Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ


     Ζούσε κάποτε στην έρημο της Θηβαΐδας ένας άγιος άνθρωπος. Αυτός ήτανε γιος άρχοντα, αλλά παράτησε το σπίτι του και τα καλά του, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο Θεό.
     Στην έρημο που πήγε, η ζωή ήταν δύσκολη: τρομερή ζέστη την ημέρα, κρύο τσουχτερό τη νύχτα. Λιγοστό το νερό, σπάνιο το χορτάρι. Κι άγρια ζώα να τριγυρίζουν, τετράποδα κι ερπετά.
     Όμως εκείνος δεν ελιγοψύχησε. Βρήκε μια σπηλιά κι εκεί κατοίκησε, περνώντας τον καιρό με προσευχή και εργασία. Έπλεκε ψάθες. Πήγαινε ώρες δρόμο μέσα στη φλογισμένη ερημιά ως το πιο κοντινό χωριό να προμηθευτεί ψωμί, νερό και κανένα κλαδί χουρμαδιάς. Φορτωμένος γύριζε στη σκήτη του, έκοβε λωρίδες τα φύλλα της φοινικιάς κι έπλεκε τις ψάθες. Κι αφού ετοίμαζε αρκετές, κατέβαινε πάλι στο χωριό να πουλήσει το εργόχειρό του και ν’ αγοράσει ψωμί.


     Οι χωρικοί τον συμπαθούσαν, επειδή ήταν πράος και συχνά τον φίλευαν χουρμάδες ή ελιές. Κάποτε του πρότειναν να μείνει κοντά τους.
     –Γέροντα, ακούστηκε πως τριγυρίζουν ληστές στην έρημο, του είπαν. Μπορεί να σε βρουν και να σε κάμουν κακό. Γιατί δε μένεις εδώ;
     –Μα, αν ήταν να μένω στον κόσμο, έμενα και στο χωριό μου, τους αποκρίθηκε χαμογελώντας και κίνησε πάλι για τη σκήτη του.


     Ωστόσο ένα δειλινό εμφανίστηκαν οι ληστές μπροστά στη σπηλιά του, τέσσερις αρματωμένοι, όμοιοι με άγρια θεριά. Δεν τον πείραξαν, του πήραν όμως τα ψωμιά, που μόλις είχε φέρει από το χωριό κι έφυγαν. Εκείνος δεν απελπίστηκε. Παρακάλεσε το Θεό να του δίνει δύναμη και δούλεψε κάμποσες μέρες νηστικός, πίνοντας μόνο νερό. Σαν έπλεξε κάμποσες ψάθες, κατέβηκε στο χωριό, τις πούλησε, αγόρασε ψωμιά και γύρισε στη σκήτη του. Το άλλο βράδυ να τους πάλι οι ληστές. Πήραν τα ψωμιά κι έγιναν άφαντοι. Το κακό συνεχίστηκε για καιρό κι ο γέροντας αποφάσισε να δώσει τέλος στην κατάσταση με τη βοήθεια του Θεού.


     Ένα μεσημέρι, αψηφώντας τη ζέστη, βγήκε από τη σπηλιά και περπάτησε για ώρες στην καυτή ερημιά ψιθυρίζοντας προσευχές. Μια στιγμή μόνο στάθηκε, αυτοσυγκεντρώθηκε, αφουγκράστηκε. Κάτι σύρθηκε στα δεξιά του, κάτι στα αριστερά του. Δυο φίδια μεγάλα, κίτρινα με μαύρες βούλες τον πλησίασαν, σήκωσαν τα απαίσια κεφάλια τους, έτοιμα να επιτεθούν.
     –Ακολουθήστε με, πρόσταξε ο ασκητής και χωρίς να κοιτάξει πίσω του, κίνησε για τη σπηλιά.
     Τα ερπετά σύρθηκαν πίσω του πειθήνια και μόλις φτάσανε στην είσοδο της σκήτης, ο γέροντας τα διέταξε να μείνουν εκεί και να φρουρούν. Εκείνος τράβηξε για το χωριό.


     Οι χωριάτες, που είχαν μάθει την περιπέτειά του, τον φίλεψαν πρόθυμα ψωμί, ελιές και χουρμάδες.
     –Μα πού θα πάει αυτό το κακό, γέροντα! του είπαν. Αυτοί δε θα σ’ αφήσουν ήσυχο.
     –Ω! Μην ανησυχείτε, ο Θεός είναι μεγάλος.
     Θαύμασαν οι άνθρωποι την πίστη του και συνάμα ανησυχούσαν. Εκείνος άφησε το χωριό και κίνησε για τη σπηλιά του φορτωμένος τις προμήθειές του. Καθώς πλησίαζε τάχυνε το βήμα κι ας ήταν κατάκοπος. Κι όταν έφθασε λίγα βήματα από τη σκήτη, αντίκρισε θέαμα παράδοξο: οι ληστές ήταν πεσμένοι χάμω, άλλος μπρούμυτα, άλλος ανάσκελα, σε στάσεις κωμικές. Πάσχιζαν να σηκωθούν και δεν τα κατάφεραν.

     –Βοήθησέ με να σηκωθώ, άχρηστε! ούρλιαζε ο αρχηγός στο διπλανό του.
     –Και σάμπως μπορώ εγώ να κουνηθώ; Τι φωνάζεις λοιπόν;
     –Ούτε κι εγώ, νιώθω σαν παράλυτος! έλεγε ο τρίτος.
     –Κι εγώ δεν έχω καθόλου δύναμη! παραπονιόταν ο τέταρτος. Κι είναι κι αυτά τα σιχαμερά ερπετά!
     Κοίταξε με φόβο και απέχθεια τα φίδια. Τα ορθωμένα κεφάλια τους, τα ανοιχτά στόματα, απ’ όπου πρόβαλλαν οι διχαλωτές γλώσσες, πάγωναν το αίμα.
     –Μάγια μάς έκανε ο καλόγερος! κλαψούρισε αξιοθρήνητα ο αρχηγός.
     –Λες; ρώτησε δύσπιστα ένας από αυτούς.
     –Ε, και τι άλλο μπορεί να είναι όλα τούτα;


     Ο γέροντας τούς άκουγε και κρυφογελούσε. Δεν τον είχαν πάρει είδηση.
       Άφησε κάτω το φορτίο του και στάθηκε από πάνω τους.
     –Σηκωθείτε! πρόσταξε αυστηρά.
     Σαν από θαύμα ένας ένας άρχισαν να σαλεύουν, διστακτικά στην αρχή, κανονικά κατόπιν.
     –Δεν ντρέπεστε; συνέχισε εκείνος. Τι σας έφταιξα και μου παίρνετε το ψωμί μου; Τι σας έφταιξαν οι άνθρωποι που ληστέψατε και σκοτώσατε; Είναι ανθρώπινη ζωή αυτή που κάνετε; Δε φοβάστε το Θεό; Είστε χειρότεροι κι από τα άγρια θηρία. Αυτά τόσα χρόνια δεν με πείραξαν ποτέ, ενώ εσείς…
     Κούνησε το δάχτυλό του σαν δάσκαλος.
     –Πηγαίνετε και σκεφτείτε καλά, γιατί υπάρχει και μέλλουσα ζωή.
     Μουδιασμένοι, ντροπιασμένοι, ανήσυχοι, μάζεψαν τα μαχαίρια και τα ρόπαλά τους κι απομακρύνθηκαν. Τα φίδια έκαμαν να συρθούν ξωπίσω τους.
     –Όχι! διάταξε ο γέροντας κι εκείνα κουλουριάστηκαν κι αποκοιμήθηκαν.


     Πέρασε καιρός κι οι ληστές δεν ξαναφάνηκαν. Μόνο μια μέρα έφτασε στη σκήτη ένας άνθρωπος, που τραβούσε πίσω του ένα γαϊδουράκι φορτωμένο με δυο κοφίνια. Κοίταξε ολόγυρα, σα νάθελε να βεβαιωθεί πως είχε έρθει στο σωστό μέρος και τέλος φώναξε: «Γέροντα, μέσα είσαι;».
     –Κόπιασε, σε περίμενα! ακούστηκε από μέσα η απόκριση.
     Ο άνθρωπος πλησίασε δειλά δειλά. Γονάτισε και φίλησε το χέρι του ασκητή.
     –Πώς και με περίμενες; ρώτησε.
     –Προσευχήθηκα πολύ για σένα και για τους άλλους. Η προσευχή δεν πάει χαμένη.
     –Θέλω να σου μιλήσω, είπε πάλι ο άνθρωπος.

     Ο γέροντας είπε «ναι». Γονάτισε ο άνθρωπος και μιλούσε· μιλούσε, πότε στενάζοντας, πότε κομπιάζοντας. Άδειασε το φορτίο της ψυχής του κι ο ασκητής άκουγε κι η όψη του μαρτυρούσε συμπόνοια και κατανόηση. Σα σταμάτησε ο άνθρωπος, ο γέροντας έκαμε πάνω στο κεφάλι του το σημείο του σταυρού.
     –Ο Χριστός συχώρεσε το ληστή, είπε γλυκά, ποιος είμαι εγώ που θα σου αρνηθώ την άφεση;

     Το πρόσωπο του ανθρώπου έλαμψε. Σηκώθηκε, βγήκε και ξεφόρτωσε το γαϊδουράκι. Έφερε τα κοφίνια μέσα στη σκήτη.
     –Όσα σου πήραμε τότε, είπε ντροπαλά κι άρχισε να βγάζει από τα κοφίνια φρέσκα καλοζυμωμένα καρβέλια.
     Ο γέροντας γέλασε καλόκαρδα κι ευλόγησε τα ψωμιά.


[Αγγελικής Π. Νικολοπούλου:
«Τα μυστικά της ερήμου»,
κεφ. 2ο, σελ. 16–23,
εκδόσεις «Τήνος»,
Αθήνα 19952.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου