Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΟΣΙΑ ΣΟΦΙΑ, Η ΕΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ (†6/5/1974)

 ΟΣΙΑ ΣΟΦΙΑ, Η ΕΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ (6/5/1974)
–Μαρτυρίες, αναμνήσεις, περιστατικά– 


     Η κ.Κυριακή Κ., μαρτυρεί για το παρακάτω γεγονός: Ήταν ένα παιδί από την Πτολεμαΐδα, ο Πάνος Η., που ήθελε να γίνει μοναχός. Πήγε και στο Άγιον Όρος και έκατσε πέντε χρόνια, αλλά δεν μπόρεσε να μείνει να γίνει μοναχός. Είχε το δαιμόνιο της ακαταστασίας. Γύρισε και πήγε στην Σοφία. Έκατσε δεκαπέντε μέρες και πάλι σηκώθηκε να φύγει. Η Σοφία μόλις τον είδε, του λέει: «Πού θέλεις να πας; Κάθησε εδώ!». Και, απευθυνόμενη στους δαίμονες που έβλεπε, έλεγε: «Αφήστε το παιδί! Τί, το θέλετε; Κολαστήκατε εσείς, θέλετε να κολάσετε και το παιδί;». Και, παίρνοντας ένα ξύλο, χτυπούσε τα αόρατα για τους άλλους πνεύματα. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι έβλεπαν τους δαίμονες και νόμιζαν ότι κτυπάει το παιδί. Ακόμη και ο ίδιος ο Πάνος έλεγε: «Αυτή, είναι τρελλή! Με σάπισε στο ξύλο!».

     Κάποτε στο Μοναστήρι έγινε μεγάλος πειρασμός. Σκότωσαν μία γριά που καταγόταν από το Βογατσικό, Ξανθίππη τ’ όνομά της. Μετά, την πέταξαν κάτω από το γεφύρι, κοντά στον Άγιο Πρόδρομο. Η Οσία Γερόντισσα Σοφία, σίγουρα γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Ήρθε ο εισαγγελέας, έκαναν ανακρίσεις, την πήγαν στην Καστοριά, την απείλησαν με φυλάκιση για ν’ αποκαλύψει τους φταίχτες· λέγεται μάλιστα ότι της έδωσαν και πολύ ξύλο. Η δωρική απάντηση της Αγίας προς τον εισαγγελέα, ήταν η εξής: «Και φυλακή να με βάλεις, δεν ξέρω–δεν είδα!». Δεν είπε κουβέντα. Όταν γύρισε πίσω, επειδή δεν μαρτύρησε και σιωπούσε, την έδιωξαν από το Μοναστήρι με άσχημο τρόπο. Ξεκίνησε τότε να φύγει πικραμένη. Αλλά, βγαίνοντας διακόσια μέτρα από το τείχος του Μοναστηριού, έπεσε πάνω της μία αφύσικη ομίχλη και της έκλεισε τον δρόμο. Και μαζί ακούστηκε η φωνή της Παναγίας: «Σοφία! Γύρισε πίσω και κάνε υπομονή!». Ο φονιάς αργότερα συνελήφθη για άλλο του έγκλημα και κλείστηκε φυλακή. Εκεί, πριν ξεψυχήσει, ομολόγησε και τον πρότερο φόνο της Ξανθίππης.

     Ο κ.Γιάννης Κ., δικηγόρος από την Πτολεμαΐδα και καταγώμενος από το Μηλοχώρι, θυμάται: «Το 1953–54, μαζί με την γιαγιά μου την Συμέλα πηγαίναμε με τα πόδια από το χωριό μας το Μηλοχώρι στο Μοναστήρι της Παναγίας στην Κλεισούρα, κυρίως όταν δεν είχαμε αγροτικές εργασίες. Μέσα στο Ιερό, εμάς τα παιδιά, η Γερόντισσα Σοφία, μας ήθελε πεντακάθαρα και μάλωνε τις μαννάδες αν δεν είχαν καθαρά τα παιδιά τους. Πολλές φορές μας έπαιρνε και ανεβαίναμε στο μικρό ασκηταριό της Αγίας Τριάδας που βρίσκεται πάνω από το Μοναστήρι της Παναγίας. Σ’ αυτό το ανέβασμα οι μεγάλοι κουράζονταν γιατί αυτή πήγαινε πολύ γρήγορα, αν και ήταν γριά και διπλωμένη στη μέση· το μέτωπό της ακουμπούσε στα γόνατα! Τα παιδιά γελούσαν με τις διάφορες “υπερβολές” και το πρόχειρο ντύσιμό της. Άλλες φορές, μας έδινε κι από καμμιά καραμέλα, πράγμα σπάνιο για εκείνα τα χρόνια».

     Στο ασκηταριό της Αγίας Τριάδας, ούτε τριακόσια μέτρα μέτρα από το Μοναστήρι, σε ευθεία γραμμή, αλλά με ανάβαση σχεδόν κατακόρυφη, «ζικ–ζακ», η Σοφία ανέβαινε πρωΐ–βράδυ για ν’ ανάψει το καντήλι. Έλεγε πως το εκκλησάκι αυτό «είναι το σπίτι του Πατέρα» (του Θεού–Πατρός)· ενώ το Μοναστήρι «είναι της Κυρίας και του Κυρίου» (του Χριστού και της Θεοτόκου). Όταν την ρωτούσαν «πώς και τα καταφέρνει και ανεβαίνει τόσο γρήγορα, γριά–γυναίκα;», απαντούσε: «Η Παναγία μ’ ανεβάζει!».
     Μερικοί μαρτυρούν πως την έβλεπαν συχνά ν’ ανεβαίνει ή να κατεβαίνει στο βουνό χωρίς να πατάει στη γη· πετούσε! Αυτό το πέταγμα θυμίζει εκείνον τον θαυμάσιο λόγο του Προφήτη Ησαΐα που λέει για τους ένθεους ανθρώπους της Χάριτος: «Οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Θεόν, ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσοντες ὡς ἀετοί, δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσιν, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσιν» (Ἠσ. μ΄ 31). Μερικές φορές, όταν την ρωτούσαν «πώς ανέβηκε τόσο γρήγορα;», ενώ αυτούς κυριολεκτικά τους «είχε βγει η ψυχή», έλεγε με φυσική απλότητα: «Με πήρε ο Προφήτης Ηλίας στο άρμα του και μ’ έφερε ως εδώ!».

     Μέσα στην εκκλησία του Μοναστηριού, συνήθως δεν άφηνε άλλον να διακονήσει. Στο Ιερό, γυναίκα δεν πλησίαζε. Κατά το Πανηγύρι της Παναγίας –στις 8 Σεπτεμβρίου– η Σοφία δεν παρουσιαζόταν ούτε στα τραπέζια με τους επισήμους ούτε στον κόσμο· ή κρυβόταν στο δωμάτιό της ή κούρνιαζε σε καμμιά γωνιά. Όταν όμως σουρούπωνε, άρχιζε το δικό της διακόνημα: Το πάτωμα –Σεπτέμβριο μήνα– με τα πρωτοβρόχια και με τους προσκυνητές, γέμιζε χώματα, κεριά, λάδια. Τότε η Σοφία κλείδωνε από μέσα την πόρτα και, μέχρι τα ξημερώματα, εντελώς μόνη της, σκούπιζε ολόκληρο τον ναό. Το πρωΐ, η εκκλησία έλαμπε από καθαριότητα! Πολλοί που την παρακολουθούσαν, την έβλεπαν πάνω στην καρέκλα να στέκεται όρθια «σαν λαμπάδα», για ν’ ανάψει τα καντήλια. Αργότερα, παράγγειλε μια ξύλινη σκάλα, ειδική, ώστε να διευκολύνεται κάπως στην εργασία της· μάλιστα, την πλήρωσε η ίδια, όπως θυμούνται πολλοί.

     Παλαιός Ηγούμενος της Αγίας Παρασκευής Μηλοχωρίου (και ήδη μακαριστός) Αρχιμανδρίτης πατήρ Δαμιανός Μαυρίδης και, μαζί του και άλλοι, την ρωτούσαν κάπως περιπαικτικά: «Σοφία, όταν περπατάς, πηγαίνεις σκυφτή· κι όταν ανάβεις τα καντήλια, πώς μπορείς και σηκώνεσαι όρθια; Πώς γίνεται αυτό;». Κι εκείνη, απαντούσε: «Δεν ξέρω! Όταν είναι ν’ ανάψω τα καντήλια, θαρρείς και η Παναγία με τραβάει και σηκώνομαι όρθια!». Με ιδιαίτερη ακρίβεια και οξυδέρκεια επιλέγει ο μακαριστός π.Δαμιανός: «Στην Σοφία, συνοψίζονται τρία σπουδαία χαρακτηριστικά: α) Η μοναδικότητα του φαινομένου της· β) Η αποδοχή από τους ντόπιους· και, γ) Το ακατάκριτον του βίου της. Τους άνδρες η Οσία του Θεού τούς συμβούλευε να κρατούν κομβολόγια».

     Σύμφωνα με την μαρτυρία της κ.Τασούλας Κ., όταν η ίδια ήταν μικρή, μαζί με άλλα παιδιά φιλοξενούνταν στον ξενώνα του Μοναστηριού της Παναγίας. Την νύκτα έκλειναν τα μικρά την πόρτα για να κοιμηθούν. Κατά τις 3 μετά τα μεσάνυχτα, η Σοφία πήγαινε να δει αν κοιμούνται· τα σκέπαζε στοργικά, τα σταύρωνε και, αν ήταν ξύπνια, τα έλεγε να μην κλείνουν την πόρτα, «γιατί η Παναγία γυρνάει την νύκτα στο σπίτι Της και θα περάσει να τα ευλογήσει». Μερικά παιδάκια γελούσαν ακούγοντας ότι τάχα «θα έρθει η Παναγία». Η «γιαγιά» Σοφία, όμως, με ένα αυστηρό βλέμμα τα έλεγε «να μη γελούν» και τα βεβαίωνε για την νυκτερινή επίσκεψη της Παναγίας. Ύστερα, φεύγοντας, άφηνε πάντα την πόρτα ανοικτή.

     Ο πολιός λευΐτης της Κλεισούρας, ο π.Νικόλαος Μήτρας, γράφει για το προορατικό χάρισμα της Οσίας Σοφίας: «Γνώριζε τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, τον καθένα με τ’ όνομά του από κάθε περιοχή –Πτολεμαΐδα, Αμύνταιο και εμάς από την Κλεισούρα– ωσάν παιδιά της. Ακόμα και στα γεράματά της, ήταν αγράμματη αλλά φωτισμένη με την χάρη της Μεγαλόχαρης. Και, το περίεργο· να τους διηγείται όσα αυτοί της κρατούσαν κρυφά! Τους έλεγε: “Μη μου κρύψετε τίποτε! Εγώ ξέρω γιατί και για ποιούς λόγους ήρθατε! Γνωρίζω το ψέμμα και την αλήθεια!...”. –Ήταν το κάτι άλλο!».

     Ο μακαριστός π.Δαμασκηνός Μοναχός Παντοκρατορινός (μοναχός εξ εγγάμων, κατά κόσμον Αριστείδης Χατζηπαναγιωτίδης από την Πτολεμαΐδα, υπερπολύτεκνος πατέρας και οικογενειάρχης, ένας αρχοντικός άνθρωπος της Παράδοσης, αλησμόνητος καλλικέλαδος ιεροψάλτης, κουμπάρος και εν πολλοίς συνοδοιπόρος του μακαριστού αγίου Γέροντος πατρός Ευσεβίου Βίττη), σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Είχαμε πάει μία φορά στην Πανήγυρη και μας είπε η Γερόντισσα Σοφία: “Τώρα που θα βγείτε έξω, θα δείτε τρεις προσκυνητές που έρχονται με τα άλογα”. Και, πράγματι, δεν πέρασαν δέκα λεπτά και φάνηκαν να έρχονται τρεις προσκυνητές με τα άλογά τους. Μία άλλη φορά, πήγαμε με τον αδελφό μου Ηλία και τους φίλους του και η Γερόντισσα Σοφία έκοψε ένα μεγάλο καρπούζι και μας έδωσε από μία φέτα και κράτησε μία φέτα και είπε: “Αυτήν, θα την δώσω στον άλλον”. Εμείς τότε είπαμε ότι “δεν υπάρχει άλλος”, αλλά είχαμε ξεχάσει τον Ηλία και τον είδαμε αργότερα να κατεβαίνει από το βουνό. Η Σοφία, είχε προορατικότητα! […] Πήγαινα με τους φίλους μου από όταν ήμουν παιδί 12 ετών, κάθε χρονιά με τα πόδια, απόσταση τεσσάρων ωρών. Όταν αργότερα που έμαθα να ψάλλω, πήγαινα τακτικά στην Πανήγυρη των Γενεθλίων της Θεομήτορος, στις 8 Σεπτεμβρίου, μόλις μ’ έβλεπε η Γερόντισσα, μου έλεγε: “Έρθες, πουλί μ’, να ψάλτς την Παναγίαν, να λελεύω την λαλίαν σ’!”. Νύχτα–μέρα, καλοκαίρι–χειμώνα, ξυπόλητη πάνω στο πλακόστρωτο. Πολλάκις χωνόταν μέσα στο τζάκι. Κι όταν ανεβαίναμε στο φορτηγό αυτοκίνητο, μας ξεπροβοδούσε και συνέχεια έκανε τον σταυρό της».

     Λίγο καιρό πριν πεθάνει, έλεγε συνέχεια η Ασκήτρια της Κλεισούρας: «Εγώ θα φύγω, αλλά σε λίγο καιρό μεγάλο κακό θα γίνει στην Πατρίδα!». Όταν έγιναν τα γεγονότα της Κύπρου, στις 20 Ιουλίου 1974, οι μαθητές της κατάλαβαν την προφητεία.
     Άλλη φορά, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάδα, γέμισε ξένο κόσμο. Προσπαθούν να φάνε την Ελλάδα. Κακός κόσμος λέρωσε την Ελλάδα. Θα ’ρθεί ώρα, που ο Θεός θα τους κοσκινίσει για να ξεχωρίσει το σιτάρι από το κριθάρι, από τα κρεμμύδια και τα σκόρδα και την βρωμιά. Αν έχουμε πίστη και αγάπη, ο Θεός θα μας γλυτώσει!». Μήπως κάτι τέτοιο δεν ισχύει σήμερα;

     Έξι Μαΐου, το 1974, πέντε η ώρα, ξημερώνοντας Δευτέρα, μνήμη του Αγίου Ιώβ του Πολυάθλου, εκοιμήθη η μακαρία και η «ἐν Ὁσίαις» δούλη του Θεού, Σοφία Χοτοκορίδου. Είχε από μέρες λάβει πληροφορία για την κοίμησή της και με πολλή ταπείνωση έλεγε χαριτωμένα στα ποντιακά: «Θα φύγω! Ήρθε το μήνυμα!». Τρεις μέρες μετά το τέλος της, την μετέφεραν στο κελλί, στο επάνω πάτωμα. Στο κορμί της δεν είχε μείνει σάρκα· μόνον κόκκαλα που πονούσαν. Κρύωνε και αναγκαστικά άναψαν τζάκι. Αλλά η καμινάδα ήταν βουλωμένη, γιατί είχαν κάνει μέσα στις σωλήνες τις φωλιές τους οι καρακάξες. Ο καπνός από την φωτιά και το θέαμα της Σοφίας σε έκαναν, θέλοντας και μη, να κλαις. Και αυτή παρέμενε στοργική και γλυκομίλητη. Όλη την ζωή της την πέρασε καλογερικά και, ίσως, πιο σκληρά και από κανονική Μοναχή· σαν ασκήτρια με μεγάλη ανδρεία, με τέλεια ακτημοσύνη, σωφροσύνη και υπακοή στον λόγο της Κυρίας Θεοτόκου. Μόλις παρέδωσε την τελευταία της πνοή, το καμπουριασμένο και πολύπαθο σώμα της, ήρθε και ίσιωσε. Την ετοίμασαν και το λείψανο ήταν ζεστό· δεν είχε παγώσει. Την βάλανε καθαρά ρούχα, που τα είχε από χρόνια ετοιμάσει και τα είχε φυλαγμένα γι’ αυτήν την ώρα. Είχε αγορασμένο και το «κρεββάτι» όπως λέγεται το φέρετρο σ’ εκείνα τα μέρη. Το τίμιο λείψανό της, μέχρι και την ταφή, την επομένη 7 του μηνός, ήταν τελείως εύκαμπτο: «ξένον πάσης νεκρικῆς ἀκαμψίας». Μάλιστα, την ώρα που ήταν να την κατεβάσουν στο μνήμα, την σήκωσε στα χέρια ο Νικόλαος Σ., λέγοντας: «Άμα λυγίσουν τα χέρια και τα πόδια, δείχνει ότι δεν έχει αμαρτία, ότι η Σοφία αγίασε». Και όταν την σήκωσαν για να την εναποθέσουν στον τάφο, λύγισαν όχι μόνον τα χέρια αλλά και τα πόδια της!... 


     Όλη της η ασκητική και υπερθαύμαστη ζωή συνηγορεί και επισφραγίζει τα μεστά λόγια της· λόγια, που είναι πολύτιμη βακτηρία και θαλπωρή για τις δικές μας ψυχές, σήμερα:

«Πολλὰ ὑπομονήν· πολλὰ ὑπομονήν».

«Νὰ σκεπάζετε, νὰ σᾶς σκεπάζ
ὁ Θεός».

«Νὰ εἶσθε ἐλεύθεροι· ἡ ψυχὴ νὰ φεύγ
ἀπάνω».

«Οἱ ταπεινοὶ θὰ κερδίσουν τὸν Παράδεισον».

«Οἱ νέοι νὰ βάλουν στὸν νοῦ τους τὰ παντάψηλα τοῦ Θεοῦ λόγια. Τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, σὰν τριαντάφυλλα νὰ εἶναι μέσα εἰς τὴν καρδίαν».

«Τὸ στόμα νὰ γίν
βασιλικὸς καὶ τριαντάφυλλον».

«Ὁ Θεὸς περιμένει, περιμένει!».

«Πολλὰ λόγια νὰ μὴ λέτε· λίγα καὶ εὐλογημένα».

«Νὰ ἀγαπᾶτε τὸν Θεὸν
καὶ ἡ καρδία σας νὰ λάμπ ὡσὰν τὸν ἥλιον».

Η θεοπειθής οσιακή της πρεσβεία, να συνοδεύει τα βήματα όλων και να θερμαίνει τις ψυχές μας με το γλυκό και ανέσπερο φως της θαυμαστής βιοτής της! Αμήν. 



[Από το βιβλίο της Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας: «Σοφία, η Ασκήτισσα της Παναγίας», μέρος β΄, κεφ. 10ο, 11ο, 14ο–15ο, 18ο, σελ. 128–129, 135–138, 149–150, 167· μέρος γ΄, κεφ. 1ο, σελ. 171· μέρος δ΄, σελ. 212–128, Κλεισούρα Καστοριάς, Αύγουστος 20053.] 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου