Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Η ΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΠΟΡΝΗ


Η ΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΠΟΡΝΗ


     Ανάμεσα στ’ άλλα, που μας διηγήθηκε ένας αββάς, ο αββάς Θεωνάς, ήταν και τούτο που συνέβη στα χρόνια του πατριάρχου Αλεξανδρείας Παύλου (537-542). Εκεί, λοιπόν, στην Αλεξάνδρεια, όταν ένα ζευγάρι πολύ πλούσιων αναπαύτηκε ξαφνικά, έμεινε ορφανή μια μικρή κόρη τους, αβάπτιστη ακόμη. Μια μέρα, εκεί που περιποιότανε τον κήπο της, βλέπει έναν άντρα που ετοίμαζε κι έδενε το σκοινί, για να κρεμαστεί. Πανικοβλήθηκε η κόρη, τρέχει κοντά του και τον ρωτάει:
     –Τι κάνεις εδώ, άνθρωπέ μου;
     –Άφησέ με, κόρη μου, της απαντά εκείνος, γιατί μ’ έχει γονατίσει πραγματικά η μεγάλη θλίψη.
     –Πες μου όλη την αλήθεια, του λέει εκείνη, και φαντάζομαι πως μπορώ σε κάτι να σε βοηθήσω.

     Καταστενοχωρημένος εκείνος, της λέει:
     –Δυστυχώς, κόρη μου, χρωστώ πολλά χρήματα και οι δανειστές μου με πνίγουν για να τους τα δώσω τώρα· γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να πεθάνω το γρηγορότερο, για να μη ζω τέτοια δυστυχισμένη ζωή…
     Εκείνη στοργικά τού λέει:
     –Σε παρακαλώ, πάρε ό,τι έχω και δώσε πίσω αυτά που χρωστάς· μα, μην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου!
     Ανακουφισμένος, με την απρόσμενη πρόταση, πήρε εκείνος τα απαραίτητα χρήματα, ξεχρεώθηκε κι αισθάνθηκε πάλι τον εαυτό του ελεύθερο. Στενεμένη, όμως, η κόρη, που της έλειψαν εντελώς τα χρήματα και, πεντάρφανη καθώς ήταν, αναγκάστηκε να δοθεί στην πορνεία για να ζήσει. Τότε ακούστηκαν και μερικοί να λένε:
     –Ανεξερεύνητες οι βουλές του Κυρίου! Ποιος ξέρει, άραγε, για ποιους λόγους συγχωρεί ο Θεός σε κάποια ψυχή να πειράζεται και να ξεπέφτει τόσο πολύ!...

     Όμως, ύστερ’ από λίγο καιρό, η κόρη αρρώστησε. Άρχισε να συλλογίζεται σοβαρά την περιπέτεια του βίου και την αιώνια ψυχή της και την πλημμύρισε ξάφνου ένα κύμα ιερής κατανύξεως. Φώναξε, λοιπόν, τους γείτονες και τους παρακάλεσε:
     –Για τ’ όνομα του Κυρίου, λυπηθείτε την ψυχή μου! Παρακαλέστε τον πατριάρχη να με βαφτίσει και να με κάνει χριστιανή!
     Εκείνοι της γυρνούσαν την πλάτη κι έλεγαν με περιφρόνηση:
     –Και ποιος να καταδεχτεί να γίνει ανάδοχος, βαφτίζοντας μια πόρνη;


     Η θλιβερή αυτή κατάσταση τη γέμιζε πόνο και θλίψη. Κι ενώ ζούσε σ’ αυτή τη μαύρη ατμόσφαιρα, παρουσιάζεται άγγελος Κυρίου, με τη μορφή εκείνου του ανθρώπου, τον οποίο είχε γλυτώσει εκείνη κάποτε απ’ την αυτοκτονία, και της λέει:
     –Τι έχεις και είσαι τόσο στενοχωρημένη;
     Κι εκείνη του απαντά:
     –Επιθυμώ να βαφτιστώ και να γίνω χριστιανή, μα κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει στον πατριάρχη και να με βοηθήσει…
     –Μη στενοχωριέσαι καθόλου, της λέει εκείνος· εγώ θα φέρω μερικούς φίλους μου και θα σε μεταφέρουμε.
     Και πράγματι, ο άγγελος που είχε παρουσιαστεί εμπρός της, παίρνει άλλους δύο αγγέλους και, υποβαστάζοντάς την, την μεταφέρουν στην εκκλησία. Εκεί, μετασχηματίζονται και παίρνουν τη μορφή σπουδαίων ανθρώπων του τόπου, της τάξεως των αριστοκρατών. Φωνάζουν τους αρμόδιους κληρικούς, τους πρεσβυτέρους δηλαδή και διακόνους, και όσους ήταν ταγμένοι για το μυστήριο της Βαπτίσεως. Κι εκείνοι τους ρωτάνε:
     –Η αγάπη σας, μπορείτε να εγγυηθείτε, γι’ αυτήν και για την πνευματική της κατάσταση;
     –Ναι, απαντούν με μια φωνή εκείνοι· εμείς γινόμαστε εγγυητές γι’ αυτήν.
     Πήραν, λοιπόν, οι κληρικοί την άρρωστη και τη βαφτίσανε. Μετά, την πήραν οι ανάδοχοί της, με την ηγεμονική παρουσία των προυχόντων της περιοχής, και την πήγαν πίσω στο σπίτι της, λευκοφορεμένη. Εκεί την άφησαν κι αμέσως έγιναν άφαντοι.

     Ωστόσο, οι γείτονες, που τους έφαγε η δολερή περιέργεια, πήγαν και τη ρωτούσανε, όταν έφυγαν εκείνοι οι επίσημοι:
     –Σε βλέπουμε λευκοφορεμένη. Ποιος, τελικά, έγινε ανάδοχός σου και σε βάφτισε;
     Κι εκείνη, απλά τους διηγήθηκε την ιστορία:
     –Ήρθαν μερικοί, με πήραν και με πήγαν στην εκκλησία· κι εκεί είπαν στους κληρικούς και με βαφτίσανε.
     –Μα ποιοι, τέλος πάντων, ήταν αυτοί; Τους ξέρεις; τη ρωτούσανε πιεστικά.


     Κι όταν εκείνη δεν έβρισκε τι να τους απαντήσει, εκείνοι πήγαν και ρώτησαν τον ίδιο τον πατριάρχη. Εκείνος, πάλι, κάλεσε τους κληρικούς, που ήταν υπεύθυνοι για το άγιο Βάπτισμα, και τους ρωτάει:
     –Τη δείνα κόρη, εσείς τη βαφτίσατε;
     –Ναι, απαντούν εκείνοι· γιατί ήρθαν και μας παρακάλεσαν ο δείνα και ο δείνα, γνωστοί από τους άρχοντες του τόπου μας, και τη βαφτίσαμε.
     Ο πατριάρχης έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες εκείνους, και τους ρωτούσε αν όντως έγιναν ανάδοχοι στη Βάπτιση της τάδε κόρης, και αν εγγυήθηκαν εκείνοι γι’ αυτήν.
     Εκείνοι, ανίδεοι και απορημένοι, απάντησαν:
     –Εμείς δεν ξέρουμε τίποτε, κι ούτε θυμόμαστε νά ’χουμε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο.

     Τότε ο πατριάρχης άρχισε να πληροφορείται μέσα του, πως το πράγμα ήταν ένα εξαίσιο θαύμα, που οφείλονταν στη θεία οικονομία. Έστειλε, λοιπόν, να φωνάξουν τη νεοφώτιστη κόρη και τη ρώτησε:
     –Πες μου, κόρη μου, τι καλό πράγμα έχεις κάνει στη ζωή σου;
     –Εγώ, -απαντά εκείνη, συμμαζεμένα- μια πόρνη και θεόφτωχη, σαν τι καλό θα μπορούσα να κάνω ποτέ στη ζωή μου;
     Ο πατριάρχης την ξαναρωτά επίμονα και σθεναρά:
     –Για σκέψου λίγο, κόρη μου· δεν θυμάσαι νά ’χεις κάνει κάποτε κάποιο καλό στη ζωή σου;
     Εκείνη απάντησε:
     –Όχι. Εκτός μονάχα τούτο, αν ενδιαφέρει: πως κάποτε είδα έναν άντρα, έτοιμο ν’ αυτοκτονήσει, γιατί τον έπνιγαν άγρια οι δανειστές του για τα χρέη τα μεγάλα, κι εγώ του έδωκα ό,τι είχα και δεν είχα, για να τον γλιτώσω και να τον ελευθερώσω από τα δεινά του.
     Και λέγοντας αυτά τα λόγια, η νεοφώτιστη κόρη έγειρε και αναπαύτηκε εν Κυρίω.
     Ο πατριάρχης, θαυμάζοντας, αναφώνησε:
     –Δίκαιος είσαι, Κύριε, και δίκαιες οι κρίσεις Σου!


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της Ερήμου»
–Μικρό Γεροντικό Γ΄–
Σειρά:
«Ορθόδοξη Μαρτυρία»–αριθ. 53.
Κεφ. ΚΓ΄, σελ. 56–59.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19951.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου