Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

ΑΓΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ


     Τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει, μὲ κανέναν τρόπο, ὅποιος τὰ γιορτάζει μοναχὰ σὰν μιὰ συγκινητικὴ συνήθεια, ποὺ εἶναι δεμένη περισσότερο μὲ τὶς συνηθισμένες χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν χειμῶνα, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τὸ ζεστὸ τζάκι.


     Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι’ ἀπὸ τὴν ψυχή του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
     Ψυχὴ καὶ σῶμα γιορτάζουνε μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῷ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μιὰ γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνουνται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιά του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατὶ κανένας ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη. […]
     Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι’ ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».



     Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κ’ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε ὅλα τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατὶ ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ Ζωοδότης.
     Μέγα μάθημα τῆς ταπείνωσης εἶναι γιὰ ’μᾶς, ἀδελφοί μου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ποῦ γεννήθηκε; Μέσα σὲ μιὰ φάτνη, σ’ ἕνα παχνὶ νὰ ποῦμε καλύτερα, γιὰ νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, γιατὶ τ’ ἀρχαῖα λόγια κάνουνε νὰ φαίνουνται στὰ μάτια μας πλούσια καὶ τὰ φτωχὰ πράγματα. Ἡ μητέρα Του, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι της, ξένη σὲ ξένον τόπο, πῆγε καὶ Τὸν γέννησε μέσα σ’ ἕνα μαντρί. Τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι Τὸν ζεστάνανε μὲ τὴν ἀνασαμιά τους. Τσομπάνηδες, Τὸν συντροφέψανε. Μαζὶ μὲ τὰ νιογέννητα ἀρνιὰ λογαριάστηκε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ποιός ἄνθρωπος γεννήθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπείνωση;
     Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος γράφει, στὸν Λόγο του γιὰ τὴν Ταπεινοφροσύνη, τὰ παρακάτω ἐξαίσια λόγια:
     «Θέλω ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἀδελφοί μου, καὶ νὰ λαλήσω γιὰ τὴν ὑψηλὴ ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, κ’ εἶμαι γεμάτος φόβο, σὰν ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει πὼς θὰ μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Γιατὶ ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητας. Γιατὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, αὐτὴ ντύθηκε, κ’ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας μ’ αὐτή, παίρνοντας σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Κι’ ὅποιος τὴ ντύθηκε, ἀληθινὰ ἔγινε ὅμοιος μ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὕψος Του, καὶ ποὺ σκέπασε τὴν ἀρετὴ τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ τὴ δόξα Του μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κι’ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴν κατακαεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γιατὶ ἡ κτίση δὲν μποροῦσε νὰ Τὸν κοιτάξει , ἂν δὲν ἔπαιρνε (ὁ Χριστὸς) ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὴ (τὸ σῶμα Του), κ’ ἔτσι μίλησε μ’ αὐτή. Σκέπασε τὴ μεγαλωσύνη Του μὲ τὴ σάρκα, καὶ μ’ αὐτὴ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία. Ὥστε, βλέποντάς Τον ἐμεῖς πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ γένος μας καὶ πὼς μᾶς μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος, νὰ μὴν τρομάξουμε ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γι’ αὐτό, ὅποιος φορέσει τὴ στολὴ ποὺ φόρεσε ὁ Κτίστης (δηλαδὴ τὴν ταπεινοφροσύνη), τὸν Ἴδιον τὸν Χριστὸ ντύθηκε».
     (Τώρα), φάτνη εἶναι ἡ (κάθε) ταπεινὴ καρδιά, ποὺ μοναχὰ σ’ αὐτὴ πηγαίνει καὶ γεννιέται ὁ Χριστός.


     Ἡ Ἐκκλησία μας, φωτοβολᾶ μέσα στὸ χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ μέσα της, ἀκούγεται μιὰ ὑπερκόσμια μελωδία, σὰν ἐκείνη ποὺ ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Ποιός λαὸς ἄλλος, παρεκτὸς ἀπὸ ’μᾶς, ἔχει αὐτὴ τὴν εὐλογία; Ποιό ἄλλο ἔθνος τέρπεται κ’ εὐφραίνεται μὲ τέτοια οὐράνια ἀπηχήματα;

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)


[(1) Φωτίου Κόντογλου: 
«Ἔργα»,
Τόμ. Α΄: 
«Τὸ Ἀϊβαλί, ἡ Πατρίδα μου»,
Κεφ. 11ο, σελ. 112–114,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ», 
Ἀθῆναι 19957.
(2) Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης,
ἐπιλογὴ θέματος καὶ φωτογραφιῶν,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου