Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΤΗ ΤΩΝ ΙΒΗΡΩΝ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΤΗ ΤΩΝ ΙΒΗΡΩΝ
(Ζωή – Ψαλσίματα – Λειτουργίες) 


     Η Σκήτη των Ιβήρων ήταν πτωχική και πλούσια στην αλήθειά της. Μαρτυρική και αθόρυβη. Δεν προκαλούσε κανένα, σαν τον ταπεινό άνθρωπο που δεν έχει καμμία ιδέα για τον εαυτό του. Ήταν μια νησίδα γνησιότητος ξεχασμένη στη χαράδρα· μισή ώρα πάνω από τη Μονή Ιβήρων και μισή ώρα κάτω από το Καλύβι του Οσίου Γαβριήλ, που κρίθηκε άξιος να περπατήσει πάνω στη θάλασσα και να πάρει την Εικόνα της Παναγίας της «Πορταΐτισσας».
     Ζώντας εκεί, σύντομα διαπίστωνες τη φυσική χάρη και την πνευματική ζεστασιά που προσέφερε στους Σκητιώτες η ευφορία της περιοχής· η θεομητορική στοργή της «Πορταΐτισσας»· η ιδιαίτερη ευλογία των Οσιομαρτύρων της Σκήτης: Ιακώβου, Ιακώβου, Διονυσίου, Ευθυμίου, Ακακίου, Ιγνατίου, Προκοπίου και Ονουφρίου· και η αρχοντική συμπαράσταση των Γερόντων της Μονής των Ιβήρων. […]
     Τα καλύβια της Σκήτης ήταν χτισμένα με πέτρα και χώμα. Οι σκεπές με σχιστόπλακες, που έπρεπε να τις «περπατάς» κάθε καλοκαίρι, για να μη βάζουν νερό τον χειμώνα.
     Τα πιάτα και τα κανάτια του νερού και του κρασιού στο Κυριακό πήλινα. […]
     Σαν τις καστανιές και τις κερασιές που ευδοκιμούσαν χωρίς λιπάσματα και φυτοφάρμακα στη Σκήτη, οι μοναχοί της, απλοί και φυσικοί, τρέφονταν πνευματικά από την παράδοση του ιερού Τόπου. Οι περισσότεροι είχαν έλθει στη Σκήτη μικρά παιδιά. Οι παιδικές τους αναμνήσεις ήταν σκητιώτικες. Οι αρετές και οι ιδιοτροπίες τους παιδικές. Ήταν πλασμένοι και μορφωμένοι από τη ζωή της Σκήτης. Τα ελληνικά τους –αρχαία και νέα– τα είχαν μάθει διαβάζοντας το Ψαλτήρι και τους βίους των Αγίων. Η ζωή τους ήταν μια συμβίωση με τους Αγίους και την κτίση.
     Το ψάλσιμο του πατρός Ανδρέα μού θύμιζε το παραπονεμένο σφύριγμα του ανέμου στα δάση της καστανιάς.
     Όταν χτύπαγαν οι καμπάνες, απαντούσαν τα τσακάλια με τις φωνές τους στο δάσος. […]
     Ο π.Ανδρέας πέρασε την παιδική του ηλικία στη Σκήτη. Δεν γνώριζε σχεδόν γράμματα. Δεν έμαθε μουσικά. Είχε όμως μουσικό αυτί και λεπτή ψυχή. Ρούφηξε σαν σφουγγάρι τους ήχους και το μέλος των παλαιών ψαλτάδων. Έμαθε το ψάλσιμο ενστικτωδώς, χωρίς να κάνει κανένα λάθος, όπως μαθαίνει ένα παιδί τη μητρική του γλώσσα σωστά, χωρίς να διδάσκεται γραμματική και συντακτικό.
     Είχαν περάσει τα χρόνια. Άρχισαν να του πέφτουν τα δόντια. Έτρωγε φράσεις και λέξεις από τα τροπάρια. Δεν έχανε όμως ποτέ τον ήχο, έζωσε ακέραιο τον χρόνο. Και τον παρακολουθούσες ευχάριστα, αποκρυπτογραφώντας πάντοτε τα λόγια του ύμνου, όπως ευχάριστα διαβάζεις καλλιγραφημένο χειρόγραφο ή λειτουργικό βιβλίο φθαρμένο από τον χρόνο.
     Το ψάλσιμο του π.Ανδρέα, σου μετέφερε κάτι από το κλίμα των μεγάλων δασκάλων της ψαλτικής· και από το κλάμα του μικρού παιδιού. Στάλαζε μέσα σου ανάπαυση που δέχονται άνωθεν αυτοί που υπέμειναν καρτερικά τον πόνο.
     Η χάρις και η αλήθεια που υπήρχε στη Σκήτη (και έκανε να μιλά όλος ο χώρος, τα καλύβια, τα καλντερίμια, οι ξερολιθιές, οι χορταριασμένες σκεπές) απέρρεε από τη χάρη και την αλήθεια του Κυριακού Ναού –που είχε την καθαρότητα και ευωδία αγίου λειψάνου– και από τις ακολουθίες του. […]  
     Όταν παρακολουθούσες τις Λειτουργίες των εκεί Σκητιωτών Πατέρων, μετείχες στο μυστήριο της μελλούσης ζωής, τρεφόσουν σαν διψασμένη γη υπό βροχήν εκούσιον. Και όταν λειτουργούσες με τη δική τους ψαλμωδία, ένοιωθες να περιβάλλεσαι όντως από «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα» (πρβλ. Εβρ. α΄ 14). Ένοιωθες σαν το πλεούμενο σε ανοιχτή θάλασσα, που το βρίσκει ούριος άνεμος και το οδηγεί κατ’ ευθείαν στον προορισμό του. Ήταν δωρεά του Πνεύματος το να συλλειτουργείς και να συζείς στη Σκήτη μαζί τους!
     Όταν έψαλλαν ή λειτουργούσαν, έκαναν το κύριο έργο για το οποίο βρίσκονταν στο Άγιον Όρος. Και όταν έσκαβαν τα κήπια, δούλευαν με την ίδια προσοχή και αφοσίωση. Γι’ αυτό, παρακολουθούσες άνετα τις ακολουθίες τους, όπως συζητούσες μαζί τους για τους κήπους και τον καιρό.
     Δεν ήθελαν κανένα να εντυπωσιάσουν, ούτε να διδάξουν κάποιον άλλον –δεν νόμιζαν ότι μπορούσαν κάτι τέτοιο· γι’ αυτό, δίδασκε η διαγωγή και το ήθος τους στην εκκλησία και στη δουλειά. Σε βοηθούσαν να απλουστεύσεις τη ζωή σου και να απλώσεις ρίζες στην Παράδοση.
     Η όλη ζωή της Σκήτης είχε βλαστήσει σαν τα αγριολούλουδα που βγαίνουν μόνα τους, τα βλέπει ο ήλιος, τα θωπεύει ο άνεμος. Δεν φυτεύονται, δεν ποτίζονται από χέρια ανθρώπινα. Δεν στολίζουν βάζα σαλονιών.
     Είχε έναν αέρα ανέγγιχτης αλήθειας και κάλλους η αρχιτεκτονική της Σκήτης και η συμπεριφορά των μοναχών της…

ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ (ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ)
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ

[(1) Αρχιμ. Βασιλείου: «Κάλλος και ησυχία στην Αγιορείτικη Πολιτεία», σελ. 74–82, Ιερά Μονή Ιβήρων, Άγιον Όρος, Δεκέμβριος 1999· (2) Στην φωτογραφία: σύγχρονο τερπνό έργο του Κωνσταντίνου Κερεσετζή από την Αθωνική φύση.]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου