Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Ο ΣΕΡΒΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Ο ΣΕΡΒΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

     Η βραχώδης, σχεδόν απρόσιτη άκρη της χερσονήσου του Άθωνα, είναι διάστικτη από σπηλιές, μετέωρες καλύβες και άλλες επικίνδυνες κατοικίες που στεγάζουν μια διαρκώς σμικρυνόμενη αποικία Ασκητών. […] Ο τόπος που ονομάζεται Καρούλια είναι σκεπασμένος μ’ ένα δίχτυ από αλυσίδες που, καρφωμένες στους βράχους, στηρίζουν τα βήματα των Αναχωρητών στις σποραδικές εξόδους τους από τα μοναχικά τους ενδιαιτήματα, όπου μάχονται τον διάβολο, κατά το παράδειγμα του Αγίου Αντωνίου, ιδρυτή του ασκητικού κινήματος στην αιγυπτιακή έρημο.
     Αν και οι περισσότεροι Ερημίτες του Αγίου Όρους θα έτρεχαν να κρυφτούν στη θέα κάποιου ξένου, ο Ιερομόναχος Στέφανος (1922–2001) μάς χαιρέτησε εγκάρδια και προσφέρθηκε να μας βοηθήσει με τις αποσκευές μας, προσκαλώντας μας στην κατοικία του για μια μικρή ανάπαυση από το επίπονο, ανηφορικό περπάτημά μας. Τον είχαμε συναντήσει καθώς αναβαίναμε από τον Αρσανά της περιοχής που ονομάζεται «Κατουνάκια», για να πάμε στο σπίτι των Δανιηλαίων, των αγιογράφων Μοναχών που θα μας φιλοξενούσαν για λίγο.
     Γόνος μιας πλούσιας Σερβικής οικογένειας εμπόρων, σπούδασε οικονομικά και έπειτα θεολογία, για να γίνει τελικά ιερομόναχος. Το 1956, σε ηλικία 34 ετών, κατέφυγε στο Άγιον Όρος για να γλυτώσει, κατά τα λεγόμενά του, από τη θρησκευτική καταδίωξη στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο.
     «Το ξέρω εσείς έξω νομίζετε ότι όλοι εμείς εδώ πάνω είμαστε τρελλοί», είπε με σπασμένα Ελληνικά, καταφεύγοντας πότε–πότε σε μερικές γαλλικές ή αγγλικές λέξεις. «Ακούω πως έχετε πολέμους εκεί έξω, είμαστε στα πρόθυρα της καταστροφής που έχει προφητεύσει από παλιά ο κόσμος των Μοναχών. Αλλά ό,τι και να γίνει, εμείς εδώ είμαστε ασφαλείς…».
 
     Με τα μακριά ασημένια –ξανθιά, κάποτε!– μαλλιά του, που έπεφταν σε μπούκλες πάνω στους φαρδιούς του ώμους, ο Σέρβος Ερημίτης έδινε την εντύπωση ενός πολύ νέου ανθρώπου. Όταν τον ρωτήσαμε πόσο χρονών ήταν, μας αποκάλυψε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ότι είχε περάσει τα εβδομήντα.
     «Απίστευτο!», είπαμε με θαυμασμό.
     Τότε αυτός μας προσκάλεσε να δοκιμάσουμε τη δύναμη του χεριού του, κρατώντας τον αγκώνα του σταθερά πάνω σ’ ένα τραπέζι και ανοίγοντας την παλάμη του για να τη σφίξουμε και να προσπαθήσουμε να λυγίσουμε το μπράτσο του, γελώντας ξεκαρδιστικά με την αδυναμία μας να το καταφέρουμε.
     Ζούσε σε μιαν ιδιόμορφη κατασκευή από σανίδες, λαμαρίνες και πλίνθους, που την είχε στήσει μόνος του πάνω στους βράχους, ένας εξώστης μπροστά γεμάτος γλάστρες με λουλούδια και διαφόρων ειδών λαχανικά να βλέπει στο ανοιχτό πέλαγος και, από πίσω, μια μακρόστενη βεράντα σκεπασμένη με τσίγκους και τζάμια και ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο παλιά σλαβικά βιβλία και εικόνες της Παναγίας και Αγίων δυτικής τεχνοτροπίας, φωτογραφίες του τελευταίου Σέρβου Μονάρχη Πέτρου, του τελευταίου Τσάρου της Ρωσίας και της οικογένειάς του, καθώς και μελών της έκπτωτης Ελληνικής Βασιλικής οικογένειας. Όταν κάποιος από μας παρατήρησε πως φαινόταν να πιστεύει όχι μόνο στον Θεό και στους Αγίους Του αλλά και στους βασιλιάδες, εκείνος το παραδέχτηκε χωρίς δυσκολία: «Πρόεδροι και πρωθυπουργοί, εκλέγονται από τους ανθρώπους», εξήγησε. «Βασιλιάδες, ορίζονται από τη θεία Χάρη. Κι όταν ακόμα κάνουν λάθη, πρέπει να το θέλει ο Θεός και (να) τα κάνουν (!)».
     Ένας από τους συντρόφους μου με τράβηξε σε μια γωνιά και, χωρίς να πει λέξη, μου έδειξε στον τοίχο ένα κάδρο. Ήταν ένας χάρτης της Σερβίας που περιελάμβανε όλη τη Μακεδονία και την Κεντρική Ελλάδα ως τον Κορινθιακό κόλπο. Κατάλαβα ότι ο φίλος μου είχε στο νου (του) την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία των Σκοπίων και τις επεκτατικές διαθέσεις που υποτίθεται ότι έκρυβε πίσω από την επιμονή της να αναγνωρισθεί με το όνομα «Μακεδονία». Μα τον καθησύχασα, δείχνοντάς του την επιγραφή στο κάτω μέρος του χάρτη που έλεγε: «Η Αυτοκρατορία των Σέρβων και Ελλήνων του Στεφάνου Δουσάν, 1331–1355».
 
     Δίπλα στο κύριο δωμάτιο όπου ο Σέρβος καλόγερος είχε τα βιβλία του, το τραπέζι με τα χαρτιά του και το κρεβάτι του, υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι γεμάτο πολύχρωμες εικόνες, κορδέλες και λουλούδια, σαν κουκλόσπιτο. Και στο πίσω μέρος του σπιτιού της παράγκας μάλλον! κρεμόταν ένας πελώριος βράχος που σχημάτιζε την είσοδο μιας σπηλιάς, μέσα στην οποία, ο καλόγερος είχε χτίσει μια στέρνα που δεχόταν το νερό μιας πηγής κρυμμένης στο βάθος της σπηλιάς. Η αφθονία του διαθέσιμου νερού επέτρεπε στον πατέρα Στέφανο να καλλιεργεί διάφορα λαχανικά και οπωροφόρα δέντρα, που τον έκαναν σχεδόν αυτάρκη από την άποψη της τροφής, την οποία συμπλήρωνε με ψάρια που τα έπιανε ο ίδιος μ’ έναν περίεργο τρόπο από τον εξώστη του σπιτιού του, τουλάχιστον 200 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ήταν μια εφεύρεση δική του, ένας αρκετά πολύπλοκος μηχανισμός καμωμένος από ένα μακρύ συρμάτινο σκοινί, μ’ ένα αγκίστρι που περνούσε μέσα από μια τροχαλία στεριωμένη σ’ έναν βράχο πάνω από τη θάλασσα κι ένα δεύτερο παράλληλο σύρμα μ’ ένα βαρίδι στην άκρη που επέτρεπε στον χειριστή να ελέγχει το αγκίστρι χωρίς να το βλέπει.
     Όσο για τις άλλες του ανάγκες, τις βόλευε με τα λίγα χρήματα που κέρδιζε πουλώντας εικόνες, που τις ζωγράφιζε κατά καιρούς ο ίδιος, και από τα βιβλία που έγραφε, θρησκευτικά κείμενα με τη φωτογραφία του στο εξώφυλλο, τον εαυτό του σε νεότερη ηλικία, με ξανθά μακριά μαλλιά ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια. Τα θέματα για τα οποία έγραφε ήταν η υπεροχή της πίστης απέναντι στην επιστήμη, η ανάγκη της μετάνοιας και ιστορίες για συμπατριώτες του Σλάβους που αδιαφορούσαν για τη θρησκεία και πίστεψαν ύστερα από κάποια θεία εμφάνιση ή ονειρική εμπειρία που είχε σχέση με το επερχόμενο τέλος του κόσμου και τη Δευτέρα Παρουσία, την οποία θα προμηνούσε η γέννηση και βασιλεία του Αντιχρίστου, σημαδεμένη με τον αριθμό 666, όπως αναφέρει η Αποκάλυψη του Ιωάννη.
     Το βενζινοκίνητο πλοιάριο της γραμμής, που κάνει τη διαδρομή από τη Δάφνη στα Κατουνάκια, επέτρεπε τον Ερημίτη μας να ενημερώνεται για όσα συνέβαιναν στον έξω κόσμο και να διατηρεί αλληλογραφία μ’ εκείνους που διάβαζαν τα βιβλία του και του ζητούσαν να μνημονεύει τους πεθαμένους τους στις προσευχές του, εσωκλείοντας κάποια χρήματα στα γράμματά τους. Και αρχίζοντας ν’ ανοίγει την αλληλογραφία που μόλις είχε παραλάβει, τίναζε τα γράμματα πάνω στο τραπέζι, αφήνοντας να πέσουν ένα–δυο χαρτονομίσματα από το καθένα, μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας στα χείλη.
     Σε αντίθεση με τον πατέρα Στέφανο που, σαν τους καλόγερους των Μοναστηριών και των μικρότερων Κοινοβίων, ήταν πρόθυμος να συνευρεθεί και να κουβεντιάσει με ξένους, οι Ερημίτες προτιμούν να μην έρχονται σε επαφή μαζί τους, δηλώνοντας πως είναι «νεκροί» για τον κόσμο τούτο. Δεν είναι, ωστόσο, αφιλόξενοι όταν κανείς καταφέρει να τους συναντήσει όπως εμείς…

[Πέτρου Χαρτοκόλλη:
«Αγιον Όρος – Ένα ταξίδι μέσα από τους θρύλους και την ιστορία»,
κεφ. 9ο, σελ. 118–123,
«Κέδρος», Αθήνα, Οκτώβριος 2001.]


ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Πέτρος Χαρτοκόλλης (1924–2013) καταγόταν από την Μάνη. Γεννήθηκε όμως στην Αθήνα, όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Μεταναστεύοντας μετά τον Πόλεμο στην Αμερική, σπούδασε Ιατρική, Κλινική Ψυχολογία, Ψυχιατρική και Ψυχανάλυση. Τους διδακτορικούς τίτλους τούς απέκτησε στο Michigan των USA όπου και ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική και την Ψυχανάλυση. Θήτευσε ως διευθυντής  της Ψυχιατρικής κλινικής του C. F. Menninger Memorial Hospital στην Topeka της Pennsylvania. Το 1980, με τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα, ανέλαβε την έδρα της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Ήταν από τους εισηγητές-πρωτοπόρους της Ψυχανάλυσης στην Ελλάδα ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο από αυτούς που πρώτοι περιέγραψαν την «Μεθόρια–Μεταιχμιακή (borderline) Διαταραχή της Προσωπικότητας».Έχει δημοσιεύσει ψυχιατρικά και ψυχαναλυτικά άρθρα, κεφάλαια επιστημονικών βιβλίων καθώς και αρκετά άλλα βιβλία, ανάμεσα σε αυτά ψυχιατρικά, λογοτεχνικά, φιλολογικά και περιηγητικά. Απεβίωσε στην Philadelphia στις 24 Σεπτεμβρίου του 2013. Σαν αιτία θανάτου του, αναφέρθηκε η νόσος Πάρκινσον με τις συναφείς εμπλοκές της. Μερικοί τίτλοι των πονημάτων του: «Ο αυτόχειρας του Σκαραμαγκά» (2008), «Χρόνος και αχρονικότητα» (2006), «Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων» (2005), «Όταν θα τελείωνε ο πόλεμος» (2003), «Άγιον Όρος» (2001), «Λογοτεχνία και ψυχανάλυση» (1999), «Και η σελήνη εγένετο ως αίμα» (1998), κ.α.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου