπορεί να καταλάβει ο καθένας. Μετά από λίγο καιρό ανήλθε ο Λέοντας στο αξίωμα του βασιλιά κι έχτισε έναν ναό στ’ όνομα της Αειπαρθένου Μαρίας σ’ εκείνο ακριβώς τον τόπο όπου βρήκε το ιαματικό νερό και ονόμασε την εκκλησία «Ζωοδόχος Πηγή», επειδή εκείνο το νερό είχε χαριστεί από την αληθινή πηγή της ζωής, από την παντοδύναμη Βασίλισσα· και δεν έκανε μόνο αυτό το θαύμα τούτο το ύδωρ, αλλά τόσα πολλά, που ξεπερνούν στον αριθμό τ’ άστρα τ’ ουρανού. Γιατί θεράπευσε αποστήματα και δυσουρίες, πάθη καρκίνων, αιμόρροιες, πυρετούς, λέπρα, λώβη, πυρώσεις, λευκώματα ματιών και υέλωπες, όπως και άλλα διάφορα νοσήματα η παντοδύναμη Βασίλισσα μ’ αυτό το τρεχούμενο νερό και θεραπεύει καθημερινά τους πάσχοντες, για τη δόξα του Θεού μας που γεννήθηκε από αυτήν άφραστα, στον Οποίο πρέπει τιμή και προσκύνηση στους αιώνες. Αμήν.

Β΄. Για τη θεραπεία του σοφού βασιλιά Λέοντα
από το ιαματικό νερό της Χρυσοπηγής.


     Τον καιρό που βασίλευε ο σοφότατος Λέοντας, είχε μια σύζυγο ενάρετη –την αγία Θεοφανώ– με πολλές αρετές, όπως αναφέρεται και στον «Συναξαριστή» (στις 16 Δεκεμβρίου). Προτού λοιπόν πεθάνει η αγία, αρρώστησε βαριά ο βασιλιάς και αισθανόταν οδύνη αγιάτρευτη που λέγεται λιθίαση, δηλαδή «φιάγκο», κατά την οποία, δημιουργούνται πέτρες μέσα στο απόκρυφο μέλος που φράσσουν τον πόρο και δεν μπορούν να βγουν τα ούρα και, μάλιστα, απ’ αυτή την αιτία πέθαναν πολλοί. Πονούσε λοιπόν πολύ ο βασιλιάς Λέοντας και συγκεντρώθηκαν όλοι οι γιατροί, αλλά δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Την εβδομάδα της Τυρινής δυνάμωσαν τόσο πολλοί οι πόνοι του, ώστε αποφάσισαν οι γιατροί πως πεθαίνει και του ετοίμαζαν τα σχετικά με το θάνατο. Τότε η μακαρία βασίλισσα, βλέποντας ότι κανένας επίγειος γιατρός δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει, στράφηκε προς τον Επουράνιο. Μπήκε στο βασιλικό δωμάτιο και προσέπεσε ενώπιον της ιεράς εικόνας της Θεομήτορος και προσευχόταν με πίστη και θερμά δάκρυα να χαρίσει στον άνδρα της λίγη ακόμη ζωή, μέχρι να εκλέξει βασιλιά τον Κωνσταντίνο, το γιο τους, ώστε να μην κινδυνεύσει το βασίλειο. Καθώς λοιπόν προσευχόταν η βασίλισσα της Πόλεως και ικέτευε τη Βασίλισσα που εξουσιάζει τον ουρανό και όλη τη γη, άκουσε μια φωνή αοράτως, που έλεγε: «Μη λυπάσαι, Θεοφανώ! Γιατί σήμερα θα έρθει το ιατρικό βότανο να θεραπεύσει τον άνδρα σου». Όταν τ’ άκουσε αυτά η αγία Θεοφανώ, χάρηκε πολύ· και τρέχοντας στον άρρωστο βασιλιά και σύζυγό της είδε πως ήταν στα τελευταία του, έτοιμος να ξεψυχήσει. Και οι γιατροί έκαναν συμβούλιο να τον ανοίξουν. Αυτή όμως τους είπε: «Αφήστε τον, γιατί γρήγορα θα έρθει ένας άλλος Γιατρός για να τον θεραπεύσει». Μετά από πολλή ώρα, όταν νόμιζαν ότι νεκρώθηκε εντελώς, βλέπουν να έρχεται τρέχοντας μια μοναχή ονόματι Αγαθή, η οποία κρατούσε ένα δοχείο με νερό από εκείνο το ιαματικό, και είπε στη βασίλισσα: «Σήμερα, όταν ξύπνησα το πρωί και φρόντιζα το ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Αγαθή, πάρε γρήγορα λίγο νερό από την πηγή μου, να το πας στον βασιλιά να το πιει για να θεραπευτεί και να παύσει η λύπη της αγαπημένης μου Θεοφανούς, η οποία κραυγάζει προς εμένα με δάκρυα”». Έδωσε λοιπόν η αγία βασίλισσα στον άρρωστο και αμέσως –Ω, η ταχύτατη λύτρωση που έφερες Κυρία Θεοτόκε!– μόλις το ήπιε, θεραπεύτηκε εντελώς και πήρε τόση δύναμη, ώστε σηκώθηκε από το κρεβάτι υγιής σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ του. Αυτό το θαύμα τούς εξέπληξε όλους. Και ο βασιλιάς έδωσε εντολή και τέλεσαν γιορτή χαρμόσυνη για να θυμούνται αυτή τη μεγάλη ευεργεσία και να ευχαριστούν την Υπερένδοξη Δέσποινά μας, καθώς και Εκείνον (τον Σωτήρα Χριστό) που γεννήθηκε από αυτήν άφραστα, στον Οποίο πρέπει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

Γ΄. Για τον Θεσσαλό που αναστήθηκε
από το νερό της Ζωοδόχου Πηγής


     Επίσης, πάλι στο «Πεντηκοστάριο», την Παρασκευή της Διακαινησίμου, αναφέρεται ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη για να πάει με πολλή ευλάβεια στον προαναφερθέντα ναό της Ζωοδόχου Πηγής να προσκυνήσει, επειδή άκουγε τα εξαίσια θαύματα που τελούσε η παντοδύναμη Δέσποινα μ’ εκείνο το νερό, από το οποίο αυτός επιθυμούσε πολύ να πιει για αγιασμό της ψυχής του. Πήρε λοιπόν αρκετά χρήματα για τα έξοδά του, για να δώσει στο ναό, μπήκε μέσα στο πλοίο και ενώ ταξίδευαν, αρρώστησε βαριά. Και, επειδή κατάλαβε ότι πεθαίνει, γύρισε και είπε στον ναύκληρο: «Νομίζω ότι δεν ήμουν άξιος να προσκυνήσω στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε να πιω κι από εκείνο το αγιότατο νερό· και επειδή οι αμαρτίες μου μ’ εμπόδισαν να πάω ζωντανός, σε εξορκίζω στ’ όνομα της Δέσποινας Θεοτόκου, να μη με ρίξεις στη θάλασσα, αλλά να με βάλεις μέσα σ’ ένα φέρετρο και να με πας σ’ εκείνο το ναό και να με ενταφιάσεις εκεί και, έτσι, θα έχεις βοηθό την Παναγία και θα σου αφήσω και από τα χρήματά μου εκατό νομίσματα και τα υπόλοιπα να τα δώσεις σ’ εκείνο το ναό για μνημόσυνο της ψυχής μου». Όταν τα είπε αυτά ο άρρωστος, ορκίστηκε σε αυτόν ο καραβοκύρης να κάνει τούτο το τελευταίο θέλημά του· κι έτσι παρέδωσε το πνεύμα. Ο ναύκληρος φύλαξε το λείψανο και μετά από τρεις μέρες έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και αφού έβγαλαν το νεκρό, κάλεσαν ιερείς να τον ψάλλουν σύμφωνα με την τάξη και να τον ενταφιάσουν δίπλα στον προαναφερθέντα ναό της Παρθένου. Και, καθώς τον έψαλλαν, σκέφτηκε ο εφημέριος ν’ ανοίξει το φέρετρο, γιατί δεν βρωμούσε όπως οι άλλοι νεκροί. Όταν λοιπόν το άνοιξαν, έριξε πάνω στο λείψανο χώμα σταυροειδώς, όπως είναι η συνήθεια, λέγοντας: «Τὸν πηλὸν ὁ κεραμεὺς ζωοπλαστήσας ἐνέθηκάς μοι» και τα εξής. Τότε, πήρε ένας ναύτης του πλοίου λίγο νερό της Ζωοδόχου Πηγής και πλησίασε το νεκρό και είπε: «Φτωχέ! Ποθούσες να πιεις απ’ αυτό το νερό και δεν πρόφτασες. Τουλάχιστον τώρα, αν και νεκρός, δέξου το!». Έτσι μίλησε εκείνος ο ναύτης κι έχυσε το νερό πάνω στο λείψανο και αμέσως –Ω, τα υπερφυή θαύματά σου, Δέσποινα!– σηκώθηκε ο νεκρός και ανακάθισε δοξάζοντας τον Κύριο και τη μακαρία Παρθένο. Πόση έκπληξη, αδελφοί μου, νομίζετε ότι πήραν όλοι οι παρόντες και, κυρίως, οι ναύτες που τον είδαν τότε να ξεψυχάει και μετά από τέσσερις μέρες ν’ ανασταίνεται όπως ο τετραήμερος Λάζαρος; Αυτοί λοιπόν θαύμασαν πάρα πολύ· αλλά και ο αναστημένος ευχαρίστησε πολύ την Υπεραγία Θεοτόκο και δεν ξέχασε τούτη την ευεργεσία, αλλ’ έμεινε για πάντα στο ναό της, γεμάτος ευγνωμοσύνη και υπηρετούσε εκεί με μεγάλη προθυμία, μάλιστα δε και στο τέλος έγινε μοναχός ευλαβής και ενάρετος. Και έρχονταν από διάφορους τόπους πολλοί και τον ρωτούσαν για τον άδη, αλλ’ αυτός καθόλου δεν αποκρινόταν, όπως και ο Λάζαρος. Και αφού έζησε θεάρεστη και θαυμαστή ζωή, είκοσι χρόνια μετά την ανάστασή του αναπαύθηκε εν Κυρίω, στον Οποίο πρέπει όλη η δόξα σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.

ΑΓΑΠΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ Ο ΚΡΗΣ
(1595–1657)

[Αγαπίου Μοναχού του Κρητός:
«Αμαρτωλών Σωτηρία»,
μέρος 3ο, σελ. 425–429,
–Μεταγραφή στη νέα Ελληνική–
Μετάφραση: Ανδρέας Πορετσάνος,
εκδόσεις «Γνόφος»,
Αθήνα, Νοέμβριος 20091.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου