Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

ΟΤΑΝ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΜΑΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΟΤΑΝ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΜΑΣ
ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



     Όπως η βροχή που, όσο περισσότερο πέφτει στη γη τόσο την κάνει αφράτη, έτσι και τη γη της καρδιάς μας τη χαροποιεί και την ευφραίνει το άγιο Όνομα του Χριστού, όταν το αναφέρουμε και όταν συχνότερα το επικαλούμαστε.

     Προσοχή είναι η αδιάκοπη ησυχία της καρδιάς από κάθε κακή σκέψη. Αυτή (η καρδιά της ιερής ησυχίας) τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού που είναι Θεός, πάντοτε, συνέχεια και ακατάπαυστα, μόνον Αυτόν αναπνέει και επικαλείται. Και μαζί με Αυτόν με ανδρεία παίρνει θέση εναντίον των εχθρών. Σ’ Αυτόν εξομολογείται που είναι ο Μόνος που έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτήματα. Η ψυχή συνέχεια αγκαλιάζει τον Χριστό με την επίκλησή της, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τα μυστικά της καρδιάς και προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρύψει από τους ανθρώπους τη γλυκύτητά της και τον εσωτερικό της αγώνα, για να μη την ξεγελάσει καμιά φορά ο πονηρός και αυξήσει την κακία και καταστρέψει την άριστη προσπάθειά της (που είναι η μυστική εργασία της Ευχής).


     Το να επικαλείται κανείς συνεχώς τον Ιησού μ’ έναν πόθο γεμάτο από γλυκύτητα και χαρά, γίνεται αιτία ο αέρας της καρδιάς να είναι γεμάτος από χαρά και γαλήνη εξαιτίας της άκρας προσοχής (που φέρνει η Ευχή). Το να καθαρίζει απόλυτα η καρδιά, αιτία γι αυτό είναι πάντα ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, που είναι Θεός και αιτία και πραγματοποίηση όλων των καλών. «Γιατί Εγώ», λέγει, «είμαι Θεός που φέρνει την ειρήνη» (βλ. Ησ. 45:7).

     Η ψυχή που ευεργετείται και γλυκαίνεται από τον Ιησού με κάποια αγαλλίαση και αγάπη, με την εξομολόγηση (δηλαδή, με τη συνεχή ολόθυμη ευχαριστία και δοξολογία) αμείβει κατ αυτό τον τρόπο τον Ευεργέτη της. Ευχαριστεί και επικαλείται με ευχαρίστηση Αυτόν που την ειρηνοποιεί και βλέπει νοητώς μέσα της Αυτός να διαλύει όλες τις φαντασίες των πονηρών πνευμάτων.

     Όταν πέσουμε σε θλίψη, σε απόγνωση και σε απελπισία, πρέπει να κάνουμε αυτό που έκανε κι ο Δαβίδ, δηλαδή να ανοίγουμε την καρδιά μας στον Θεό και να αναφέρουμε στον Κύριο τη δέηση και τη θλίψη μας όπως ακριβώς αυτή είναι (βλ. Ψαλμ. 61:9· 101:1· 141:3). Να εξομολογούμαστε στον Θεό, επειδή μονάχα Αυτός μπορεί με σοφία να τακτοποιήσει όλες τις υποθέσεις μας· και τη θλίψη μας να την ελαφρύνει αν είναι για το συμφέρον μας και να μας γλυτώσει από την ολέθρια και φθαρτή λύπη.


     Λογισμούς, που χωρίς να το θέλουμε υπάρχουν και είναι εδραιωμένοι στην καρδιά μας από την πεπτοκυία φύση της, μπορεί να τους εξαφανίσει η επίκληση του Ονόματος του Ιησού, όταν αυτή γίνεται με νήψη και βαθιά μέσα από την καρδιά μας.

     Όπως λοιπόν χωρίς μεγάλο πλοίο είναι αδύνατο κανείς να διασχίσει το πέλαγος, έτσι είναι το ίδιο αδύνατο να αποκρούσει κανείς την επίθεση ενός πονηρού λογισμού χωρίς να επικαλεστεί τον Ιησού Χριστό.

     Ταξιδεύοντας στη νοητή θάλασσα (του βίου και του κόσμου αυτού), έχε το θάρρος σου στον Ιησού. Γιατί σου φωνάζει μέσα στην καρδιά σου μυστικά: «Μη φοβάσαι, παιδί Μου, Ιακώβ, μικρέ Ισραήλ (βλ. Ησ. 41:13). Μη φοβάσαι σκουλήκι Ισραήλ, Εγώ σε υπερασπίζομαι». Αν ο Θεός είναι με το μέρος μας, ποιος κακός θα σταθεί αντίθετός μας; Είναι Εκείνος που μακάρισε τους καθαρούς στην καρδιά (βλ. Ματθ. 5:8) τους οποίους και νομοθέτησε, ο γλυκύς Ιησούς και μόνος καθαρός, που θέλει να πατάει και να βαδίζει θεϊκά μέσα στις καθαρές καρδιές και να κατοικεί σ’ αυτές. Γι’ αυτό ας μην παύουμε, κατά το θείο Παύλο, να γυμνάζουμε το νου μας με στόχο την ευσέβεια (βλ. Α΄ Τιμ. 4:7). Εύλογα λοιπόν ονομάστηκε αληθινή η ευσέβεια εκείνη που βγάζει από τη ρίζα τα σπέρματα του κακού. Αυτή η ευσέβεια είναι ο «οἶμος» του λόγου, δηλαδή «οδός» του λογικού ή «οδός» του λογισμού. Στην Αττική Ελληνική διάλεκτο «οἶμος» και «κέλευθος» λέγεται η «οδός», που είναι ο λογισμός.

     Και πάλι θα βρεθεί σε εσωτερική απορία η ψυχή βλέποντας μια απέραντη άβυσσο από λογισμούς και πλήθος από «νήπια της Βαβυλώνας» (=οι διάφοροι πονηροί και ρυπαροί λογισμοί που εγκατασπείρονται στον ανθρώπινο νου). Αλλά και αυτή την απορία την λύνει ο Χριστός, αν στηρίζουμε αδιάκοπα τη βάση της διάνοιάς μας πάνω σ’ Αυτόν και αν τα «νήπια της Βαβυλώνας» τα χτυπούμε και τα συντρίβουμε πάνω στην Πέτρα αυτή (βλ. Ψαλμ. 136:9), που είναι ο Χριστός, εκπληρώνοντας την (εξαιρετικά θεάρεστη αντιρρητική) επιθυμία μας εναντίον τους. Γιατί λέγει η Γραφή: «Όποιος φυλάγει την εντολή, δεν θα γνωρίσει πονηρό λόγο» (βλ. Εκκλ. 8:5) και «Δίχως Εμένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε» (βλ. Ιωάν. 15:5).


     Δημιουργείται κάποια θεϊκή κατάσταση στο νου μας από την αδιάκοπη μνήμη και από την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αν δεν αμελούμε την ασταμάτητη νοερή προσευχή προς Αυτόν και τη συνεχή νήψη και προσοχή του εαυτού μας. Ας έχουμε πραγματικά παντοτινή μέριμνά μας αυτό (το ιερό έργο) και όμοια ας το εκτελούμε, δηλαδή την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με πυρωμένη καρδιά φωνάζοντας δυνατά, ώστε να ζήσουμε το άγιο όνομα «Ιησούς». Η επανάληψη και στην αρετή και στην κακία είναι η μητέρα της συνήθειας, η οποία επικρατεί κατόπιν σαν τη φύση. Όταν βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση ο νους, ψάχνει τους εχθρούς του όπως το κυνηγητικό σκυλί το λαγό στους θάμνους. Ο σκύλος βέβαια για να φάει το λαγό, ενώ ο νους για να καταστρέψει τον εχθρό του.

     Πικραίνεται η καρδιά μας από το δηλητήριο των πονηρών λογισμών και όταν εξαιτίας της λήθης και της αμέλειάς μας απομακρύνεται η προσοχή μας από τον Ιησού και για πολύ χρόνο δεν Τον επικαλούμαστε. Αντίθετα, ευφραινόμαστε πάλι νιώθοντας κάποια ευχαρίστηση και κάποια μακάρια αγαλλίαση, όταν εκτελούμε όλα τα παραπάνω, αποφασιστικά και πρόθυμα μέσα στο εργαστήρι της διάνοιάς μας, προσεχτικά και με θείο έρωτα. Τότε λοιπόν για τίποτε άλλο δεν δείχνουμε προθυμία να βαδίσουμε προς την ησυχία της καρδιάς, παρά για τη γλυκιά ηδονή και τέρψη που φέρνει αυτή η ησυχία στη ψυχή.


     Σκληρό και δύσκολο φαίνεται στους ανθρώπους, το να ησυχάζει η ψυχή τους από κάθε λογισμό. Και πράγματι είναι δύσκολο και επίπονο. Και δεν είναι δυσβάστακτο μόνο σε όσους είναι αμύητοι στον πνευματικό πόλεμο, αλλ’ ακόμη και σ’ εκείνους που έχουν λάβει πείρα της εσωτερικής άυλης πάλης. Όποιος όμως έχει αγκαλιάσει τον Ιησού Χριστό με τη συνεχή Ευχή, δεν θα κοπιάσει να Τον ακολουθεί, όπως λέει κι ο προφήτης (Ιερ. 17:16). Και δεν θα επιθυμήσει ένας τέτοιος άνθρωπος να ζήσει όπως ζουν οι κοινοί άνθρωποι, εξαιτίας της ωραιότητας, της τερπνότητας και της γλυκύτητας του Ιησού. Και δεν θα ντροπιαστεί αυτός από τους εχθρούς δαίμονες που περπατούν (αόρατα) τριγύρω του (πρβλ. Ψαλμ. 11:9), όταν τους αντιμετωπίζει στεκόμενος μπροστά στην πύλη της καρδιάς του και τους καταδιώκει διά μέσω του Ιησού.

     Η ψυχή που θα πετάξει ψηλά στον αέρα διά του θανάτου προς τις πύλες του Ουρανού, έχοντας μαζί της για υπερασπιστή τον Ίδιο τον Χριστό, ούτε εκεί θα ντραπεί τους εχθρούς της, αλλά με θάρρος όπως τώρα (κάτω στη γη) θα μιλήσει σ’ αυτούς· μόνο να μη χάσει την υπομονή της μέχρι την ώρα του θανάτου φωνάζοντας μέρα και νύχτα προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. Και Αυτός θα τιμωρήσει γρήγορα τους εχθρούς της δαίμονες, σύμφωνα με την αληθινή και θεία υπόσχεσή Του, που είπε για τον άδικο κριτή (βλ. Λουκ. 18:1–8). Ναι, σας λέω, θα τιμωρήσει τους εχθρούς της και στη ζωή αυτή, αλλά και μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα.


     Η μονολόγιστη προσευχή σκοτώνει και αποτεφρώνει τις απάτες των δαιμόνων, γιατί όταν επικαλούμαστε ακούραστα και συνεχώς τον Θεό Ιησού, τον Υιό του Θεού, Αυτός δεν τους επιτρέπει ούτε την επίθεση να αρχίσουν, την οποία (οι Πατέρες μας) ονομάζουν και «προσβολή», ούτε να υποβάλουν κρυφά στον νου μας κάποια εικόνα διά μέσου του καθρέφτη της διανοίας μας, δηλαδή της φαντασίας μας, ούτε να πούνε κάποια πονηρά λόγια στην καρδιά μας. Όταν δεν μπαίνει ύπουλα στην καρδιά μας κάποια δαιμονική εικόνα, τότε αυτή θα είναι άδεια και από πονηρούς λογισμούς, γιατί οι δαίμονες συνηθίζουν να συναναστρέφονται τη ψυχή (εκείνη που είναι γεμάτη) με λογισμούς και να διδάσκουν την κακία με ύπουλο τρόπο.

     Μακάριος είναι πραγματικά εκείνος που έτσι έχει ταυτιστεί με την προσευχή με τον Ιησού στην διάνοιά του και ακατάπαυστα Τον επικαλείται μεσ’ στην καρδιά του, όπως είναι ενωμένος ο αέρας με τα σώματά μας ή η φλόγα με το κερί. Όταν περνά ο ήλιος πάνω από τη γη, φέρνει τη μέρα· το άγιο όμως και σεβαστό Όνομα, όταν λάμπει στη διάνοιά μας, γεννά αναρίθμητες λαμπρές σκέψεις…

ΗΣΥΧΙΟΣ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ


[(1) «Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών»,
Ησύχιου του Πρεσβύτερου:
«Προς το Θεόδουλο
Λόγος περί νήψεως και αρετής
χωρισμένος σε 203 κεφάλαια
(τα λεγόμενα αντιρρητικά και ευκτικά)»,
τόμ. α΄, κεφ. 6ο, §41, 91, 92, 135,
137, 142, 148, 150, 158, 174, 196,
σελ. 187, 195, 203, 205, 207, 210, 214,
Μετάφραση: Αντώνιος Γ. Γαλίτης (),
Επιμέλεια: Γεώργιος Γ. Γαλίτης,
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 19934.
(2) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Το Γεροντικό του Σινά»
–Σιναϊτικά Κείμενα 1–,
Κείμενο 53ο, σελ. 188–205,
§3, 14, 22, 23, 25, 28, 31–33, 40,
Έκδοσις Ιεράς Μονής
Θεοβαδίστου Όρους Σινά,
Θεσσαλονίκη 1991.]
   






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου