Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Η ΥΠΑΚΟΗ

Η ΥΠΑΚΟΗ


     Η ορθόδοξη ασκητική παιδεία έχει πολλές πλευρές. Μία από αυτές είναι η μοναχική υπακοή, για την οποία θα προσπαθήσουμε συμπληρωματικά να διατυπώσουμε κάποιες ουσιώδεις θέσεις για την έννοια της πλευράς αυτής της ορθόδοξης ασκήσεως.

     Η υπακοή, όπως κάθε άλλη υψηλή πολιτεία, έχει πολλές βαθμίδες, ανάλογες με την πνευματική ηλικία του υποτακτικού. Στην αρχή μπορεί να έχει χαρακτήρα σχεδόν παθητικής υποταγής της θελήσεως ενώπιον του πνευματικού πατέρα λόγω της κατά Θεόν εμπιστοσύνης προς αυτόν. Στην τελειότερη μορφή της είναι μια ενεργητική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος, που οδηγείται από την εντολή του Χριστού που υπέρμετρα αγάπησε τον κόσμο.

     Η στάση του έμπειρου υποτακτικού χαρακτηρίζεται από το ότι εντείνει την προσοχή και τη θέλησή του, για να αντιληφθεί τη σκέψη και τη θέληση του άλλου προσώπου και στη συνέχεια αγωνίζεται με την πνευματική αγάπη να κάνει πράξη, να πραγματοποιήσει αυτή τη θέληση, τη σκέψη του αδελφού. Με την πράξη αυτή της υπακοής ο άνθρωπος δέχεται μέσα του νέα ζωή, πλαταίνει την καρδιά του, πλουτίζει το νου του. Η περαιτέρω εξέλιξη της εργασίας αυτής της υπακοής οδηγεί τον υποτακτικό να αρχίσει να αισθάνεται την «υπόστασή» του στο άλλο πρόσωπο, πράγμα που δείχνει ότι και στον ίδιο αποκαλύπτεται η υποστατική αρχή. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Αν κάποιος πει “αγαπώ το Θεό”, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει το Θεό, τον οποίο δε βλέπει; Αυτή την εντολή μάς έδωσε ο Χριστός: Όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδελφό του» (Α΄ Ιωάν. 4:20–21). Αυτή είναι και η ακολουθία ή η δομή της υπακοής. Όποιος αγαπά τον αδελφό, είναι φυσικό να θέλει να εκπληρώνει το θέλημα του αγαπημένου, να ταπεινωθεί μπροστά του. Αν δεν δείχνουμε ταπείνωση μπροστά στον αδελφό και δεν κάνουμε υπακοή σε έργα πάντα μικρά κατά κανόνα, τότε πώς θα είμαστε ταπεινοί μπροστά στο Θεό και υπάκουοι σε Αυτόν κατά την εκπλήρωση του μεγάλου, αιωνίου θελήματός Του; Πώς θα ανταποκριθούμε στην εντολή, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» ή «αγαπάτε τους εχθρούς υμών»; Γι’ αυτό, λοιπόν, η άσκηση της υπακοής είναι απαραίτητη όχι μόνο σε σχέση με τον Θεό, αλλά και σε σχέση με τον πλησίον, εφόσον μας ζητά κατορθωτά πράγματα που δεν αντίκεινται στο θέλημα του Θεού.


     Κατά τον μαρτυρικό αγώνα της υπακοής στον αδελφό αναπτύσσουμε μέσα μας την ικανότητα για μια πλατύτερη και βαθύτερη αποδοχή του θείου θελήματος, πράγμα που μας εξομοιώνει με τον Μονογενή Υιό του Πατρός, κάνει το πνεύμα του ανθρώπου φορέα όλης της ανθρωπότητας, δηλαδή παγκόσμιο, καθ’ ομοίωση της παγκοσμιότητας του Ίδιου του Χριστού, που προσεύχεται για όλον τον Αδάμ. Χωρίς την καλλιέργεια αυτής της υπακοής ο άνθρωπος μένει αναπόφευκτα «κύκλος κλειστός», πάντοτε μηδαμινός μπροστά στη θεία αιωνιότητα. Όσο και αν είναι «μορφωμένος» ο άνθρωπος, χωρίς την ευαγγελική υπακοή η θύρα του εσωτερικού του κόσμου παραμένει ερμητικά κλεισμένη και η αγάπη του Χριστού δεν μπορεί να εισχωρήσει και να διαποτίσει με την παρουσία της αυτόν τον κόσμο.

     Όταν ο άνθρωπος δεν έχει διάθεση να κάνει υπακοή, αυτό αποτελεί βέβαιο σύμπτωμα ψυχικής ασθένειας. Οι ψυχικά άρρωστοι είναι ανίκανοι να αντιληφθούν τη σκέψη ή τη θέληση άλλου προσώπου. Χωρίς την υπακοή ο άνθρωπος θα μένει πάντα κλεισμένος στη μέγγενη της εγωιστικής του «ατομικότητας», που είναι αντίθετη με την αρχή της «υποστάσεως». Έξω από τη χριστιανική παιδεία της υπακοής ο άνθρωπος μένει τυφλός και κωφός για τη Θεία Αποκάλυψη, η οποία μας δόθηκε με το Γεγονός της Υποστατικής σαρκώσεως του Λόγου, γιατί η υποστατική αρχή αναπτύσσεται στον άνθρωπο που βρίσκεται σε κοινωνία με τη Θεία Υπόσταση. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι αληθινή θεολογία χωρίς τον αγώνα της υπακοής είναι ακατόρθωτη. Μιλούμε βέβαια για τη θεολογία, εννοώντας την ως κατάσταση και όχι ως πολυμάθεια, που μπορεί να απέχει από την πραγματική ζωή, όσο απέχει η γη από τον ουρανό.


     Η επιστήμη της αγίας υπακοής είναι πραγματικά μεγίστη, και χρειάζεται εντατική προσευχή, για να ανοίξουν τα πνευματικά μας μάτια και να δούμε την υπεροχή αυτής της μοναχικής αυτής επιστήμης ή καλύτερα της χριστιανικής υπακοής. Χωρίς την αφομοίωσή της ο κόσμος ποτέ δεν θα πετύχει την ειρήνη, αλλά θα μένει πάντοτε δεμένος στα άλυτα δεσμά της καθολικής έχθρας. Αντίθετα, αν ο κόσμος στρεφόταν με όλη του τη δύναμη στην αφομοίωση της θαυμαστής αυτής επιστήμης, θα γνώριζε ίσως τη μεταμορφωτική της δύναμη κι έτσι ο ανείπωτα εφιαλτικός παραλογισμός της σύγχρονης πραγματικότητας θα χανόταν σαν το σκοτάδι της νύχτας μπροστά στον ήλιο που ανατέλλει.

     Να, όμως, ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο αποτέλεσμα του άθλου της υπακοής. Μαθαίνοντας ο υποτακτικός να αποδέχεται μέσα του τις σκέψεις και το θέλημα των άλλων προσώπων, μαθαίνει συγχρόνως να ζει τις διάφορες καταστάσεις όχι μόνο ως ατομικές, αλλά ως αποκάλυψη αυτών που συμβαίνουν σε κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Δεν ζει εγωιστικά μόνο τον δικό του πόνο, τα δικά του βάσανα, τις δικές του επιτυχίες, αλλά μεταφέρεται εν πνεύματι και στο πάθος όλων των ανθρώπων, γιατί ασφαλώς κάθε στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με τη δική μας. Από αυτό πηγάζει φυσικά και αβίαστα η προσευχή για τον κόσμο.

     Προσευχόμενος για τους ζωντανούς, μοιράζεται τη χαρά της αγάπης τους ή τη φρίκη της απογνώσεώς τους. Δοκιμάζοντας τον πόνο, προσεύχεται για όλους τους πάσχοντας στον κόσμο, σκύβει στο κρεβάτι όσων πεθαίνουν θλιμμένοι, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μπροστά στον τρόμο του θανάτου. Μνημονεύοντας τους νεκρούς, μεταφέρεται με το νου του στα βάθη των αιώνων ή στέκεται με το πνεύμα του στην αθέατη, αλλά φοβερή οδό που καθημερινά περνούν εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές που εγκατέλειψαν το σώμα τους, συνήθως μέσα σε φοβερή αγωνία.


     Έτσι και στην ψυχή του υποτακτικού αναπτύσσεται η χριστιανική συμπάθεια για όλη την ανθρωπότητα και η προσευχή του γίνεται φορέας ολόκληρου του κόσμου, δηλαδή «υποστατική», όμοια με την προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή. Με την προσευχή αυτή ο υποτακτικός αισθάνεται την ενότητά του με όλη την ανθρωπότητα και η αγάπη του για τον πλησίον, δηλαδή για κάθε άνθρωπο, αποβαίνει φυσική. Μια τέτοια προσευχή συντελεί αληθινά στη σωτηρία του κόσμου και κάθε χριστιανός οφείλει να τείνει προς αυτήν, κυρίως όμως οι ιερείς κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. […]

     (Μια ενδεχόμενη) απώλεια της ορθόδοξης θεολογίας για το Πρόσωπο–Υπόσταση αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην απόδοση ενός πρωτείου στο «γενικό» έναντι του «μερικού», στην αναζήτηση κάποιας «υπερ–προσωπικής αρχής». Και έτσι η υπακοή θα απαιτείται όχι σε σχέση προς τον άνθρωπο–πρόσωπο, αλλά προς τον «Κανόνα», το «Νόμο», το «Τυπικό», τη «Διοίκηση», το «Θεσμό» (Institution) κ.τ.λ. Μελετείστε όλα αυτά και θα δείτε πως σε μια τέτοια «απρόσωπη» προσέγγιση των εκδηλώσεων της ανθρώπινης ζωής χάνεται η ύψιστη έννοια της υπακοής που περικλείεται στις ευαγγελικές εντολές και στη θέση της εισέρχεται η «πειθαρχία». Και η τελευταία αυτή είναι βέβαια αναπόφευκτη στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, αλλά μόνο ως ένα ορισμένο όριο. Η απώλεια της «προσωπικής» χριστιανικής υπακοής θα μείνει χωρίς ανταμοιβή, παρ’ όλες τις τυχόν εξωτερικές επιτυχίες του «οργανισμού»…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)


[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
μέρος α΄, κεφ. δ΄, σελ. 142–147,
έκδοση Ιεράς Μονής Τίμιου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 200310.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου