Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ! ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΒΟΗΘΕΙΑ!»

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ!
ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΒΟΗΘΕΙΑ!»
     Μέσα από τις πολλές «προσωπικές σημειώσεις» του πατρός Στέφανου Αναγνωστόπουλου που διανθίζουν την έκδοση του ωραίου βιβλίου του για τις «εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», εντοπίζουμε και διαβάζουμε μία φοβερή μαρτυρία ενός συγκληρικού του, η οποία έχει σχέση με το φλέγον θέμα της μετά θάνατον ζωής, ειδικότερα δε, με την ανείπωτη ανάπαυση, άνεση αλλά και σωτηρία που λαμβάνουν οι προσφιλείς μας κεκοιμημένοι, μέσω της μνημόνευσής τους κατά την Θεία Λειτουργία. Η σύντομη πλην όμως σπάνια και φοβερή αυτή μαρτυρία, ξεδιπλώνεται γλαφυρά σε α΄ πρόσωπο αφήγησης και ακολουθεί ως εξής…:  
 
     Πριν από χρόνια, ένας νεαρός τότε ιερέας μού διηγήθηκε τα εξής τρομερά:
     «Η μητέρα μου –που εν τω μεταξύ δεν ήθελε ο γιος της να γίνει παπάς– στον τρίτο χρόνο από την χειροτονία μου, πέθανε. Στον θάνατό της, σαν ιερέας εγώ που ήμουν και γιός της, δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία. Έκανα “όσα είναι απαραίτητα” και τίποτα περισσότερο από αυτό.
     Ένα απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνούσα έξω από το Κοιμητήριο. Σκέφθηκα λοιπόν: “Δεν πάω να της ανάψω το κανδηλάκι;”. Πράγματι, πήγα, το άναψα και κάθισα παραδίπλα πάνω σε μια πέτρα. Δεν είχα μαζί όμως το πετραχήλι μου κι έτσι δεν της διάβασα Τρισάγιο.
     Σαν να ζαλίστηκα όμως λίγο και, ξαφνικά, νόμισα ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά σώματα των ανθρώπων και να φωνάζουν:
     –Βοήθεια!... Βοήθεια, ιερείς του Υψίστου, βοήθεια!... Ορθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια!... Λειτουργίες, προσευχές, Μνημόσυνα, Τρισάγια!... Βοήθεια, χριστιανοί!...
     Σε λίγο, ταραγμένος, βλέπω και την μάννα μου που γύρισε και μου είπε:
     –Βοήθεια, γιε μου, βοήθεια!... Βοήθεια, τώρα που είσαι και παπάς!... Βοήθεια, για όλους!... Βοήθεια, βοήθεια!...
     Και λέγοντας αυτά, έπεσε πάνω μου σπαράζοντας με κραυγές απελπισίας, ζητώντας βοήθεια για την ψυχή της.
     Τότε συνήλθα κατατρομαγμένος. Είχε πλέον βραδιάσει. Έφυγα τρέχοντας. Σχίσθηκαν και τα ράσα μου. Και από την τρομάρα μου, όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκα!
     Την άλλη μέρα το πρωΐ, είπα στην πρεσβυτέρα μου: “Κοίταξε να δεις· για τρία χρόνια θα λειτουργώ κάθε μέρα για την μάννα μου, για όλους τους πεθαμένους, για όσους είναι γραμμένοι εκεί στο Κοιμητήριο, καθώς και για όσα ονόματα κεκοιμημένων θα μου δίνουν από ’δω και πέρα”. Έκανα χίλιες εκατό Λειτουργίες συνεχώς, χωρίς διακοπή! Χίλια εκατό Μνημόσυνα με κόλλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε· κάθε μέρα!
     Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπα τις ψυχές να μου λένε “ευχαριστώ!”· άλλες γιατί ξεδίψασαν, άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές του άλλου κόσμου! “Ευχαριστώ! Ζεστάθηκα, παπά μου!”, μου έλεγαν, “Κρύωνα, ζεστάθηκα· σ’ ευχαριστώ!”. Άλλες, πάλι, με ευχαριστούσαν γιατί είδαν λίγο φως και άλλες κρατούσαν ψωμάκια στα χέρια τους…».

[Πρωτοπρεσβυτέρου
Στεφάνου Κ. Αναγνωστοπούλου:
«Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία»,
μέρος 1ο, κεφ. 8ο, σελ. 170–171,
Πειραιάς 20032.]













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου