Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΟΝΙΚΑ


Η ΑΓΙΑ ΜΟΝΙΚΑ


     Η αγία Μόνικα (332-388) γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας από χριστιανούς γονείς. Ήταν μητέρα του μεγάλου θεολόγου και φιλόσοφου αγίου Αυγουστίνου.
     Οι γονείς της την πάντρεψαν το 350 με έναν ειδωλολάτρη, τον Πατρίκιο, άνθρωπο καλοπροαίρετο, αλλά πολύ οξύθυμο και άστατο. Η Μόνικα με την υποταγή και την υπομονή της αγωνίσθηκε να τον οδηγήσει στον Χριστό.
     Στις ώρες της ηρεμίας έριχνε στην καρδιά του συζύγου της τα σπέρματα του θείου λόγου, κι όταν εκείνος κοιμόταν, αυτή τα πότιζε με τα δάκρυα της προσευχής της.
     Πολλές φίλες της έρχονταν στο σπίτι της με έκδηλα στο πρόσωπό τους τα χτυπήματα των συζύγων τους και απορούσαν πώς η Μόνικα, που είχε σκληρό άνδρα, κατάφερνε να ζει μαζί του ειρηνικά και χωρίς ξυλοδαρμούς.
     Η χαρά της αγίας ήταν απερίγραπτη όταν ο Πατρίκιος έγινε με τον καιρό ένας αληθινός χριστιανός.
     Με την ίδια υπομονή και μακροθυμία αντιμετώπισε και την πεθερά της, η οποία ήταν ιδιότροπη και διαρκώς την έβριζε και την ταπείνωνε μπροστά στους ξένους. Τελικά με την αρετή της προσείλκυσε τη συμπάθεια και την εκτίμησή της.


     Όταν ο ιερός Αυγουστίνος ήταν μικρός, αρρώστησε και κινδύνευσε να πεθάνει. Σκέφτηκαν τότε να τον βαφτίσουν. Η μητέρα του όμως προέβλεπε τους δυνατούς πειρασμούς που θα αντιμετώπιζε στη νεότητά του και γι’ αυτό ανέβαλε τη βάφτισή του.
     Μαζί με το γάλα της η ευσεβής μητέρα φρόντισε να μεταδώσει στο παιδί της και την ευσέβεια. Διέκρινε όμως σε αυτό τον χαρακτήρα του πατέρα του και διαισθανόταν τον κίνδυνο που θα διέτρεχε η ψυχή του μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής.
     Όσο μεγάλωνε ο γιος της, μεγάλωναν τα πάθη του και τα όργιά του. Η προσευχή της μητέρας ανέβαινε πύρινη στον θρόνο του Θεού, αλλά φαινόταν πως δεν εισακούεται.
     Ο Αυγουστίνος πηγαίνει στην Καρχηδόνα για να σπουδάσει. Εκεί ψήνεται στο σεξουαλικό καμίνι της διεφθαρμένης πόλεως. Η μητέρα μαθαίνει ότι ο γιος της παραστράτησε, και τρέχει ταραγμένη νομίζοντας ότι η παρουσία της θα τον συγκρατήσει.
     Δυστυχώς, τα λόγια και τα δάκρυά της δεν συγκινούν πια την καρδιά του Αυγουστίνου. Δεν χάνει όμως το θάρρος της. Προσπαθεί υπομονετικά να διεγείρει στη ψυχή του την αποστροφή για την αμαρτία.
     Το αποτέλεσμα είναι πάλι αρνητικό, αλλά η πιστή μητέρα δεν απελπίζεται. Προσεύχεται εκτενέστερα και χύνει δάκρυα περισσότερα από αυτά που χύνουν οι μητέρες για τον θάνατο των παιδιών τους.
     Πόση πικρία δοκιμάζει όταν μαθαίνει ότι ο γιος της έχει σε ηλικία δεκαοχτώ ετών εταίρα και εξώγαμο παιδί! Ελπίζει όμως στη μετάνοιά του. Η ελπίδα αυτή μαζί με τη δυνατή πίστη τη συγκρατούν.
     –Μια μέρα παιδί μου, του λέει, θα έρθεις εκεί που είμαι εγώ.
     Νέα θλιβερή είδηση καταφθάνει από την Καρχηδόνα. Ο Αυγουστίνος έγινε αιρετικός – μανιχαίος! Φίδι φαρμακερό δάγκωσε τη Μόνικα, η οποία αυτή τη φορά λυγίζει. Πηγαίνει ξανά μόνη της στην Καρχηδόνα, κλαίει, θρηνεί, ικετεύει. Όλα όμως πάνε χαμένα.
     Μοναδική παρηγοριά κι ελπίδα της είναι η προσευχή. Μέρα-νύχτα παλεύει με τον Θεό. Καταφεύγει σε κάποιον επίσκοπο, ο οποίος τη συμβουλεύει και την παρηγορεί. Τέλος της λέει:
     –Πήγαινε στην ευχή του Θεού, παιδί μου! Ποτέ δεν θα χαθεί ο γιος τόσων δακρύων!
     Ο Θεός όμως θέλει να δοκιμάσει περισσότερο την ιώβεια υπομονή της. Ο Αυγουστίνος τής είπε ότι θα πάει στην Ιταλία. Η Μόνικα, αφού δεν μπορεί να τον μεταπείσει, αποφασίζει να πάει μαζί του. Κατεβαίνουν στο λιμάνι, αλλά εκείνος τη ξεγελά και εξαφανίζεται. Ταξιδεύει μόνος.
     Η μητέρα ξημερώνεται στην προσευχή, πνιγμένη στα δάκρυα. Με ραγισμένη καρδιά, αλλά με γενναίο φρόνημα, υψώνει τα μάτια στον ουρανό κι ύστερα αγναντεύει στο πέλαγος.
     –Κύριε! φωνάζει. Αφήνω το παιδί μου στον ωκεανό της ευσπλαχνίας Σου. Τα κύματα της χάριτός Σου ας το οδηγήσουν στο λιμάνι Σου.


     Γέρασε η Μόνικα στη σχολή της υπομονής και της ελπίδος. Αντί να περιμένει την επιστροφή του ασώτου υιού, βάλθηκε η ίδια να τον κυνηγά σε στεριές και θάλασσες. Εγκαταλείπει την Αφρική και έρχεται στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) για την τελική επίθεση.
     Στα Μεδιόλανα ζει το γλυκοχάραμα της επιστροφής του ασώτου. Η μία χαρά διαδέχεται την άλλη: Ο Αυγουστίνος αηδίασε τους μανιχαίους και τους εγκατέλειψε. Με βαθιά συγκίνηση τον βλέπει να συχνάζει στα κηρύγματα του αγίου επισκόπου Αμβροσίου και να μιλά γι’ αυτόν με σεβασμό και εκτίμηση.
     Ο Αυγουστίνος παλεύει. Τα δεσμά της αμαρτίας χαλάρωσαν, αλλά ακόμη δεν έσπασαν. Όλοι τον πιέζουν να νυμφευθεί. Γι’ αυτό τελικά μνηστεύεται. Τέσσερεις γυναίκες τον πολιορκούν εκείνη την εποχή. Δύο ερωμένες, η μνηστή και η μητέρα του. Παλεύουν και οι τέσσερεις να τον κατακτήσουν.
     Τέλος, νικά η μητέρα του, ο άνθρωπος της προσευχής και των δακρύων, της υπομονής και της ελπίδος. Εκείνη που νίκησε τον ατίθασο σύζυγο και τη δύστροπη πεθερά, νίκησε τώρα τον γιο της ύστερα από τριάντα χρόνια αγώνος και προσευχής.


     Ο Αυγουστίνος παίρνει σταθερή απόφαση να επιστρέψει στον Χριστό και να αφοσιωθεί στο έργο της Εκκλησίας.
     Ποιος μπορεί να νιώσει τη χαρά της Μόνικας την ώρα που βαπτιζόταν ο γιος της; Είδε πια το παιδί της στην αγκαλιά του Κυρίου.
     –«Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην Σου, Δέσποτα, ἐν εἰρήνῃ!», ψελλίζει συγκινημένη.
     Μητέρα και γιος επιστρέφουν στην Αφρική. Στην Όστια, στις εκβολές του Τίβερη, σταθμεύουν σε μια φιλική έπαυλη για να ξεκουραστούν. Εκεί η Μόνικα αρρωσταίνει και σε λίγες μέρες, σε ηλικία 56 ετών, παραδίδει το πνεύμα της «ἐν εἰρήνῃ» στον Δεσπότη Χριστό.
     Ο Κύριος είχε εκπληρώσει και την τελευταία επιθυμία της.



[ «Χαρίσματα και χαρισματούχοι»·
Τόμος 3ος, Μέρος Ι΄,
Κεφ. 21ο, §4, σελ. 270–274.
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 19977.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου