Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΨΑΛΤΟΥ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΨΑΛΤΟΥ 


     Διηγήθηκε κάποιος Γέροντας:
     «Κάποτε ήρθαν και με προσκύνησαν τα δαιμόνια, ενώ έψελνα το Χερουβικό και είχα φθάσει στο «καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι». Έρχονται λοιπόν πέντε δαίμονες, ένας μεγάλος αξιωματικός με πηλίκιο και κάτι σήματα δαιμονικά γαλόνια και κέρατα που έβγαιναν δίπλα απ’ το πηλίκιο, και τέσσερις μικροί μαλλιαροί, και πέφτουν στα γόνατα μπροστά μου. Ο μεσαίος, ο αξιωματικός, είχε το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο μισολυγισμένο όπως οι καθολικοί και μου λέει: “Είσαι σπουδαίος ψάλτης! Είσαι θαυμάσιος! Είσαι άφταστος!”. Είχε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι άλλοι τέσσερις είχαν το κεφάλι κάτω. Εγώ, μονολόγησα: “Τα δαιμόνια θα μου πάρουν το μυαλό. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! Τον Κύριο και Θεό μας θα προσκυνήσουμε και Αυτόν μόνο θα λατρεύσουμε!”. Αμέσως, έγιναν άφαντοι. Κι όλα αυτά, εν ριπή οφθαλμού. Εγώ, αγρίεψα μέσα μου. Σκέφθηκα: “Αυτός που δεν δέχεται να προσκυνήσει τον Θεό και να πει ‘ελέησόν με ο Θεός’, ήρθε να προσκυνήσει εμένα και να με κάνει συμμέτοχο στην υπερηφάνειά του;”. Αγρίεψα και άρχισα να λέω το “Τριάδι” του Παπανικολάου. Μόλις τελείωσα, μου λένε οι πατέρες: “Τί, ‘Τριάδι’ ήταν αυτό! Πανηγύρι, μας έφερες!”. Λέω: “Καμμιά φορά, μας πιάνουν και τα μεράκια!”.
     Μετά την τράπεζα συναντώ στην αυλή ένα μοναχό αγιορείτη, όχι του Μοναστηριού, που ήταν παρών στην Λειτουργία. Τον χαιρέτησα και μου λέει:
     –Βρε, τί ήταν αυτό σήμερα! Τί, ωραία ψαλμωδία! Μας ανέβασες στον ουρανό. Νιώσαμε κατάνυξη.
     –Όχι, εγώ· ο πατήρ τάδε, του είπα.
     –Ποιός, “πατήρ τάδε”! Εσύ, η δική σου φωνή! και μου είπε και διάφορα επαινετικά λόγια.
     Τον βάζω μετάνοια και πάω να φύγω. Έρχεται ο σατανάς δίπλα μου· τον έβλεπα και μου λέει: “Όταν σου λέω εγώ, να μ’ ακούς! Είσαι άφταστος! Εσύ έπρεπε να πας να πάρεις δίπλωμα έξω και να είσαι και δάσκαλος!”.
     “Πίσω μου, δαίμονα!” του λέω. Τί ήθελα να ’ρθώ από δω να συναντήσω τον μοναχό και ν’ ακούσω όλα αυτά;
     Βγήκα έξω και κίνησα για τον κήπο. Ο διάβολος, από κοντά μου. Ενώ έβλεπα, βάδιζα, δεν ξέρω πώς, πήρε το πνεύμα μου ο σατανάς και με ανέβασε ψηλά, πολύ ψηλά και έβλεπα τον κόσμο σαν μυρμήγκια κάτω.
     –Εσύ, δεν είσαι τυχαίος, μου έλεγε ο σατανάς, εσύ δεν ξέρεις τί κουβαλάς!
     –Τί “κουβαλάω”, βρε σατανά;! Ό,τι “κουβαλάς” κι εσύ, “κουβαλώ” κι εγώ! Φύγε από κοντά μου! Θεέ μου! Βοήθησέ με! Τί είναι αυτό, σήμερα;! Θα μου πάρει τα μυαλά, ο σατανάς! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!
     Άρχισα να φουσκώνω από υπερηφάνεια, αλλά είχα και λίγο επίγνωση μέσα μου και είπα: “Θεέ μου, δεν θέλω τέτοιες επάρσεις!”.
     Μπαίνω στον κήπο, αυτός από κοντά. Αυτός τα δικά του, εγώ τα δικά μου. Δεν υπάρχει χειρότερο δαιμόνιο από το δαιμόνιο της υπερηφανείας. Προχώρησα πιο μέσα στον κήπο, μήπως και φύγει. Τίποτα. “Πάει”, είπα, “θα δαιμονισθώ!”. Τότε έπεσα στα γόνατα κάτω με το ράσο που φορούσα στην Εκκλησία και έκλαιγα. Δεν έδινα σημασία τί μου έλεγε ο σατανάς, εγώ τα δικά μου. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!”, δύο–δυόμισι ώρες είχα μέσα στον ήλιο. “Δεν θέλω”, έλεγα, “τέτοιες επάρσεις, τέτοιους λογισμούς. Εγώ θέλω, Χριστέ μου, να Σε προσκυνώ πάνω στον Σταυρό. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός και τίποτα παραπάνω”. Αυτός, έλεγε τα δικά του. Μούσκεψε το χώμα από τα δάκρυα, σαν να είχε τρέξει βρύση. Κάποια στιγμή, έφυγε εκείνο το νέφος και ο σατανάς μαζί. Κατάλαβα ότι προσγειώθηκα. Ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω τα πόδια του Εσταυρωμένου. Σηκώθηκα, ευχαρίστησα τον Κύριό μας και την Παναγία, έβαλα λίγες μετάνοιες και έφυγα κλαίγοντας.
     Έπειτα σκέφτηκα ότι, για να έρθουν να πειράξουν έτσι τα δαιμόνια τόσες φορές, κάτι βρήκαν μέσα μου. Φαίνεται ότι έγερνα προς τον εγωισμό. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και ταπείνωση!». 

[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 2ο μέρος («Περιστατικά»), σελ. 392–394, Άγιον Όρος 2011.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου