Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΧΙΟΝΟΛΕΥΚΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ…

ΤΟ ΧΙΟΝΟΛΕΥΚΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ… 


     Ο Στάρετς Παρθένιος (1790–1855) της Κίεβο Πετσέρσκαγια Λαύρας, από μικρό παιδί ευλαβείτο και αγαπούσε τον Παράκλητο, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Στα εφηβικά του χρόνια, μάλιστα, απόλαυσε μια ιδιαίτερη επίσκεψη της χάριτός Του.
     Διηγιόταν αργότερα ο ίδιος:
     «Επιστρέφαμε με τον αδελφό μου από το σχολείο στο σπίτι. Ήταν η περίοδος των διακοπών. Η απόσταση ήταν μεγάλη και μας βρήκε η νύχτα. Σταθήκαμε λοιπόν κάπου να ξεκουραστούμε. Ξαπλώσαμε κατά γης, κάτω από τον απέραντο ουρανό. Η βραδιά είχε πολύ ξαστεριά, και για αρκετή ώρα δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Δεν γνωρίζω γιατί μέσα στην ψυχή μου υπήρχε μία ανείπωτη χαρά. Κοίταζα ψηλά τον ουρανό με τ’ αναρίθμητα αστέρια του, όταν ξαφνικά βλέπω ένα περιστέρι, λευκό σαν το χιόνι, να έρχεται προς το μέρος μου. Απόρησα. Πού βρέθηκε το περιστέρι αυτό; Μήπως ήταν δικό μας; Μα, εμείς, δεν είχαμε στο σπίτι μας περιστέρια. Αλήθεια, πόσο όμορφο ήταν! Το κοίταζα και δεν χόρταινα να το βλέπω. Δεν πετούσε εδώ κι εκεί. Βρισκόταν ακριβώς από πάνω μου. Άλλοτε υψωνόταν και άλλοτε χαμήλωνε.
     Ξύπνησα γρήγορα τον αδελφό μου, που κοιμόταν πλάϊ μου.
     –Κοίτα, του είπα, βλέπεις ένα περιστέρι;
     –Ποιό περιστέρι; Πού είναι;
     –Νά, το! Φτερουγίζει από πάνω μου!
     –Όχι, αδελφέ μου! Δεν βλέπω τίποτε. Εσύ, φαίνεται, παραμιλάς στον ύπνο σου.
     Εκείνος, γύρισε από το άλλο πλευρό και κοιμήθηκε. Εγώ όμως, ως τα χαράματα, δεν απομάκρυνα τα μάτια μου από τον βραδινό επισκέπτη. Θεία χαρά, είχε πλημμυρίσει την ψυχή μου!
     Μόλις ξημέρωσε, το Περιστέρι χωρίς να πετάξει, ξαφνικά έγινε άφαντο! Από τότε όμως απλώθηκε στην καρδιά μου θεία γλυκύτητα και άναψε ο πόθος για κάτι υπερκόσμιο. Κανένα γήινο πράγμα δεν με γοήτευε. Όλα, μου παρουσιάζονταν αντιπαθή και ψυχρά. Φαινόταν πως δεν θα μπορούσα πια να παραμείνω στον κόσμο».
     Το γλυκύτατο αυτό όραμα ποτέ δεν μπορούσε να ξεχάσει ο Στάρετς. Μάλιστα, σε μια προσευχή δοξολογίας προς το Πανάγιο Πνεύμα, γράφει:
     «Απερίγραπτε Παράκλητε,
     που εκπορεύεσαι από τον Πατέρα
     και αναπαύεσαι στον Υιό,
     στήσε μέσα μου
     τον ναό της μεγαλωσύνης Σου.
     Θυμάμαι την εμφάνιση
     της γαλήνιας και απαλής χάριτός Σου,
     στην νεανική μου ακόμη ηλικία,
     που με την μορφή του Περιστεριού,
     επισκέφθηκε εμένα
     τον οκνηρό και αμελή…».
     Ύστερα από το περιστατικό αυτό, ο νεαρός, τότε, Στάρετς Παρθένιος κόβει αποφασιστικά τους δεσμούς του με τα γήινα ενδιαφέροντα και αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον κόσμο. Από τότε, πολύ συχνά πηγαίνει στο δάσος που βρίσκεται κοντά στο χωριό του, ασκώντας εκεί την σιωπή και βυθιζόμενος στην σκέψη του Θεού και, με την απερίσπαστη προσευχή, απολαμβάνει την γλυκειά παρουσία Του…

[«Ο Στάρετς Παρθένιος», κεφ. 1ο, σελ. 13–15, εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1985.] 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου