Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ


     Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η γιορτή αυτή. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της. Λίγοι είναι και εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αυτή και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μια μεγάλη δεσποτική εορτή: την εορτή της Μεσοπεντηκοστής.

     Και όμως, κάποτε η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στο μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την «Έκθεση» της «Βασιλείου Τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (905–959) για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως τελούνταν μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στο ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄ του Σοφού (11 Μαΐου 903).
     Εκεί, υπάρχει μια λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με τη γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτορας το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και τη συνοδία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στο ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα τελούνταν η θεία Λειτουργία. Σε λίγο, έφθανε και η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη και, βασιλεύς και πατριάρχης, εισέρχονταν επίσημα στο ναό. Η θεία Λειτουργία τελούνταν με τη συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτή ο αυτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρακάθονταν και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους («Εἰς πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς χρόνους ὁ Θεὸς ἀγάγοι τὴν βασιλείαν ὑμῶν») και με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς επέστρεφε πίσω στο ιερό παλάτι.


     Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο «Πεντηκοστάριο», βλέπει κανείς τα ίχνη της παλιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μια μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους του Γραπτού (775–845) και του Ανδρέου Κρήτης (660–740), με τα αναγνώσματά της και την επίδρασή της στις προ και μετά από αυτή Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες, κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

     Ποιο είναι όμως το θέμα της ιδιόρρυθμης αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η ημέρα από το Πάσχα, καθώς και η 25η ημέρα πριν την Πεντηκοστή. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μια τομή.

     Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα αυτή η μέρα ωστόσο συνδέει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της Επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» τη δόξα της Αναλήψεως του Κυρίου που θα εορτασθεί μετά από 15 μέρες.


     Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». «Μεσσίας» στα ελληνικά μεταφράζεται «Χριστός». Αλλά ακόμη και ηχητικά η λέξη θυμίζει το «μέσον». Έτσι, και στα τροπάρια και στο Συναξάρι της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιαστεί ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης καὶ διαλλάκτης ἡμῶν καὶ τοῦ αἰωνίου Αὐτοῦ Πατρός»: «Διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν τὴν παροῦσαν ἑορτὴν ἑορτάζοντες καὶ Μεσοπεντηκοστὴν ὀνομάζοντες τὸν Μεσσίαν τε ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (1256–1335) στο Συναξάρι.

     Σ’ αυτό βοήθησε και η Ευαγγελική περικοπή που επιλέχθηκε για τη μέρα αυτή (Ιωάν. 7, 14–30). «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς» του Πάσχα «βλέπουμε» ο Χριστός να ανεβαίνει στο ιερό και να διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρή αντιδικία μεταξύ Αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι ο Διδάσκαλος. Αυτός που, ενώ δεν έμαθε γράμματα, κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτό το διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του, είναι η του Θεού Σοφία.


     Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει το διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «τῆς ἑορτῆς μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος που έλαβε χώρα μεταξύ του Χριστού και των Ιουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή.
     Αυτός ο διάλογος αρχίζει με μια μεγαλήγορη φράση του Κυρίου: «Όποιος διψά, ας έρθει σε Μένα κι ας πιει· αυτός που πιστεύει σε Μένα, όπως είπε κι η γραφή, θα ρεύσουν από μέσα του ποτάμια με ζωντανό νερό» (Ιωάν. 7, 37–38). Και σχολιάζει κατόπιν ο Ευαγγελιστής: «Αυτό το είπε για το Πνεύμα που έμελλε να λάβουν όσοι θα πίστευαν προς Αυτόν» (Ιωάν. 7, 39).
     Δεν έχει σημασία που οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά τη «μεσοπεντηκοστή» (των ιουδαίων), αλλά λίγες μέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά τη Μεσοπεντηκοστή (των Χριστιανών). Ταίριαζαν, εξάλλου, τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να καταδειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού.
     Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήρθε σαν «ὕδωρ ζῶν», σαν ποταμός Χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η Πηγή της Χάριτος, του «ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον»· που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων· που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές: «ποτάμια ζωντανό νερό θα αναβλύσουν από μέσα τους και θα γίνει μέσα τους μια πηγή που θα τρέχει νερό αιώνιας ζωής» (πρβλ. Ιωάν. 7, 38 και 4, 14), είπε στη Σαμαρείτιδα· που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων «παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων» (Ψαλμ. 1, 3) του αγίου Πνεύματος.


     Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. Διαλέγουμε το χαρακτηριστικό Απολυτίκιο και το Κοντάκιο της εορτής, το πρώτο είναι του Πλ. Δ΄ και το δεύτερο του Δ΄ ήχου:

     «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
     διψῶσάν μου τὴν ψυχὴν
     εὐσεβείας πότισον νάματα·
     ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβόησας·
     Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με
     καὶ πινέτω».
    
     «Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς
     μεσαζούσης
     ὁ τῶν ἁπάντων ποιητὴς
     καὶ δεσπότης
     πρὸς τοὺς παρόντας ἔλεγες,
     Χριστὲ ὁ Θεός·
     Δεῦτε καὶ ἀρύσασθαι
     ὕδωρ ἀθανασίας.
     Ὅθεν σοι προσπίπτομεν
     καὶ πιστῶς ἐκβοῶμεν·
     Τοὺς οἰκτιρμούς σου
     δώρησαι ἡμῖν,
     σὺ γὰρ ὑπάρχεις
     πηγὴ τῆς ζωῆς ἡμῶν».

     Και, τέλος,
     το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

     «Ὁ τὸν κρατῆρα ἔχων
     τῶν ἀκενώτων δωρεῶν,
     δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ
     εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν·
     ὅτι συνέχομαι δίψῃ,
     εὔσπλαχνε, μόνε οἰκτίρμον».


     Αυτή, με λίγα λόγια, είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψη ιστορικού υπόβαθρου τής στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του Διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας του Λόγου του Θεού, της Πηγής του ακένωτου ύδατος. Συνέβη με αυτή την εορτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβηκε με τους περίφημους ναούς «Τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας» που, αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμή του Οποίου ανεγέρθησαν, κατάντησαν, για τους ίδιους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής ή του αγίου Πνεύματος ή της αγίας Τριάδος ή των Εισοδίων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ
(1927–2007)


[Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
«Λογική Λατρεία»
κεφ. 14ο, σελ. 108–114,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»
της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Αθήνα 19973.
Επιμέλεια ανάρτησης,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών,
μελέτη, πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου