Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Η ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΓΝΟΗΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Η ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΓΝΟΗΜΕΝΗ
ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ


     Ένας μοναχός μια μέρα μ’ ερώτησε, όταν ήμουν στα Καυσοκαλύβια: «Πώς είναι η δικαιοσύνη του Θεού;». Του απάντησα καθώς ήξερα. Και πάλι αυτός, με τη σειρά του, μου είπε ένα παράδειγμα: «Ας πούμε ότι έχουμε μια πιατέλα με αχλάδια που έχει και καλά και χαλασμένα μέσα. Όταν θα μοιραστούνε στους ανθρώπους, τότε αυτός που έχει τη δικαιοσύνη του Θεού, θα πάρει για τον εαυτό του το χειρότερο». Έμεινα έκπληκτος· ήταν φώτιση Θεού, γιατί αυτό ακριβώς το περιστατικό το έζησα με κάποιον στα Καυσοκαλύβια όταν πρωτοπήγα. Τόσο εύκολα μπορεί να κατοικήσει ο Θεός μέσα μας, ζητώντας για μας τα τελευταία. Το δένδρο γνωρίζεται από τους καρπούς. Σήμερα, γιατί ο κόσμος έχει κατρακυλήσει τόσο χαμηλά; Γιατί δεν αγαπούμε τη δικαιοσύνη του Θεού.


     Αξίζει να αναφερθώ σ’ ένα ζωντανό παράδειγμα, όταν πρωτογνώρισα τον Χριστό. Ήμουν νεαρό παιδί. Μια μέρα, πήγα να λειτουργηθώ στο μικρό εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που βρίσκεται μέσα στο Μητροπολιτικό μέγαρο. Θυμάμαι ότι λειτούργησε ο σεβασμιώτατος κ.κ. Αλέξιος. Τελειώνοντας, γνωρίσθηκα με κάποιον ανθυπολοχαγό με τ’ όνομα Κωνσταντίνος. Μου πρότεινε να με κεράσει ένα γλυκό και το δέχτηκα. Αφήνοντας όμως το μηχανάκι μου κάπου αλλού, μη μπορώντας να το πάρω μαζί μου, έγινε αυτό η αφορμή να μου το κλέψουν. Ο Κωνσταντίνος είχε στενοχωρηθεί πάρα πολύ, θεωρούσε τον εαυτό του ένοχο. Το πρώτο πράγμα που φρόντισα να κάνω, ήταν να καθησυχάσω τον καινούργιο μου φίλο, να μη στενοχωριέται. Δεν τα κατάφερα και τόσο όμως. Φεύγοντας, του είπα να είναι ήσυχος και ότι όλα θα πάνε καλά.


     Γυρίζοντας για το σπίτι, είχα να αντιμετωπίσω το δεύτερο πρόβλημα· τη μητέρα μου, που ήταν στενάχωρη και νευρική. Της το είπα με απλότητα, λες και δεν είχε συμβεί τίποτε. Η μητέρα μου εξοργίσθηκε με τη συμπεριφορά μου. Νόμισε ότι ήμουν αδιάφορος· όμως δεν ήταν έτσι. Απλώς δεν γνώριζε τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. Μου είπε: «Μη κάθεσαι εδώ· τρέξε να το βρεις!». Πράγματι υπάκουσα και, παίρνοντας το ποδήλατό μου, πήγα σε κάποια πιθανά μέρη. Όμως γυρίζοντας, δεν ήμουν απογοητευμένος και είχα καλούς λογισμούς γι’ αυτόν που μου το πήρε. Έλεγα μέσα μου: «Θεέ μου, μη χρεώσεις αμαρτία σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί έχουμε ευθύνη πρώτα εμείς που έχουμε περισσότερα από κάποιους που δεν έχουν τίποτε και τους αναγκάζουμε εμείς να γίνονται κλέφτες».


     Επέστρεψα στο σπίτι πάλι άπρακτος. Η μητέρα μου εκνευρισμένη μου μιλούσε άστοχα. Για λίγο πήγα στο δωμάτιό μου παίρνοντας ένα βιβλίο (το «Γεροντικό») να διαβάσω, για να ηρεμήσω περισσότερο. Όταν με βρήκε η μητέρα μου να διαβάζω εξοργίσθηκε πάρα πολύ μαζί μου. «Σου κλέψανε το μηχανάκι κι εσύ διαβάζεις βιβλία;». Και μού ’ριξε δυο χαστούκια στο πρόσωπο. Όταν με είδε να μην αντιδρώ, μου είπε φοβισμένη: «Τι σου κάνανε, παιδί μου, οι παπάδες;». Χαμογέλασα και της είπα: «Τίποτα, μητέρα!». Πόση άγνοια είχε τότε, η καημένη! «Τι θέλεις άλλο να κάνω, μητέρα;». Μου πρότεινε να πάω στην αστυνομία. Της απαντώ: «Ναι, θα πάω».


     Βγαίνοντας στο δρόμο έξω, σκεφτόμουνα: «Τι να μου κάνουνε οι αστυνομικοί; Σε ταλαιπωρία θα βάλω τους ανθρώπους!». Δηλαδή, μ άλλα λόγια, δεν έβρισκα για λύση την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Τότε, αποφάσισα να πάω σε μία εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου εκεί στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, βρισκόταν μία θαυματουργική εικόνα, η Παναγία η «Ελευθερώτρια», με πολλά τάματα επάνω. Κατέφυγα στη δικαιοσύνη του Θεού, γονάτισα με πίστη στη χάρη της Παναγίας, ζητώντας, όχι για μένα, να βρεθεί το μηχανάκι για τους γονείς μου και κυρίως για τη μητέρα μου, γιατί είχανε χάσει την πίστη τους στον Θεό. Μάλιστα, με μία αφέλεια είπα στην Παναγία να τρυπήσει τη ρόδα από το μηχανάκι, για να μη φύγει μακριά ο κλέφτης και να αναγκαστεί να το εγκαταλείψει.


     Όταν επέστρεψα στο σπίτι, οι γονείς μου ήταν ήρεμοι λες και δεν είχε συμβεί τίποτε. Η μητέρα μού ζήτησε συγχώρεση, επίσης είχε ζητήσει συγχώρεση και από άλλους για την παράλογη συμπεριφορά της απέναντί μου. Όμως πολύ τη βοήθησε κι η δική μου συμπεριφορά και η προσευχή που έκανα χωρίς ιδιοτέλεια. Σε κάποιον Πνευματικό τού είπα ότι το απόγευμα μπορεί ο Θεός να μου έχει επιστρέψει το μηχανάκι στο σπίτι μου.


     Όταν έφτασε το απόγευμα, ερχόμενος από έξω, βρήκα τον πατέρα μου μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, να είναι χαρούμενος και να μου χαμογελάει. Αφού τον χαιρέτησα, τον ρώτησα γιατί χαμογελάει. Πάντα χαμογελαστός, μου απάντησε: «Για πήγαινε να δεις στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας». Πηγαίνοντας και ανοίγοντας την πόρτα, έμεινα έκπληκτος όταν αντίκρισα στα μάτια μου το κλεμμένο μηχανάκι! Ήταν άθικτο, εκτός από το πίσω λάστιχο που ήταν ξεφούσκωτο, όπως ακριβώς το ζήτησα από την Παναγία! Όταν στράφηκα προς τον πατέρα μου, του είπα: «Πώς βρέθηκε;». Πάλι χαμογελαστός, μου απάντησε: «Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν εδώ!».


     Στη συνέχεια, μου είπε πώς ακριβώς έγινε: «Ενώ πήγαινα, παιδί μου, έξω με το ποδήλατο, κάποιος φίλος μου με σταμάτησε με το αυτοκίνητό του, μου πρότεινε να με πάρει μαζί του αφήνοντας το ποδήλατο σε μια άκρη, κλειδώνοντάς το. Πηγαίνοντας στο δρόμο σε μια άκρη της πόλης, χωρίς να του έχω πει για το κλεμμένο μηχανάκι, σε μια στιγμή μου λέει: “Θωμά, σα να είδα πεταμένο το μηχανάκι σας σε μια άκρη”. Κατεβήκαμε και διαπιστώσαμε ότι όντως ήταν αυτό. Το φορτώσαμε στο αυτοκίνητο και το φέραμε στο σπίτι μας».

     Εδώ βλέπουμε τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης του Θεού, όταν καταφεύγουμε σε αυτήν με πίστη.

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΕΥΡΑΣ


[Μοναχού (τώρα Ιερομονάχου)
Γεωργίου Αλευρά:
«Πνευματική Ολυμπιάδα»,
κεφ. 17ο, σελ. 183–187,
εκδοτική παραγωγή «Επτάλοφος»,
Αθήνα 2004.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου