Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΨΑΛΑ

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΨΑΛΑ 
(1898–1986)


     Ο κατά κόσμον Βασίλειος Μαντρέας γεννήθηκε στο Τεκόστι της Ρουμανίας το 1898. Ήλθε από τη Ρουμανία στο Άγιον Όρος το 1913. Ο πατέρας του φεύγοντας, του είπε: «Παιδί μου, Βασίλη, σε αφιερώνουμε στην Παναγία· να ζήσεις με υπακοή και υπομονή, να ευαρεστήσεις τον Θεό, για να σώσει κι εμάς τους γονείς σου ο Θεός, με την αγία σου ζωή!».

     Πήγε πρώτα στη Ρουμανική Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου έζησε τριάντα χρόνια. Κατόπιν στη Ρουμανική Σκήτη του Αγίου Δημητρίου–Λάκκου. Επέστρεψε στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Το 1915 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Στη συνέχεια πήγε στην Καψάλα.

     Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κελί του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα. Τον Άγιο Βασίλειο τον είχε από μικρός μεγάλη ευλάβεια. Στο Κελί αυτό είχαν κατοικήσει παλαιότερα άγιοι. Έμεινε λοιπόν σε αυτό το αγιοτρόφο Κελί επί μία τεσσαρακονταετία. Επισκευάζοντας το Κελί είχε φαίνεται παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Του παρουσιάσθηκαν τότε στον ύπνο του οι Άγιοι Βασίλειος και Θεόφιλος. Ο δεύτερος αυστηρά του είπε, καθώς διηγείτο ο ίδιος: «Να μην αφήσεις τα μοναχικά σου καθήκοντα· εμείς θα φροντίσουμε για το Κελί».


     Ήταν λίαν ασκητικός. Θύμιζε παλαιούς ασκητές. Άκρως νηστευτής, δεν έτρωγε σχεδόν τίποτε. Μελετηρός πολύ. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον Όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Κοιμόταν ελάχιστα πάνω στις σανίδες, με μαξιλάρι μια πέτρα. Τις χειμωνιάτικες νύχτες τις θεωρούσε ατελείωτες γι’ αυτό και τις γέμιζε με προσευχή. Ήταν καλογερικός και φιλακόλουθος. Μόλις έδυε ο ήλιος, άρχιζε την ακολουθία του. Συνέχιζε με κομποσχοίνι ως το πρωί. Προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Όσους είχε γνωρίσει έστω και για λίγο και για όσους του το είχαν ζητήσει. Προσευχόταν με θερμά δάκρυα, εκζητώντας το έλεος του Θεού για όλο το ανθρώπινο γένος. Χαιρόταν να μνημονεύει ονόματα και να μαθαίνει για την πρόοδό τους.

     Δεν είχε καμία ιδέα περί του εαυτού του. Δεν ήθελε κανείς να τον θεωρεί κάτι. Γι’ αυτό συχνά προσποιούταν μωρία. Μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν και τον θεωρούσαν λειψό. Αυτός όμως ήξερε καλά τι έκανε. Ζούσε ταλαιπωρώντας το σαρκίο του, δίχως καμιά ανάπαυση. Τον χειμώνα δίχως θέρμανση και το Κελί να μπάζει από παντού κρύο και νερά. Το καλοκαίρι να κουβαλά νερό από μακριά. Λάτρευε την ησυχία και για χάρη της αδιαφορούσε πραγματικά για κάθε περιποίηση, διευκόλυνση και άνεση. Τήρησε με ακρίβεια τις υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε ποτέ μεγάλη άνεση στο ταλαίπωρο σαρκίο του.


     Όταν πήγαιναν να τον δουν, έβλεπαν μία εικόνα αγαθότητας και απλότητας. Ήταν ένα μεγάλο παιδί. Απέπνεε την ευωδία ενός ταπεινού ασκητού. Μιλώντας ο ίδιος για τον Όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. «Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής», έλεγε, «αισθάνεται τότε την ευωδία του Οσίου». Τα λόγια του ήταν απλά και μεστά θείας σοφίας. Οι άγγελοι τού χάριζαν γαλήνη και οι δαίμονες ανέδιδαν δυσωδία. Κάποτε τον επισκέφθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες. Συνομίλησε άλλοτε με τον Μέγα Βασίλειο και τον Όσιο Θεόφιλο. Είχε αγωνία για τη σωτηρία του. Η μεγάλη του άσκηση συνυπήρχε με τη μεγάλη αγάπη της αγαθής και αθώας καρδιάς του. Ηλικιωμένος πολύ έτρεχε να φροντίζει άλλα γεροντάκια.

     Είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ζούσε με τα ελάχιστα. Με λίγες ρόγες σταφύλι όλη την ημέρα, λίγα μούρα ή λίγα μανιτάρια. Αγαπούσε τη φύση. Περπατούσε ανάμεσα στα δένδρα δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό για τις τόσες δωρεές Του. Έριχνε ψωμιά στα πουλάκια και χαιρόταν αφάνταστα, σαν μικρό παιδί, να τα βλέπει να τρώνε.



     Ένας μοναχός που τον επισκέφθηκε, γράφει περί αυτού: «Ήταν ένα κοντό, αδύνατο γεροντάκι. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, σαν τον ήλιο· αληθινά πρόσωπο μικρού παιδιού, πράο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ιλαρό, αγνό, άγιο. Δεν είχε τίποτε να μας κεράσει, μόνο λίγο νερό. Όταν τον ρωτήσαμε πώς περνάει, μας απάντησε: “Περνάω πολύ καλά. Με φροντίζει ο Χριστός και η Παναγία. Τρώω παξιμάδι και χόρτα. Τη νύχτα κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας την Ευχή. Δεν τα μετρώ (=τα κομβοσχοίνια). Λέγω το ‘Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με’ μέχρι να έλθουν τα δάκρυα. Προσεύχομαι και κλαίω για όλο τον κόσμο. Σταματώ όταν θέλει ο Κύριος. Όταν σταματήσουν τα δάκρυά μου για τον κόσμο…».


     Προείδε το τέλος του. Του το είπε ο «φίλος» του ο Μέγας Βασίλειος. Πήγε στους άλλους Καψαλιώτες Πατέρες να ζητήσει συγχώρεση για τη μόνιμη αναχώρησή του. Αναπαύθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1986. Τον βρήκαν νεκρό στο Κελί του. Έξω είχε πέσει πολύ χιόνι. Ο συμπατριώτης του Γέροντας Ηρωδίων (†1990), ο φίλος και συναγωνιστής του, είπε: «Ο Γέρων Φανούριος δεν πέθανε· πήγε από τη μία ζωή στην άλλη ζωή. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη. Είναι άγιος!». Ο μοναχός Φανούριος, ο Άνθρωπος αυτός του Θεού, ο άνθρωπος της ησυχίας, της ταπείνωσης, της αδοξίας και της αφάνειας, έλεγε χαριτωμένα τα εξής: «Μακάρι, όση προθυμία έχουν οι άνθρωποι για τα κακά, τόση να είχαν και για τα καλά…».



[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων Αγιορειτών του 20ου αιώνος»,
τόμ. Γ΄, σελ. 1172–1176,
εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου