Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

«ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΑ!»

«ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΑ!»


     Ὁ Θεοφόρος Ἅγιος Ἰγνάτιος, μὲ τὸ νὰ μελετᾶ συχνὰ μέσα στὴν καρδιά του τὸ γλυκομελίῤῥυτο Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο εἶχε ἀνάψει ἡ ψυχή του καθὼς καὶ ὅλα του τὰ σπλάγχνα μὲ τὴν θεϊκὴ ἀγάπη καὶ τὸν θεϊκὸ ἔρωτα, ὥστε γινότανε ἐκστατικός, ὅλος ἐκτὸς ἑαυτοῦ.
     Γι’ αὐτὸ καὶ κάποτε ἔκραζε:
     «Μέσα μου δὲν ὑπάρχει καμμιὰ γήϊνη φωτιὰ καὶ καμμιὰ ἐπιθυμία ποὺ ν’ ἀγαπᾶ κάποιο πράγμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀλλά στὴν καρδιά μου μέσα βρίσκεται ἕνα θεϊκὸ νερὸ ποὺ πάντα κινεῖται καὶ ἀναβράζει ἀπὸ ἔνθεο ἔρωτα. Αὐτὸ τὸ νερὸ μοῦ κράζει πάντα ἐντός μου καὶ μοῦ λέει: Τι κάθεσαι σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο; Ἔλα νὰ πᾶμε στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα!”.
     Γι’ αὐτὸ κι’ ἐγὼ δὲν γλυκαίνομαι πλέον ἀπὸ τὰ φθαρτὰ φαγητά, οὔτε ἀπὸ τὶς ἡδονὲς αὐτῆς τῆς παρούσης ζωῆς. Ἀλλὰ θέλω κι’ ἐπιθυμῶ τὸ νερὸ τῆς Ζωῆς, τὸ νερὸ τὸ ἀθάνατο, ποὺ εἶναι ἡ παντοτεινὴ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀθάνατη Ζωή».  
     Κάποτε ἔλεγε πάλι ὁ Ἅγιος:
     «Ὁ δικός μου ὁ Ἔρωτας σταυρώθηκε! Ἡ Ἀγάπη ἡ δική μου, πέθανε!», ὀνομάζοντας ἔτσι τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Τέτοια λόγια τὸν παρακινοῦσε νὰ λέγει ἡ ἄσβεστη φλόγα τῆς θείας ἀγάπης ποὺ εἶχε ἀνάψει μέσα στὴν καρδιά του.  
     Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν μαρτύρησε στὴν Ῥώμη, ἐνῷ ὅλα τὰ ἄλλα του τὰ μέλη κι’ ὅλες του τὶς σάρκες τὶς εἶχαν καταφάγει τὰ λιοντάρια, τὴν ἁγία του καρδιά, ὅμως, δὲν ἀποτόλμησαν νὰ τὴν φᾶνε, ἀλλὰ τὴν ἄφησαν ἀκέραιη. Αὐτὴν τὴν φιλόθεη καρδιὰ τὴν πήρανε ἀσεβεῖς καὶ παμβέβηλοι στρατιῶτες καὶ τὴν ἔκοψαν σὲ δύο μέρη.
     Καὶ τότε –ὦ, τοῦ θαύματος!– βρήκανε γραμμένα μὲ χρυσᾶ γράμματα, στὸ ἕνα μέρος τῆς καρδιᾶς νὰ γράφει: «ΙΗΣΟΥ» 
καὶ στὸ ἄλλο μέρος: «ΧΡΙΣΤΕ», ὅπως μαρτυρεῖ γι’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ τὸ Σλαβονικὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου, ποὺ βρίσκεται στοὺς κώδικες τοῦ Βατικανοῦ.


     Δὲν μπορῶ ἐδῶ νὰ σιωπήσω τὰ λόγια αὐτοῦ τοῦ Θεοφόρου Πατρὸς Ἰγνατίου, μὲ τὰ ὁποῖα δείχνει πόσο μεγάλο ἔρωτα εἶχε πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ πόσο ἐπιθυμοῦσε νὰ πεθάνει ἀπὸ ἀγάπη γι’ Αὐτόν, ὁ μακάριος. Ἔτσι, γράφει στὴν δωδέκατη καὶ τελευταία του Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ῥώμης: 
     «Πῦρ καὶ σταυρός, θηρίων τε συστάσεις, ἀνατομαί, διαιρέσεις, σκορπισμοὶ ὀστέων, συγκοπαὶ μελῶν, ἀλεσμὸς ὅλου τοῦ σώματος, καὶ κόλασις τοῦ Διαβόλου, ἐπ’ ἐμὲ ἐρχέσθω. Μόνον ἵνα Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτύχω. Καλὸν ἐμοὶ ἀποθανεῖν διὰ Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐκεῖνον ζητῶ τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ ἀποθανόντα καὶ ἀναστάντα. Μὴ ἐμποδίσητέ με εἰς ζωὴν φθάσαι. Ἰησοῦς γὰρ ἐστιν ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν. Μὴ θελήσητέ με ἀποθανεῖν. Θάνατος γὰρ ἐστιν ἡ ἄνευ Χριστοῦ ζωή. Ζῶν γράφω ὑμῖν, ἐρῶν τοῦ διὰ Χριστὸν ἀποθανεῖν. Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται. Οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ πῦρ φιλοῦντι. Ὕδωρ δὲ ζῶν, ἁλλόμενον ἐν ἐμοὶ ἔσωθέν μοι λέγει· Δεῦρο πρὸς τὸν Πατέρα!. Οὐχ’ ἥδομαι τροφῇ φθορᾶς, οὐδὲ ἡδοναῖς τοῦ βίου τούτου. Ἄρτον τοῦ Θεοῦ θέλω. Ἄρτον Οὐράνιον, ἄρτον ζωῆς, ὅ ἐστι σὰρξ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πόμα θέλω τὸ πόμα αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἀγάπη ἄφθαρτος καὶ ἀένναος ζωή. Πιστεύσατέ μοι, ὅτι τὸν Ἰησοῦν φιλῶ, τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ παραδοθέντα»
     [Μὲ ἄλλα λόγια: «Φωτιὰ καὶ σταυρός, συγκέντρωση καὶ μάζεμα θηρίων ζώων, μαρτυρικὲς τομὲς καὶ διαιρέσεις ὀργάνων, σκορπίσματα ὀστῶν καὶ ἐγκοπὲς τῶν μελῶν, ἄλεσμα ὅλου τοῦ σώματος καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη διαβολικὴ τιμωρία, ὅλ’ αυτὰ ἂς ἔρθουν κατὰ πάνω μου. Ἀρκεῖ νὰ μὲ κάνουν νὰ βρῶ καὶ νὰ πετύχω τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καλὸ γιὰ μένα εἶναι νὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό. Ἐκεῖνον ἐγὼ γυρεύω· ποὺ πέθανε κι ἀναστήθηκε γιὰ μένα. Γι’ αὐτὸ μὴ μ’ ἐμποδίσετε νὰ φθάσω στὴ ζωή. Γιατὶ ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Μὴ θέλετε ἀπὸ μένα νὰ πεθάνω (πνευματικά, ἐὰν δὲν μαρτυρήσω). Γιατὶ θάνατος εἶναι ἡ ζωὴ δίχως τὸν Χριστό. Τώρα ποὺ ζῶ σᾶς τὰ γράφω αὐτά· ἔχω ἔρωτα νὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ δικός μου ὁ Ἔρωτας σταυρώθηκε. Δὲν ὑπάρχει μέσα μου φωτιὰ ἐπιθυμίας ποὺ ν’ ἀγαπάει κάτι ἄλλο. Μονάχα ἕνα ζωντανὸ καὶ τρεχούμενο νερὸ ὑπάρχει μέσα μου, ποὺ μοῦ λέει: Ἔλα πρὸς τὸν Πατέρα!. Δὲν θέλω οὔτε τὴν τροφὴ ποὺ φθείρεται, οὔτε τὶς ἡδονὲς αὐτοῦ τοῦ βίου. Θέλω τὸν Ἄρτο τοῦ Θεοῦ· τὸν Ἄρτο τὸν Οὐράνιο, τὸν Ἄρτο τῆς Ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ Σάρκα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ γιὰ πιοτὸ θέλω τὸ δικό Του τὸ πιοτὸ ποὺ εἶναι ἡ ἄφθαρτη ἀγάπη καὶ ἡ ἀέναη ζωή. Πιστέψτέ με· τὸν Ἰησοῦ μονάχα ἀγαπῶ. Αὐτὸν ποὺ παραδόθηκε γιὰ μένα σὲ θάνατο»].


     Τέλος, ἂς σημειωθεῖ, ὅτι αὐτὸς ὁ μακάριος Ἰγνάτιος ἦταν ἐκεῖνο τὸ νήπιο ποὺ ζήτησε ὁ Δεσπότης Χριστὸς κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή Του καὶ ἀφοῦ τὸ ἄγγιξε καὶ τὸ ἐναγκαλίσθηκε, εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὅστις ταπεινώσῃ ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν. Καὶ ὃς ἐὰν δέξηται παιδίον ἕν, ἐπὶ τῷ ὀνόματί Μου, Ἐμὲ δέχεται» (Ματθ. ιη΄ 14). Ἀπὸ αυτὴν τὴν αἰτία, μὲ ἐξαίρετο τρόπο, ὀνομάστηκε αὐτὸς ὁ Ἅγιος «Θεοφόρος». Μᾶς τὸ βεβαιώνει αὐτὸ ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς καὶ ὁ Νικηφόρος ὁ Κάλλιστος (βιβλ. β΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, κεφ. λε΄), καθὼς καὶ ὁ, μεταγενέστερος αὐτῶν, ὁ Δουπῖνος, στὸ χρονολογικό του πίνακα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, ὁ ὁποῖος καὶ γράφει ὅτι, ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν ἑφτὰ χρονῶν ὅταν τὸν βάσταξε στὰ χέρια Του ὁ Χριστός. Δέον λοιπὸν νὰ ὀνομάζεται μὲ τὴν παθητικὴ ἔννοια τῆς λέξεως «Θεοφόρος» καὶ ὄχι μὲ τὴν ἐνεργητική. «Θεοφόρος»· σὰν «βασταχθείς», σὰν αὐτὸς ποὺ βαστάχθηκε ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Καὶ ὄχι σὰν αὐτὸν ποὺ «βάσταξε» τὸν Θεό, ὅπως μικροπρεπῶς, πολὺ ψυχρὰ καὶ ἀσυναίσθητα λένε μερικοί. Παρ’ ὅλα αὐτά, εἶναι καὶ μὲ μιὰ διαφορετικὴ διττὴ σημασία «Θεοφόρος», ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος· ἐπειδὴ καὶ ἔφερε ἔνοικο στὴν ψυχή του τὸν Θεό καὶ γιατὶ εἶχε γραμμένο μέσα στὴν καρδιά του τὸ ὄνομα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἰπώθηκε καὶ πιὸ πάνω. Τοῦτον τὸν Ἅγιο τὸν τίμησε καὶ μὲ ἐγκώμιο, ὁ Ἱερὸς Χρυστόστομος, ποὺ ἔχει σὰν ἀρχή: «Οἱ πολυτελεῖς καὶ φιλότιμοι τῶν ἑστιατόρων…». Καὶ τὸν βίο του στὰ Ἑλληνικὰ τὸν συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, ἀρχίζοντας μὲ τὴν φράση: «Ἄρτι Τραϊανοῦ τὰ τῆς Ῥωμαίων βασιλείας τὰ σκῆπτρα…», ὁ ὁποῖος σώζεται στὴν Μεγίστη Λαύρα ἀλλὰ καὶ ἀλλοῦ. Τελεῖται ἡ Σύναξή του στὴν ἁγιώτατη Μεγάλη Ἐκκλησία. Τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ θείου Ἰγνατίου τὶς συγκέντρωσε ὁ Σμύρνης Ἅγιος Πολύκαρπος, ἀπὸ τὶς ὁποίες σώζονται μόνο δώδεκα.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ 
(1749–1809)



Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. γ΄. Θείας πίστεως. 
Θείῳ ἔρωτι ἐπτερωμένος, 
τοῦ σὲ ψαύσαντος, χερσὶν ἀχράντοις,
θεοφόρος ἀνεδείχθης Ἰγνάτιε·
καὶ ἐν τῇ Δύσει τελέσας τὸν δρόμον σου,
πρὸς τὴν ἀνέσπερον λῆξιν ἐσκήνωσας.
Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον.
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν λαμπρῶν ἀγώνων σου, ἡ φωτοφόρος ἡμέρα,
προκηρύττει ἅπασι, τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα,
τούτου γάρ, διψῶν ἐκ πόθου κατατρυφῆσαι,
ἔσπευσας, ὑπὸ θηρίων ἀναλωθῆναι·
διὰ τοῦτο θεοφόρος, προσηγορεύθης, Ἰγνάτιε ἔνδοξε.
Μεγαλυνάριον.
Ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον εἰς ζωήν,
Ἰγνάτιε Πάτερ, θησαυρίσας ἐν τῇ ψυχῇ,
ἔσπευσας τεθνάναι, ὑπὸ θηρῶν ἀγρίων·
διὸ τὴν μακαρίαν, ζωὴν ἐτρύγησας.



[Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου:
(1) «Συναξαριστὴς τῶν ιβ΄ μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ»,
τόμ. α΄, υποσημ. 1, σελ. 731–133,
ἐκδόσεις «Δόμος», Ἀθήνα 20052 ·
(2) «Αόρατος Πόλεμος»,
σελ. 318–319 (Ἐπίλογος),
ἐκδόσεις «Νεκτάριος Δ. Παναγόπουλος», 
Ἀθήνα 20016.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου