Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ


     Ο άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1322 και από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την οικογένεια των Χαμαετών· υιοθέτησε όμως κατόπιν το πατρώνυμο της μητέρας του, Καβάσιλας, όνομα αρχαίας και ονομαστής οικογένειας. Διαμορφώθηκε πνευματικά από τη νεότητά του κοντά στον Δωρόθεο Βλαττή [1], μαθητή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και σύχναζε στους κύκλους των ευσεβών λαϊκών που επιδίδονταν στην Ευχή του Ιησού υπό την καθοδήγηση του αγίου Ισιδώρου Βούχειρα, του μετέπειτα πατριάρχη (1347-1350). Αφού έλαβε τα πρώτα φιλολογικά και φιλοσοφικά γράμματα κοντά στον θείο του Νείλο Καβάσιλα [2], συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως. Απέκτησε εκεί ανώτερη φιλολογική παιδεία και ο θαυμασμός του για την Κλασική Αρχαιότητα τον εντάσσει στους ανθρωπιστικούς κύκλους, δίχως ωστόσο να απομακρύνεται από τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Κατά τη διαμονή του στη Βασιλεύουσα, η διαμάχη μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά [14 Νοεμ.] και του Βαρλαάμ, γύρω από τη δυνατότητα της θέωσης του ανθρώπου διά των ακτίστων ενεργειών της θείας χάριτος, αφύπνισε την προσοχή του στο έσχατο τέλος του χριστιανικού βίου, αλλά την εποχή εκείνη έσκυψε περισσότερο στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του καιρού του. Μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ (1341), η Αυτοκρατορία βρέθηκε στη δίνη ενός σκληρού και ολέθριου εμφυλίου σπαραγμού μεταξύ των οπαδών του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και εκείνων του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο οποίος επιδεινώθηκε από το κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας και των ευγενών.


     Ο Νικόλαος, ευρισκόμενος τότε στη Θεσσαλονίκη, πήρε την πρωτοβουλία συμφιλίωσης μεταξύ των εξεγερθέντων και του Ιωάννη Καντακουζηνού. Το 1345, εστάλη ως πρέσβης στη Βέροια στον γιο και αντιπρόσωπο του Καντακουζηνού, Μανουήλ, και απέσπασε την υπόσχεση ευνοϊκών όρων παράδοσης για τους στασιαστές. Όταν όμως επέστρεψε, ο Ανδρέας Παλαιολόγος αντιτάχθηκε στο σχέδιο αυτό, οπότε οι Ζηλωτές και ο όχλος από τις κατώτερες κοινωνικά συνοικίες στασίασαν και εν συνεχεία κατέλαβαν την ακρόπολη όπου είχαν καταφύγει οι ευγενείς. Ακολούθησαν άθλιες σφαγές, από τις οποίες γλύτωσε παρά τρίχα ο Νικόλαος καταφέρνοντας να κρυφτεί μέσα σε ένα πηγάδι. Παρέμεινε ωστόσο στη Θεσσαλονίκη το 1347, χωρίς να τον ενοχλήσουν, παρά τις συμπάθειές του για τον Καντακουζηνό· και στοχαζόμενος πάνω στις αιτίες του εμφυλίου πολέμου, συνέγραψε πραγματείες περί της τοκογλυφίας και της κοινωνικής αδικίας.


     Όταν ο Καντακουζηνός ανήλθε στον θρόνο με τον τίτλο Ιωάννης ΣΤ΄, κάλεσε τον Νικόλαο κοντά του στην Κωνσταντινούπολη και τον έκανε σύμβουλό του σε όλες τις σημαντικές υποθέσεις του Κράτους. Υπό την επίδραση των δύο έμπιστων συμβούλων του, του Νικολάου και του παιδικού του φίλου Δημητρίου Κυδώνη, τους οποίους χαρακτήρισε ως άνδρες «που έφθασαν στην κορυφή της θύραθεν σοφίας, όχι λιγότερο φιλοσόφους στην πράξη και που επέλεξαν τον αγνό και απαλλαγμένο από τα εμπόδια του γάμου βίου», ο ηγεμόνας σχεδίαζε να αποσυρθεί στη Μονή των Μαγγάνων· υποχρεώθηκε όμως να ματαιώσει τα σχέδιά του, εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στη Θεσσαλονίκη.


     Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, ο Νικόλαος ανέπτυξε έντονη συγγραφική δραστηριότητα, συμμετέχοντας παράλληλα και στον δημόσιο βίο. Τον Σεπτέμβριο του 1347, ήταν μέλος της συνοδείας του νεοεκλεγέντος αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Παλαμά· όταν όμως ο λαός απέρριψε τον αγαθό ποιμένα του, υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στο Άγιον Όρος, όπου έζησαν στην ησυχία και την προσευχή επί έναν χρόνο. Το 1349, μετέβη πάλι στη Θεσσαλονίκη, όπου μετά την καταστολή της στάσης των Ζηλωτών και τη συμφιλίωση των δύο μερίδων, έγινε τελικά δεκτή η ενθρόνιση του αγίου Γρηγορίου. Το 1351, κατά τη Σύνοδο που καταδίκασε τον Ακίνδυνο και ανακήρυξε τον Ησυχασμό επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Καβάσιλας πήρε ανοικτά το μέρος της παλαμικής θεολογίας και εκδηλώθηκε ευνοϊκά υπέρ του σχεδίου του Ιωάννη Καντακουζηνού για μία Σύνοδο Ενώσεως με τη λατινική Εκκλησία, χωρίς όμως συμβιβασμούς σε δογματικά θέματα, ενώ ο φίλος του Κυδώνης συντάχθηκε με την πλευρά των αντιπάλων του Ησυχασμού και υιοθέτησε στάση υποταγής στις λατινικές θέσεις.


     Όταν ξέσπασε νέος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, που είχε ως αποτέλεσμα την καθαίρεση του πατριάρχη αγίου Κάλλιστου Α΄ [20 Ιουν.], το όνομα του Καβάσιλα ακούστηκε ως εκείνο του πιθανού διαδόχου, αλλά τελικά εξελέγη ο άγιος Φιλόθεος [11 Οκτ.]. Τον επόμενο χρόνο, ο Νικόλαος χαιρέτησε με έναν λαμπρό λόγο τη στέψη του Ματθαίου Καντακουζηνού ως συναυτοκράτορος· λίγο αργότερα, όμως, με την κατάκτηση της εξουσίας από τον Ιωάννη Παλαιολόγο με τη βοήθεια των Γενοβέζων, ο Ιωάννης Καντακουζηνός υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο με το όνομα Ιωάσαφ. Ο πατριάρχης Φιλόθεος καθαιρέθηκε με τη σειρά του και εξορίσθηκε, ενώ ανακλήθηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο Κάλλιστος. Ο Νικόλαος αποσύρθηκε έκτοτε από τα πολιτικά πράγματα, για να αφιερωθεί στον στοχασμό πάνω στο Μυστήριο του Χριστού, όπως βιώνεται μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι γνωστό εάν παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του ένας «λαϊκός ησυχαστής» ή αν έγινε μοναχός, όπως αφήνουν να εννοηθεί ορισμένα χωρία στα έργα του. Καθ’ όλη τη μακρά αυτή περίοδο της απόσυρσής του, την οποία, αν εξαιρέσει κανείς την παραμονή δύο χρόνων στη Θεσσαλονίκη, πέρασε στην Κωνσταντινούπολη, φοιτώντας στις Μονές των Μαγγάνων, των Ξανθόπουλων και του Στουδίου, απέκτησε τη φήμη ανθρώπου που είχε φθάσει στην κορυφή της αρετής· και υψηλά πρόσωπα, όπως ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, ζητούσαν τις συμβουλές του και τον θεωρούσαν ως πνευματικό πατέρα. Ο άγιος απέφευγε, ωστόσο, να εμπλακεί εκ νέου στην τύρβη του κόσμου και προτιμούσε να μένει στη φίλη του ησυχία, όπου συνέγραψε τις δύο μείζονες πραγματείες του: «Η Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» και το «Περί της εν Χριστώ ζωής» [3], οι οποίες δίνουν μαρτυρία για την αγιότητά του και δικαίως θεωρούνται ως δύο αριστουργήματα της χριστιανικής γραμματείας. Ο άγιος Νικόλαος εκοιμήθη εν ειρήνη δίχως να έχει αφήσει μαρτυρία για τις τελευταίες ημέρες του βίου του, μεταξύ 1391 και 1397.


     Στην «Εν Χριστώ ζωή», δείχνει πώς, δεχόμενοι το είναι, την κίνηση και την αληθινή ζωή διά των αγίων Μυστηρίων, του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και της θείας Ευχαριστίας, και αυξάνοντας πνευματικά διά των αγίων αρετών, οι πιστοί μπορούν να κατανοήσουν ότι ο Ίδιος ο Χριστός, διά του Αγίου Πνεύματος, έρχεται να ενοικήσει και να αυξηθεί εντός τους, μέχρι την ολοκλήρωση της τελείας ενώσεώς τους με τον Θεό. Η Ενανθρώπηση του Χριστού είναι το θεμέλιο κάθε πνευματικής ζωής, διότι έχοντας ενώσει τα προηγουμένως διεστώτα, επέτρεψε την κοινωνία, την «ανάκραση» του κτιστού και του ακτίστου. Αυτή η εν Χριστώ ζωή αρχίζει, όπως αναφέρει, εδώ κάτω, αλλά ολοκληρώνεται στην αιώνια Βασιλεία, η οποία μας έχει γίνει έτσι προσιτή από τώρα, στην Εκκλησία. Ο Χριστός εκχέεται και προσφύεται σε καθένα από τα μέλη Του, μέσω των αγίων Μυστηρίων, όπως το φως που εισδύει σε ένα δωμάτιο μέσα από τα παράθυρα, και ενεργεί εκεί το Μέγα Μυστήριο της γαμήλιας ένωσης με τον άνθρωπο, εισάγοντας στο θνητό και υποκείμενο στη μεταβολή σώμα του την αθάνατη και άτρεπτη Ζωή. Αυτή η παρουσία του Κυρίου, ωστόσο, μπορεί να καταστεί ενεργή μόνο με τη δική μας συνέργεια, μόνο αν ανταποκριθούμε ελεύθερα στο δώρο του Θεού, φυλάσσοντας άγρυπνα τη χάρη που έχουμε λάβει, σαν αναμμένη λαμπάδα εν αναμονή της επιστροφής του Νυμφίου. Η πνευματική ζωή του χριστιανού, λοιπόν, συνίσταται στη φύλαξη των μελών και αισθήσεών του, στις οποίες έχει ενωθεί ο Χριστός, και στην επίγνωση της τιμής που μας έχει κάνει. Είναι αδύνατο στην πραγματικότητα να προσελκυστεί από το κακό οποιοσδήποτε έχει συνείδηση του «μανικού έρωτα» με τον οποίο μας αγάπησε ο Χριστός, μέχρι του σημείου να προσφέρει τον Εαυτό Του θυσία στον Σταυρό με σκοπό να μας κάνει ναό και μέλη Του. Για έναν τέτοιον άνθρωπο, ο Κύριος γίνεται το μόνο επιθυμητό πράγμα επί γης και, έχοντας αποκτήσει «νουν Χριστού» (Α΄ Κορ. 2, 16), η εφαρμογή των εντολών είναι γι’ αυτόν κάτι το πολύ εύκολο. Και όταν αυξάνοντας σε άγιες αρετές θα έχει πλήρως ταυτίσει τη θέλησή του με εκείνη του Σωτήρος, όταν θα χαίρεται με ό,τι χαροποιεί Εκείνον και θα θλίβεται με ό,τι μπορεί να θλίβει Εκείνον, ο θείος έρωτας θα γίνει τότε κοινή ζωή τους και ο ίδιος θα κοινωνεί των ιδιοτήτων της θείας φύσεως του Θεανθρώπου. Αυτή τη θέωση, έσχατο τέλος της ανθρώπινης υπάρξεως, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τη βλέπει να αναπαρίσταται τέλεια στο πρόσωπο της Θεομήτορος, η οποία, με την ωραιότητα της ψυχής Της και με τη θέλησή Της υποταγμένη καθ’ ολοκληρίαν στο σχέδιο του Θεού, προσείλκυσε το Άγιο Πνεύμα, ώστε να γεννηθεί εντός Της ο Σωτήρας [4].


     Ακολουθώντας έναν άλλον δρόμο από εκείνον του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ανθρωπιστής λόγω παιδείας αλλά και ησυχαστής λόγω κλήσεως, μπόρεσε να καταδείξει ότι η μυστική θέωση και ένωση με τον Χριστό συνιστούν τον κύριο και αυθεντικό σκοπό της πνευματικής ζωής κάθε χριστιανού και όχι μόνο των μοναχών που έχουν αποσυρθεί από τον κόσμο και τις υποχρεώσεις του. Μεταστοιχειώνοντας τα θετικά στοιχεία της ανθρωπιστικής παιδείας του καιρού του για να γίνει ο διδάσκαλος ενός «μυστηριακού ησυχασμού», δικαίως κατέχει, μετά τη σχετικά πρόσφατη ένταξη της μνήμης του στο Εορτολόγιο [5], τη θέση του στον σεπτό χορό των Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]  Ήταν ένας από τους πλέον φημισμένους πνευματικούς πατέρες της Θεσσαλονίκης και μαζί με τον αδελφό του Μάρκο ίδρυσε πάνω στην ακρόπολη τη Μονή του Παντοκράτορος (1355) που φέρει σήμερα το όνομά τους («Βλατάδων»), πριν γίνει μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1371-1363).
[2]  Θεολόγος περίφημος για τις πραγματείες του κατά των Λατίνων, έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης για δύο χρόνια (1361-1363). Επειδή το κατά κόσμον όνομά του ήταν επίσης Νικόλαος, υπήρξε σύγχυση του αγίου μας με τον θείο του και θεωρήθηκε ενίοτε ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
[3]  Κείμενο και νεοελληνική μετάφραση στην «Φιλοκαλία», τ. 22, Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», 1979.
[4]  «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν» (PO 19, 134), κείμενο και νεοελληνική μετάφραση στο· Νικολάου Καβάσιλα: «Η Θεομήτωρ», Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας», 1974.
[5]  Η τιμή του εισήχθη το 1982 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά από πρόταση του τότε μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Β΄ (Χρυσοφάκη· 1925-2003).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς θεῖος διδάσκαλος, καὶ ὑποφήτης σοφός, δογμάτων τῆς Πίστεως, καὶ ἀρετῶν ἱερῶν, Νικόλαε Ὅσιε· ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τῇ σῇ δόξῃ καυχάται, καὶ πόθῳ ἑορτάζει, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β´. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Λόγῳ ἐνθέῳ ἀνύων τὸν βίον σου, περιφανὴς ἐν σοφίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἐν λόγου δυνάμει γενόμενος, τῆς εὐσεβείας διδάσκαλος πέφηνας· διὸ σὲ ὑμνοῦμεν Νικόλαε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Λόγῳ καὶ σοφίᾳ πνευματικῇ, σεμνῶς διαλάμπων, ὡς τῷ βίῳ διαπρεπής, Διδάσκαλος θεῖος, τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης, Νικόλαε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος (Ιούνιος),
σελ. 243–247.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου