Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

ΠΟΝΟΣ, ΚΛΑΜΑ, ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

ΠΟΝΟΣ, ΚΛΑΜΑ, ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ 


     Όταν βασανιζόμαστε μέχρις απελπισίας, βασανίζεται μέσα μας ο παλαιοδιαθηκικός άνθρωπος. «Ο άδης ανοίγει ορθάνοιχτο το στόμα του» σ’ αυτόν. Εδώ θεωρούνται βέβαια η Παλαιά Διαθήκη και η Καινή Διαθήκη όχι ως δύο ιστορικές εποχές που διαδέχθηκαν η μία την άλλη, αλλά ως ένα διπλό γεγονός, ως μία διπλή κατάσταση που η μία διαφέρει από την άλλη. Στο βαθμό που το σύστημα απονομής δικαιοσύνης έχει τον χαρακτήρα της ποινής και της εκδικητικότητος, είναι παλαιοδιαθηκικό. Το ίδιο και η τάση μας για ευμάρεια με το πνεύμα του Αβραάμ και του Ιακώβ. Είναι χαρακτηριστικό του ειδωλολάτρη ανθρώπου να επιθυμεί απόλαυση και αφθονία. Ο παλαιοδιαθηκικός άνθρωπος αναζητάει ανάπαυση και ευμάρεια. Ο χριστιανισμός όμως αναζητάει αυταπάρνηση και πτωχεία. Το ιδεώδες του χριστιανισμού δεν είναι με κανένα τρόπο το ίδιο με το ιδεώδες της κοινωνίας της ευμάρειας. Ο καλοβολεμένος πολίτης έχει ελάχιστα κοινά σημεία με Εκείνον που επάνω στη γη δεν είχε «ποῦ τὴν καφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η΄ 20). 


     Όλα ετούτα έχουν την αντιστοιχία τους στο κλάμα και την παρηγορία. Το κλάμα είναι έκφραση του πλήρους ξεγυμνώματος του ανθρώπου. Πραγματικά! Δεν λέγεται στους «Μακαρισμούς» του Χριστού «μακάριοι όσοι έχουν ένα καλό εισόδημα, έναν παχύ τραπεζικό λογαριασμό, μια εξασφαλισμένη σύνταξη γήρατος». Όχι. Αλλά, λέγεται· «ἄφρον ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπατοῦσιν ἀπὸ σοῦ» (Λουκ. ιβ΄ 20) και «μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε» (Λουκ. στ΄ 21).

     Το κλάμα, η τελευταία εκβολή της αδυναμίας που γίνεται αποδεκτή και, επομένως, η έσχατη απόδειξη πτωχείας, αναγνωρίζεται ως κάτι θετικό: «ὅτι γελάσετε»


     Πότε; Πώς; Πού; Γι’ αυτόν που βασανίζεται αυτό το «θα γελάσετε» μπορεί να φαίνεται σαν ανυπόφορος κυνισμός. Ώστε λοιπόν δέχθηκα αυτό το βάσανο για να μπορώ κάποια φορά, σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, στη λεγόμενη «πνευματική ζωή» ή στη «μετέπειτα ζωή», να δεχθώ ως αντιστάθμισμα κάποιο γέλιο; Τί, απάνθρωπος Θεός! Τί, σχιζοφρενική διδασκαλία!

     Εδώ νομίζω πως κάθε λογική έχει ανατραπεί. Το κλάμα και το χαμόγελο τρώνε το ένα το άλλο. Και τί απομένει; Τί μπορεί να αισθανθεί κανένας απτά και τί μπορεί να πάρει πίσω; Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει καν αμφιβολία, δεν υπάρχει καν ανελπιστία, δεν υπάρχει καν ολοκληρωτική παράδοση. 


     Ο άνθρωπος που υποφέρει συναντάει αργά ή γρήγορα ένα παρόμοιο κενό. Δεν στέκει απλώς επάνω σε μία ήδη λυγισμένη σανίδα έξω στο κενό του σύμπαντος, αλλά έχει κιόλας πεταχτεί εκεί όπου τίποτα πια δεν υπάρχει. Πέφτει ξανά η ύπαρξη στην πρωταρχή της, στο σκοτάδι που υπήρχε πριν από κάθε υπαρκτό, αυτό που κανένα ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει και που εν τούτοις είναι το κεντρικό γεγονός και η πρωταρχή όλων μας.
     «Ἐν ἀρχῇ…». 


     Γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα. Τίποτε πιο πριν και τίποτε πιο έπειτα. Το σωματικό μέρος (του ανθρώπου) κλαίει, ενώ τα σκοτεινά βάθη (της ύπαρξής του) γεμίζουν από φως. Το κλάμα και το γέλιο, δίπλα–δίπλα.

     Η φωλιά του πόνου για τον άνθρωπο είναι εντελώς αλλιώτικη. Το αρχέτυπό της, είναι ο τάφος του Χριστού.

     Αποτελεί αυτό σαδισμό ή μαζοχισμό;
Θα πρέπει να ευχαριστιόμαστε τον πόνο; 


     Τί, παρανόηση! Ο χριστιανός δεν είναι βέβαια ένας στωϊκός φιλόσοφος που θέλει να αρνηθεί τη δύναμη του πόνου. Το ίδιο δεν είναι και ένας που αυτοβασανίζεται. Και βέβαια ο χριστιανός κλαίει! Το κλάμα αποτελεί γι’ αυτόν μία αναγκαιότητα της ζωής. «Κλαύσωμεν, ἀδελφοί!» ήταν το μόνο που είχε πει κάποτε ο άγιος Αντώνιος, όταν τον παρακάλεσαν οι αδελφοί να τους πει κάτι οικοδομητικό. Για τον χριστιανό το κλάμα είναι έκφραση ζωής. Μόνο «ὡς κλαίων» βρίσκει τον δρόμο για τη βασιλεία των ουρανών. Και μόνο όποιος κλαίει ξέρει τί είναι παρηγορία. «Η ικανότητα να υποφέρει αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου», λέει ο ανθρωπολόγος O. Schartz, για να παραθέσουμε και μία γνώμη που δεν είναι πατερική. 

     Ο δρόμος αυτός του προσωπικού πόνου είναι κάτι παραπάνω από δύσκολος, αληθινά ασκητικός. Την στιγμή όμως αυτήν ξέρει η καρδιά πως η θέλησή της, τα χαρίσματά της, η γνώση της και η παιδεία της, ό,τι θεωρούνταν σπουδαίο σ’ αυτήν την ζωή, είναι ασήμαντα και μάλιστα αποτελούν συχνά και ένα βάρος. 


     Ό,τι είναι φυσικό, δεν διαταράσσεται από την είσοδο και έξοδο του Θεού. Η φλεγόμενη Βάτος δεν καταναλώνεται από τη φωτιά. Η φωτιά της Καμίνου του Πυρός δεν σβήνει. Τα λιοντάρια στον Λάκκο των Λεόντων ούτε μένουν παράλυτα ούτε πεθαίνουν, αλλά μόνο δεν αγγίζουν τον άγιο. Το ίδιο συμβαίνει και με την Παρθενία της Θεοτόκου, με τον Λίθο του Μνήματος του Χριστού και τελικά με το κλειστό δωμάτιο του Υπερώου, όπου οι τρομοκρατημένοι Μαθητές του Χριστού συγκεντρώθηκαν και δέχθηκαν τον Αναστημένο Διδάσκαλο. Δεν χρειάζεται να ανοίξουν οι πόρτες για να περάσει ο Κύριος. Όλα μένουν έτσι όπως είναι και πριν από την εμφάνισή Του στη γη και κατά την ανθρώπινή Του ζωή και μετά την ανάστασή Του. Στον Χριστό ως Θεό και ως άνθρωπο ξεπεράσθηκε η φυσική αντίσταση, έπαψε η βαρύτητα της ύλης, όλοι οι τοίχοι διαπεράστηκαν. Η ανακαίνιση δεν αλλάζει την ύλη, και όμως η ύλη γίνεται καινούργια. 


     Τα ίχνη των δικών μου πόνων, όχι μόνο των αμαρτιών μου, τα έχει επάνω Του ο Κύριος στα ύψη της Παναγίας Τριάδος, πολύ πιο πέρα από όσο και ό,τι μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να αντιληφθούμε και να περιγράψουμε. Οι ανεξάλειπτες ουλές του πόνου και του κλάματος έχουν γίνει έτσι σημάδια ζωής και όχι θανάτου. Ο ψυχολόγος Leon Bloy εκφράζει το ίδιο με τον ακόλουθο τρόπο: «Souffrir passe, avoir souffert ne passe jamais» (=«Ο πόνος, περνάει· το ότι πονέσαμε, δεν περνάει ποτέ!»)


     Έτσι προσφέρεται στην ανθρώπινη ψυχή και στο σώμα που κλαίει απελπισμένα μόλις έρθουν σε επαφή –επαφή σωματική, αγάπης και μυστηρίου– με το Άγιο Πνεύμα, προσφέρεται μία πρόσοδος που ασφαλώς φαίνεται παράξενο σε πολλούς και απλώς μη πραγματική, που όμως είναι πλήρως συγκεκριμένη. Η Ανάσταση του Χριστού δεν μπορεί να περιοριστεί στην ιδιότητα ενός αντικειμενικού ιστορικού γεγονότος ή μιας αμφισβητούμενης υστερίας πίστεως. Η Ανάσταση του Χριστού είναι ταυτόχρονα μια κατάσταση. Είναι μία ζωτική λειτουργία. Είναι ένας τρόπος να βιώσει κανένας άνευ όρων πόνο και θάνατο, τέτοια που είναι και τα δύο. Φωνάζω ασφαλώς, στενάζω, κλαίω και οπισθοχωρώ, αλλά στη σιωπή του τάφου θα με φτάσει (ή με έχει ήδη φτάσει) η απελευθέρωση όχι από την προσωπικότητά μου, της οποίας σύμβολο είναι το σώμα μου, αλλά από τον βασανισμό του. Και το κλάμα και η απελευθέρωση συνιστούν ένα ταυτόχρονο γεγονός· τη σωτηριώδη γέννηση. Και ο τάφος, ο τελικός τόπος για όλα τα βάσανα και τις θλίψεις και τον πόνο μας, είναι «παστάδος πάσης βασιλικῆς λαμπρότερος».

TITO COLLIANDER (1904–1989)

[Tito Colliander: «Κουβεντιάζοντας με τον πόνο» (Απόδοση από τα Σουηδικά: Αρχιμ. Ευσέβιος Βίττης· 1927–2009), κεφ. 2ο, σελ. 67–69, 71–72, 74, 79, 86–87, Α΄ έκδοση, «Ακρίτας», Αθήνα Μάϊος 1992.] 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου