Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

ΑΓΑΠΗ – ΑΓΑΠΙΣΜΟΣ – ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ


ΑΓΑΠΗ – ΑΓΑΠΙΣΜΟΣ – ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ 


     Ανοίγω με ενδοιασμό τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς προς τον ορίζοντα του κόσμου. Του κόσμου μου. Στέκομαι με σιγή στην βαβελική κρίση που δεσπόζει ψευτοπανηγυρικά παντού. Βλέπω, αισθάνομαι και βιώνω. Και αποπειρώμαι να βάλω κάθε εντύπωση και αίσθημα στα μικρά βαγόνια των λέξεων. Σε αυθόρμητες φράσεις για να κυλήσουν στις ράγες της ειλικρίνειας. Στην αντίληψη, που βαστά δύο κουπιά: το ένα της κατανόησης και το άλλο της εμβάθυνσης.

     Η αρρώστια της άκρατης «αγαπολογίας» σάρωσε και ρήμαξε τα πάντα, σήμερα. Φαίνεται να πολιορκεί και αυτό το dna της υγιούς πνευματικότητας, που είναι γεμάτο ανδρεία και έμπνευση. Αλλά ποιές σχέσεις κρατάνε ανδρεία, έμπνευση, σύνεση, ευγένεια και ευθύτητα, αλήθεια και διάκριση;

     Σήμερα, ο ένας «αγαπάει» τον άλλον· όλοι «αγαπιούνται» μεταξύ τους και τάζουν «αγάπη» στους γύρω τους· πέφτουν σύννεφο τα «μου» και τα «σου» –όλα τα ανειλικρινή, επίπλαστα και ανεδαφικά κτητικά της ανομολόγητης αποξένωσης. Πέφτει ραγδαία η βροχή από όλα τα χαζοϋποκοριστικά («καντηλάκι», «λαδάκι», κρεμμυδάκι», «ματάκι» και «καρδούλα») και, στο τέλος, γίνεται πάντα αυτό θέλει το μίσος, η απέχθεια, η ζηλοφθονία, η κατάκριση, η καταλαλιά, η περιέργεια, η υπονόμευση, ο δόλος, η υποκρισία, η αγένεια και η βλακεία της αβάθειας και χαρωπότητάς μας.

     Είμαστε τόσο χαρωποί τελικά, που το κενό που φιλοξενούμε μέσα μας δραπετεύει από εμάς με αγανάκτηση. Μεταλλάχθηκε ολόκληρη η φυσιολογία της αγάπης μας σε αγαπισμό. Πολιτική και ρητορική της ελαφρότητας. Σε ένα σύστημα αλληλο–χαϊδευτικής ηλιθιότητας, γιατί αυτό βολεύει την εγωικότητά μας. Στις αψηλάφητες φλέβες μας, δεν τρέχει ούτε ο τρόπος ούτε ο χρόνος ούτε η θυσία ούτε η συμπάθεια ούτε το δόσιμο ούτε ο στεναγμός της αγάπης. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν κουραστήκαμε να στέλνουμε άπειρες κόκκινες καρδούλες από την ενδοχώρα του μονώτατου εαυτού μας.

     Σήμερα φτάσαμε στο σημείο να «αγαπάμε» μόνο με το βλέμμα. Με το βλέμμα της φυγής, της βιασύνης, της γρηγοράδας, της επιδερμικότητας και της απονιάς. Και μόνο που ευαρεστούμε να ρίξουμε μια στιγμιαία ματιά στον «άλλον», αυτό ισοδυναμεί και ισοζυγιάζεται με την αγάπη. Ποιά αγάπη; Την αγάπη της ιδέας και της σοφιστείας. Του στοχασμού και του οίστρου. Καλύτερα θα ήταν να μην κοιτάμε και να μην ακούμε κανέναν για να αρχίσουμε να αισθανόμαστε κάπως την αγάπη. Μόνους, μας περιμένει το νήμα και το νόημα. Όλα κάποτε επιστρέφουν στην ρίζα, στο βάθος και την ησυχία του εαυτού μας. Θέλουμε δεν το θέλουμε.

     Βλέπετε ένα περίτεχνο αλλά βαριά καταθλιπτικό καλλιτεχνικό ποίημα, αυτό, θα το «προσκυνήσουν» όλοι ανυπερθέτως, ραίνοντάς το με εγκώμια και εκθειασμούς. Άσχετα, εάν είναι παράγωγο μιας σαλεμένης και μπερδεμένης ψυχής.

     Όταν έρχεται ο λόγος της Εκκλησίας, των Πατέρων, των βιωμάτων που καθαίρουν και αναγεννούν, τότε, εγείρονται φοβερές απωθήσεις που φανερώνουν το μέγεθος της πτωτικότητας και άρνησης. Έχουμε και συντηρούμε βάθρα ηθικιστικού ή αυτείδωλου «ύψους», που καταρρέουν άρδην με την αλήθεια, με τον εκκλησιαστικό λόγο που οπωσδήποτε δεν «βολεύει», αλλά αναπλάττει και αφυπνίζει. 

     Όλην την αγάπη, την επιείκεια, τον στηριγμό, την τόνωση και την ανάπλαση, θα την βρούμε να μας «περιμένει» στον αιώνιο και ακατάλυτο λόγο του Ευαγγελίου, της Εκκλησίας, των Πατέρων και των εμπειριών που στάζουν ευγένεια και αρχοντιά Θεού. Μάλαμα και φέγγος αθανασίας! Χρυσοΰφαντο γλυκασμό χαράς, καρδιοαναστάσιμη ζωή! Και εκτός από τον «λόγο», οπωσδήποτε, υπάρχουν και οι ακέραιοι, οι χαριτωμένοι και παραδείσιοι άνθρωποι αυτού του «λόγου». Του λόγου και της πράξης της αγάπης που μένει στον αιώνα, και αφθαρτίζει εμάς και την ζωή μας.


     Μα, γίνεται να υπάρχει αγάπη, δίχως καρδιακό πένθος; Δίχως αυτομεμψία; Δίχως μεταμέλεια και μετάνοια; Αν δεν «δω», με την Χάρη, την σύναρση και το έλεος του Θεού, «ποιός» είμαι και «πόσο» άθλιος είμαι, πώς και ποιόν να αγαπήσω; Με ποιες δυνάμεις και απαντοχές και ποιες προϋποθέσεις; Με τις αδυνατότητες και την ανημποριά του ευόλισθου, του ασταθή και αχυρένιου εαυτού μου; Αν δεν έρθω πρόσωπο με πρόσωπο με την ενδόμυχη πλοκή των ιδίων παθών, πως θα δυνηθώ να υπάρξω έμπρακτος και ισχυρός στην αγάπη;

     Ποιός μας φταίει που ταυτίσαμε το ιερό πένθος με την κατάθλιψη και την νεύρωση; Αλλά είμαστε τόσο άπταιστοι και αλάθητοι όλοι, που το να βρεθεί κάποιος που να «φταίει», πραγματικά «ἐργώδες ἐστι». Ίσως να φταίει ο Θεός! Ο Θεός που, τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, παρά είναι «μυστικός», «βαρύς» και «αγέλαστος» και μας «παιδεύει» με όλες αυτές τις ανεδαφικές «νηπτικότητες». Ποιός μας φταίει που μεταλλάξαμε την ζωή της Εκκλησίας σε προτεσταντικό γήπεδο γκολφ με αγωνίσματα γεμάτα χάρη και χειροκροτήματα και άλυπο ή άμοχθο φρόνημα; Και όμως! «Η πάντων χαρά», μας θυμίζει πάντα η Εκκλησία, είναι μονάχα ο Κύριος. Καθώς και η Αλήθεια και η Ζωή. Και πάντα η Οδός. Η οδός της Αγάπης που τόσο διψά η ψυχή μας. Και μαζί της, ολάκερος ο κόσμος… 

πατὴρ Δαμιανὸς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου