Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

«Η ΖΩΗ ΜΟΥ, ΟΛΟ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ!»

«Η ΖΩΗ ΜΟΥ, ΟΛΟ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ!»


     «Τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως ποτὲ δὲν τὸ εἶχα ἐπιθυμήσει. Οὔτε, ὅταν τὸ ἔλαβα, προσπάθησα νὰ “προχωρήσω”, δηλαδὴ νὰ τὸ καλλιεργήσω. Δὲν τοῦ ἔδωσα σημασία. Οὔτε ζήτησα ποτὲ ἀπ’ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ ἀποκαλύψει κάτι, γιατὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀντίθετο ἀπὸ τὸ θέλημά Του.
     Ἀλλά, μετά, ἀφοῦ ἔλαβα τὸ χάρισμα, ἄλλαξα ἐντελῶς: Ἡ ζωή μου, ὅλο χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση! Ζοῦσα μὲς στ’ ἄστρα, μὲς στὸ ἄπειρο, ψηλὰ στὸν οὐρανό! Πρῶτα, δὲν ἤμουν ἔτσι. Ἀπὸ τότε ποὺ αἰσθάνθηκα τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὅλα τὰ χαρίσματα πολλαπλασιάσθηκαν.
     Ἔγινα ἔξυπνος. Ἔμαθα Τριαδικοὺς Κανόνες”, τὸν Κανόνα τοῦ Ἰησοῦ” κι’ ἄλλους Κανόνες. Μόνο ποὺ τοὺς διαβάζανε καὶ τοὺς ψάλλανε στὴν Ἐκκλησία, ἐγὼ τοὺς μάθαινα ἀπ’ ἔξω! Τὸ Ψαλτήρι, τὸ ἔλεγα ἀπ’ ἔξω! Πρόσεχα κι’ ὁρισμένους Ψαλμοὺς ποὺ ταιριάζανε τὰ λόγια τους, νὰ μὴν τοὺς μπερδέψω. Ὅντως, ἄλλαξα! Ἔβλεπα πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν μιλοῦσα· δηλαδή, δὲν εἶχα τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πῶ, δὲν εἶχα πληροφορία”. Ὅλα τὰ ἔβλεπα, ὅλα τὰ πρόσεχα, ὅλα τὰ ἤξερα!
     Ἀπ’ τὴ χαρά μου, δὲν πατοῦσα στὴ γῆ! Τότε, ἄνοιξε ἡ μύτη μου καὶ μύριζα τὰ πάντα· ἄνοιξαν τὰ μάτια μου· ἄνοιξαν τ’ αὐτιά μου! Ἀπὸ μακρυά, τὰ καταλάβαινα. Τὰ ζῶα, τὰ πουλιά, τὰ ξεχώριζα ὅλα! Ἤξερα, ἀπ’ τὸ κελάηδημα, ἂν εἶναι κότσυφας, ἂν εἶναι σπουργίτι, ἂν εἶναι σπίνος, ἂν εἶναι ἀηδόνι, ἂν εἶναι κομπογιάννηδες, ἂν εἶναι τσίχλες. Ὅλα τὰ πουλάκια τὰ καταλάβαινα ἀπ’ τὴ φωνή τους. Τὴ νύκτα, ξημερώνοντας, χαιρόμουνα τὴν συναυλία ποὺ ἔκαναν τ’ ἀηδόνια, τὰ κοτσύφια, ὅλα, ὅλα!…
     Ἔγινα ἄλλος, καινούργιος, διαφορετικός! Ὅ,τι ἔβλεπα, τὸ ἔκανα προσευχή. Τὸ γύριζα στὸν ἑαυτό μου. Γιατί τὸ πουλὶ νὰ ψάλλει καὶ νὰ δοξολογεῖ τὸν Πλάστη; Ἤθελα νὰ τὸ κάνω κι’ ἐγώ!
     Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ λουλούδια. Τὰ λουλούδια, τὰ καταλάβαινα ἀπ’ τὶς μυρουδιές· καὶ τὸ ἄρωμά τους τὸ ἄκουγα ἀπὸ μισὴ ὥρα μακρυά. Παρατηροῦσα τὰ χόρτα, τὰ δέντρα, τὰ νερά, τὰ βράχια.
     Ἂαα!... Μὲ τὰ βράχια, μιλοῦσα! Πόσα εἶχαν δεῖ, αὐτά! Τὰ ρωτοῦσα, καὶ μοῦ λέγανε ὅλα τὰ μυστικά τῶν Καυσοκαλυβίων! Κι’ ἐγώ, συγκινιόμουν καὶ κατανυγόμουν. Τὰ ἔβλεπα ὅλα μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπα, ἀλλὰ δὲν μιλοῦσα. Συχνά, πήγαινα στὸ δάσος. Πολὺ μ’ ἐνθουσίαζε νὰ περπατῶ ἀνάμεσα στὶς πέτρες καὶ τὰ σχοῖνα, τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα δέντρα…». 


ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


[Ὁσίου Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου: «Βίος καὶ Λόγοι», 
μέρος 1ο, κεφ. 2ο («Ἅγιον Ὄρος–Καυσοκαλύβια»), σελ. 84–85, 
ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά, Ὀκτώβριος 200910.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου