Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ


ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ


     «Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν
     καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν
     καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας
     καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν·
     καὶ τὸ μυστήριον ὅσον;
     Ὡς μέγα τε καὶ σεβάσμιον.
     Διὸ βοῶμέν σοι·
     Δημιουργὲ τοῦ παντός,
     Κύριε, δόξα σοι».

     Αυτό τον θαυμάσιο ύμνο θέτει η Εκκλησία μας σαν προπύλαιο στην εορτή της Πεντηκοστής. Και σ’ αυτόν ανακεφαλαιώνει το «μέγα και σεβάσμιο» μυστήριο, (σ)το οποίο πανηγυρίζει: τη συμπλήρωση της ελπίδας, την προθεσμία της επαγγελίας, την επιδημία του Πνεύματος του Αγίου. Γιατί πράγματι το εορταζόμενο γεγονός, η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους του Χριστού, αποτελεί το τέλος και το επιστέγασμα όλου του έργου της Σωτηρίας. Όλο το έργο του Χριστού, η έλευση, η διδασκαλία, το πάθος, η ανάσταση, η ανάληψη, απέβλεπαν σ’ αυτό· στην έλευση του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, στη νέα δημιουργία. Ακριβώς για τον λόγο αυτό στο τροπάριο που προτάξαμε, όπως και σε όλη την υμνογραφία της Πεντηκοστής, ανυμνείται ο Δημιουργός του παντός, ο Πατήρ, που διά του Λόγου, του Υιού της αγάπης Του, εν Αγίω Πνεύματι, δημιουργεί τον κόσμο· αναδημιουργεί, ξανακτίζει την κτίση και τη μεταβάλλει σε νέα, την ανακαινίζει.


     Έτσι η ημέρα αυτή συνδέει την ανάμνηση της γενέθλιας ημέρας του νέου κόσμου με την ανάμνηση της γενέθλιας ημέρας του παλαιού· τις δύο γεννήσεις: τη φυσική και την υπερφυσική. Στην πρώτη γέννηση μάς μεταφέρουν οι πρώτες γραμμές της Βίβλου: «Η γη ήταν έρημη και ασχημάτιστη· ήταν σκοτάδι πάνω από την άβυσσο και πάνω από τα νερά έπνεε Πνεύμα Θεού. Τότε είπε ο Θεός: “Να γίνει φως!”· κι έγινε φως. Ο Θεός είδε ότι το φως ήταν καλό» (Έξ. 1, 2-4). Στη δεύτερη γέννηση συμβαίνει το ίδιο. Πάνω στην άμορφη ύλη των εθνών και στο σκότος της πλάνης εκχύνεται η βίαιη πνοή του Πνεύματος του Θεού. Ο Λόγος Του ανακαινίζει την «παλαιωθεῖσα» κτίση. «Πάρθοι, Μήδοι και Ελαμίτες, κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας, της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου, και από τα μέρη της λιβυκής Κυρήνης, Ρωμαίοι που είναι εγκαταστημένοι εδώ, Κρητικοί και Άραβες, είτε ιουδαϊκής καταγωγής είτε προσήλυτοι» (Πράξ. 2, 9-11), όλοι αυτοί (αλλά και τόσοι άλλοι που δεν αναφέρονται στο ιερό κείμενο) είναι η νέα άβυσσος, το γέννημα της διασποράς, της κατάτμησης και της αποσύνθεσης του κόσμου. Πάνω από αυτούς τώρα επιφέρεται το Πνεύμα του Θεού και ο Λόγος Του καλεί όλους σε μια συμφωνία, σε μια ενότητα του Αγίου Πνεύματος, στο φως. «Αυτός που είπε να λάμψει το φως από το σκοτάδι» (Β΄ Κορ. 4, 6) τους καλεί να επιστρέψουν «από το σκοτάδι προς το φως» (Πράξ. 26, 18), να γίνουν οι ίδιοι «φῶς ἐν Κυρίῳ» (Εφ. 5, 8). Και αυτή η μυστική αναχώνευση γίνεται μονάχα με τις πυρίμορφες γλώσσες του Αγίου Πνεύματος που διαμοιράσθηκαν στους Αποστόλους. «Τους παρουσιάστηκαν γλώσσες που ήταν σαν φλόγες φωτιάς, οι οποίες μοιράστηκαν και κάθισαν από μία στον καθένα από αυτούς» (Πράξ. 2, 3). Η γλώσσα, το σύμβολο, το αποτέλεσμα και το αίτιο του χωρισμού, γίνεται τώρα σύμβολο ενότητας, της εν Αγίω Πνεύματι ενότητας του νέου λαού του Θεού. Ο εγκαινισμός του Πνεύματος συμβολίζεται με την καινουργία των γλωσσών. Διά του Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, «(δια–)λαλείται» τώρα το μυστήριο της αιώνιας Σωτηρίας. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει το δεύτερο στιχηρό του Εσπερινού της Πεντηκοστής, του α΄ ήχου:
     «Γλώσσαις ἀλλογενῶν
     ἐκαινούργησας, Χριστέ,
     τοὺς σοὺς μαθητάς,
     ἵνα δι’ αὐτῶν σε κηρύξωσι
     τὸν ἀθάνατον Λόγον καὶ Θεόν,
     τὸν παρέχοντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν
     τὸ μέγα ἔλεος».


     Ο λαός λοιπόν του Θεού, η Εκκλησία, εορτάζει κατά την Πεντηκοστή τη γέννησή της. Τη γενέθλια ημέρα της, αλλά και αυτό το μυστήριο της ίδιας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του Χριστού δεν έζησε το μυστήριο της Πεντηκοστής μόνο σε μια στιγμή χρόνου κατά το μακάριο εκείνο έτος και την ιστορική εκείνη ημέρα, που «ἐπλήσθησαν» οι μαθητές από Άγιο Πνεύμα. Αλλά το μυστήριο αυτό το ζει καθημερινά, διαρκώς, σε κάθε στιγμή χρόνου, από τη γενέθλια εκείνη ημέρα μέχρι τη συντέλεια του αιώνος. Γιατί το Πνεύμα το Άγιο ήλθε τότε και έκτοτε μένει και θα μένει στον αιώνα στον κόσμο για να συγκροτεί την Εκκλησία. Πνεύμα και Εκκλησία, είναι αδιάσπαστα ενωμένα. Το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή, η ζωή, η ύπαρξη της Εκκλησίας, της εν Αγίω Πνεύματι καινής ζωής. Σ’ Αυτό οφείλεται η ενότητα, η αγιότητα, η καθολικότητα της Εκκλησίας. Από Αυτό πηγάζουν τα χαρίσματα, οι θεσμοί, η πίστη και η θεολογία της Εκκλησίας. Τη βίαιη πνοή Του και την πυρίμορφη δροσιά Του αισθάνεται σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε κίνησή της η Εκκλησία. Από Αυτό πηγάζουν οι υπερφυσικές ενέργειες των μυστηρίων, που ζωογονούν, τροφοδοτούν και αγιάζουν το Σώμα της. Αυτό ακριβώς θεολογεί και ο ποιητής του τρίτου στιχηρού του Εσπερινού:
     «Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον·
     βρύει προφητείας,
     ἱερέας τελειοῖ,
     ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν,
     ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν,
     ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.
     Ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε
     τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ,
     Παράκλητε, δόξα σοι».


     Στην ιστορική λοιπόν Πεντηκοστή, αλλά και στη διαρκή Πεντηκοστή, (σ)την οποία ζει η Εκκλησία, θα μας μεταφέρει η μεγαλώνυμη εορτή κατά την επέτειο του γεγονότος αυτού. Θα μας καλέσει να κλίνουμε τα γόνατα «εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 83, 3) και να προσκυνήσουμε την αήττητη δύναμή Του, να δοξολογήσουμε την Αγία Τριάδα, που φωτίζει και αγιάζει τις ψυχές μας. Και στη στάση αυτή της ταπεινώσεως, της κλίσεως των γονάτων και του αυχένα μας, να υποδεχθούμε σιωπηλά τη χάρη του Παρακλήτου. Να ανανεώσουμε και να αναρριπίσουμε τη θέση μας και την υπόστασή μας, σαν μέλη της Εκκλησίας, σαν έμψυχοι ναοί του Αγίου Πνεύματος. Ναοί και σκεύη καθαρά, δοχεία του Παρακλήτου, των οποίων κάθε σκέψη θα εμπνέεται και θα υπαγορεύεται από το Πνεύμα της σοφίας, κάθε ενέργεια από το Πνεύμα της συνέσεως, από το Πνεύμα το αγαθό, το ευθές, το νοερό, το ηγεμονικό, το καθαρκτικό των πταισμάτων· από το Πνεύμα το Άγιο, το Κύριο και ζωοποιό, το θείο, που θεοποιεί τους ανθρώπους, που διά της χάριτός Του μας μεταβάλλει σε «θεοὺς κατὰ μέθεξιν».


     Αυτό το υπερφυές γεγονός της επιφοίτησης του Παρακλήτου περιγράφουν τα τρία θεσπέσια τροπάρια των αίνων του Εσπερινού, του δ΄ ήχου, που θα παραθέσουμε. Αυτό ακριβώς το Πνεύμα εγκωμιάζουν οι κάλαμοι των υμνογράφων και Αυτού τη χάρη επικαλούνται εκ βαθέων όλοι οι πιστοί μαζί με το δοξαστικό, του πλ. β΄ ήχου, με το οποίο κατακλείουμε την παρούσα ανάρτηση:
     «Παράδοξα σήμερον
     εἶδον τὰ ἔθνη πάντα ἐν πόλει Δαυίδ,
     ὅτε τὸ Πνεῦμα κατῆλθε τὸ ἅγιον
     ἐν πυρίναις γλώσσαις,
     καθὼς ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ἀπεφθέγξατο.
     Φησὶ γάρ·
     Συνηγμένων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ,
     ἐγένετο ἦχος,
     καθάπερ φερομένης βιαίας πνοῆς,
     καὶ ἐπλήρωσε τὸν οἶκον,
     οὗ ἦσαν καθήμενοι·
     καὶ πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι
     ξένοις ῥήμασι, ξένοις δόγμασι,
     ξένοις διδάγμασι τῆς ἁγίας Τριάδος».

     «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
     ἦν μὲν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται,
     οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον,
     ἀλλ’ ἀεὶ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συντεταγμένον
     καὶ συναριθμούμενον.
     Ζωὴ καὶ ζωοποιοῦν·
     φῶς καὶ φωτὸς χορηγόν·
     αὐτάγαθον καὶ πηγὴ ἀγαθότητος·
     δι’ οὗ Πατὴρ γνωρίζεται
     καὶ Υἱὸς δοξάζεται
     καὶ παρὰ πάντων γινώσκεται,
     μία δύναμις, μία σύνταξις,
     μία προσκύνησις τῆς ἁγίας Τριάδος».

     «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
     φῶς καὶ ζωὴ καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά,
     Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως·
     ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν,
     ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τὰ πταίσματα.
     Θεὸς καὶ θεοποιοῦν·
     πῦρ ἐκ πυρὸς προϊόν·
     λαλοῦν, ἐνεργοῦν,
     διαιροῦν τὰ χαρίσματα·
     δι’ οὗ προφῆται ἅπαντες
     καὶ Θεοῦ ἀπόστολοι
     μετὰ μαρτύρων ἐστέφθησαν.
     Ξένον ἄκουσμα, ξένον θέαμα,
     πῦρ διαιρούμενον εἰς νομὰς χαρισμάτων».

     «Βασιλεῦ οὐράνιε,
     Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,
     ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν,
     ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν
     καὶ ζωῆς χορηγός·
     ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν
     καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος
     καὶ σῶσον, ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

(Σάββατο 13 Ιουνίου 1970) 

ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ
(1927–2007)



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους, τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ δι’ αὐτῶν, τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, Φιλάνθρωπε δόξα σοι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
τε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
ν πυρίναις γλώσσαις ταῖς Μαθηταῖς, ἐν τῷ ὑπερώῳ, ὡς ὑπέσχου ἐκ τοῦ Πατρός, ἔπεμψας Σωτήρ μου, τὸ συμφυές σου Πνεῦμα, καὶ τούτους τῆς σῆς δόξης, ῥήτορας ἔδειξας.




[ Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
«Λογική Λατρεία»
κεφ. 17ο, σελ. 128–131.
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας»
της Εκκλησίας της Ελλάδος·
Αθήνα, 19973.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου