Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


      Όλο αυτό το ψευτορωμαίικο που εξαθλίωσε και διέλυσε την Πατρίδα μας, τόσες δεκαετίες, πρέπει πάση θυσία να φύγει. Κι αυτό είναι που πάει να γίνει τώρα. Γι’ αυτό και έχουν συγκεντρωθεί τόσα μελανά σύννεφα κατάπικρων δοκιμασιών πάνω από τη ζωή και τον τόπο μας. Βέβαια, έχουμε κι εμείς την ευθύνη στο ακέραιο, ο καθένας προσωπικά, σαν πρόσωπα, σαν κοινωνία, σαν λειτουργήματα, σαν λαός: ανεβάζαμε στην κρατική εξουσία και στην κάθε υποεξουσία ανθέλληνες και μισέλληνες, ποταπούς ανθρώπους που ήταν ξεφτιλισμένοι είλωτες απάνθρωπων διευθυντηρίων και κατάπτυστοι ουραγοί αλαζονικών και ανάξιων διευθυντών, δημάρχων, υπουργών, κυβερνήσεων. Τους σπείραμε μέσα από την απληστία των επιθυμιών μας, τους κυοφορήσαμε, τους γεννήσαμε, τους θρέψαμε, τους αναδείξαμε, συμβασιλεύσαμε μαζί τους, συσπειρωθήκαμε στην γραμμή της αρπαχτής, συμβολευτήκαμε μαζί τους στα πορνοστάσια των πολιτικών ιδεών, δεν αντισταθήκαμε καθόλου στην κολακεία, στην κομματική μηχανουργία, στο συλλογικό δόλο, στο κατά συρροή γλύψιμο, στο επιδιωκόμενο ή επιβαλλόμενο γόητρο της εξουσίας, στο ακόρεστο πάθος και στην αρρωστημένη εμμονή μας να εξασφαλίσουμε υλιστικά το είναι μας και να αποκαταστήσουμε ακόμη και το κατά σάρκα σόι του. 

      Μετά από όλη αυτήν την πείρα του μακρινού ή κοντινού παρελθόντος, έχουμε επίσης υπεραπόλυτη και διπλή την ευθύνη που συνεχίζουμε να είμαστε αυτό που είμαστε, που ακόμη παραμένουμε αναίσθητοι, αφώτιστοι και ασύνετοι, αμετανόητοι, άκριτοι, κακοί και θρασείς εκτιμητές των πραγμάτων, γιατί εξακολουθούμε να είμαστε κατά βάθος τυφλοί και αόμματοι, κυρίως και πρωτίστως πνευματικά. Αφήσαμε και παραπετάξαμε τα κλειδιά της πραγματικά μεγαλειώδους ζωής για τα αχρεία κλάσματα της προσωρινής ευμάρειας, της καλής ζωής, της ευωχίας του λατρεμένου μας εαυτούλη. Ακόμη και τώρα, το μόνο που μας καίει είναι το τι ύλη χάνουμε, τι λεφτά μάς αφαιρούν, τι ψωμί δεν μπαίνει στο στομάχι μας. Η ζωή μας, «συρρικνώθηκε» επειδή ακριβώς σταμάτησε απότομα το αχαλίνωτο πάρτυ που υπήρχε διάσπαρτο παντού και που τροφοδοτούσε τη μόστρα της εικόνας μας. «Το σύστημα που τρώει τα παιδιά του», θα μπορούσε να είναι συνοπτικά ο τίτλος του δικού μας πονεμένου «στόρυ», αυτό που έλαχε την ελληνική επικράτεια να ζει. Και να, που το πρώην χαρωπό σύστημα, αίφνης, έγινε τώρα μοχθηρό, βλοσυρό και αμείλικτο και πετάει τις ανυποψίαστες υπάρξεις μας κατάβαθα στο φρέαρ της θλίψης που αυτό το ίδιο παρασκεύασε για μας και για όσους το παρασκεύαζαν και το συνιστούσαν τόσο καιρό, με χίλιους δυο άθλιους τρόπους. 

      Κανείς όμως από μας δεν αίρει την μάχαιρα της αυτοκριτικής, για να πει καθαρά και ξάστερα ποιον Θεό προσπέρασε και ποιον Θεό ξέχασε τόσα χρόνια και τόσα ζαμάνια· ποιον Θεό απαξίωσε και αγνόησε· ποιον Θεό αρνήθηκε και ποιον Θεό έφτυσε με τη ζωή του και τα έργα του· ποιον Θεό δεν θέλησε να θυμηθεί, να πιστέψει, να αγαπήσει και να ακολουθήσει· και, τέλος, ποιον δαιμονικό θεό, μέσα του και γύρω του, έσπευσε να προσκυνήσει και να υποταχθεί. Πώς γίνεται πια να ζούμε όλοι μαζί την απόλυτη εξαθλίωση της Πατρίδος μας και, ταυτόχρονα, όλοι εμείς να ισχυριζόμαστε ότι όλοι ανεξαιρέτως είμαστε τόσο «πιστοί»; Άραγε, από την πολλή την «πίστη» μάς ήρθε αυτό το πολυεδρικό δεινό που ζούμε; Η ελευθερία μας, σκλαβώθηκε ολότελα στην πολυποίκιλη ειδωλολατρία μας. Η καθαρόψυχη ευθύνη παραδόθηκε στην αποχαύνωση. Η καρδιά, παρά τις αρχικές αντιστάσεις της, ναυάγησε στο βυθό της υποκρισίας. Η μετακατοχική γενιά, βάσει των απωθημένων της από την κακουχία και τη στέρηση του παρελθόντος, τα έκανε όλα ρημαδιό καταλύοντας παραδόσεις και αξίες που έτρεφαν και αναζωογονούσαν ψυχές, ακόμη και δίχως τροφή και ύλη. Η άλλοτε ελληνοπρεπής τιμή, η τσίπα, το φιλότιμο και η μπέσα του ελληνικού προσώπου βουτήχτηκαν με φόρα στα καμίνια του ψεύδους, της ατιμίας και της απατεωνίας. Το υπαρκτικό τέλμα σφράγισε κάθε ικμάδα μας. Η μολυβένια μοναξιά ρούφηξε όλα μας τα χνώτα και ψυχοτροπίασε τη ζήση μας. Το χάος της προσωπικής μας αθεΐας συνεισέφερε και το χάος στην Πατρίδα, σαν επώδυνο διαρκές βίωμα σαρώνοντας όλο το σκηνικό της ζωής μας. 

      Έλεγε ο Άγιος Πορφύριος· «όπου δεις πολιτική ακαταστασία, να ξέρεις ότι εκεί έχει πέσει πολύ αμαρτία». Επίσης και ο Άγιος Παΐσιος· «αν τα υλικά πράγματα δεν μοιράζονται με το Ευαγγέλιο, στο τέλος θα μοιραστούν με το μαχαίρι». Τώρα, άφωνοι και μουδιασμένοι όλοι, ζούμε την αποδόμηση και την εκφύλιση των πάντων. Ζούμε αυτό το κοφτερό και δίστομο «μαχαίρι», παντού. Όλα, μας αφαιρούνται και μας κόβονται: τα λεφτά, τα δικαιώματα, τα όνειρα, η έμπνευση, η δημιουργία, η ζωή, η εξέλιξη, το μέλλον. Δεν λέω ότι είναι δίκαιο και σωστό αυτό. Αλλά ότι ασφαλώς είναι ένα δευτερεύον άδικο που ακολούθησε πιστά το πρώτο και παμμέγιστο άδικο το οποίο, ομολογουμένως, κούρνιαζε μέσα μας, το οποίο εμείς δεν δίναμε ποτέ σημασία. Και αυτό είναι η ενδόμυχη και πρώτη αδικία που λέγεται αθεΐα, απιστία, απείθεια, θεομαχία, άρνηση Θεού και θείων πραγμάτων. Είναι απίστευτο να βλέπεις στην Ελλάδα μια τεράστια πλειοψηφία από χριστιανούς οι οποίοι είναι τυπικά μεν βαπτισμένα μέλη του Χριστού και της Εκκλησίας και, συνάμα, να εμφορούνται από τόση μεγάλη άγνοια, άρνηση ή διαστρέβλωση της πίστης προς τον Χριστό! Και, παράλληλα, είναι απίστευτο να βλέπεις ότι όλη η φρικιαστική και εγκληματική αντικοινωνική πολιτική, όλος ο τρόμος και η καταλήστευση του λαού, είναι εδώ και αναδύεται εξόφθαλμα από το ανύπαρκτο και κουρελιασμένο κράτος που κάποτε πιστεύαμε και πάνω στο οποίο στηριζόμασταν. Το κουρελιασμένο κράτος όμως, το αποτελούν απαραίτητα και κουρελιασμένες από την αμαρτία ψυχές. Πώς να δώσει αίμα ο αναιμικός στον αναιμικό;  

      Οι εξελίξεις είναι επώδυνες, αιματηρές, ραγδαίες. Τρέχουν και αφήνουν τη λογική, την κρίση και την έγκρισή μας πολύ πίσω. Και έτσι πρέπει. Όλοι μας οι μύθοι, όλες μας οι ιδέες και οι πλάνες, όλες οι χαμένες ελπίδες, τα σαθρά δεκανίκια και τα στηρίγματά μας, όλες οι πολύμορφες αφελείς ή ανέντιμες επενδύσεις μας, πρέπει να ξεκαρφωθούν από τον ορίζοντα της αντίληψής μας· μιας αντίληψης, που ήταν και είναι γεμάτη από λασπερή αγάπη για την ύλη. Μέσα στο μεθύσι της δυτικοποίησής μας, μέσα στο καταπιεστικό όραμα του ευρωπαϊσμού, μέσα στον ασίγαστο οίστρο της καταναλωτικής μας παράνοιας, κανένας δεν ήθελε και δεν θέλησε να ακούσει και να πιστέψει την ευγενή διαβεβαίωση του Θεού για την ύπαρξη του ανθρώπου, ότι, «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Λατρεύαμε και αγαπούσαμε τον Θεό σαν «καταθλιπτικά αμερικανάκια»: Τον λατρεύαμε και Τον αγαπούσαμε μονάχα ως παροχέα και δοτήρα παντοειδών αγαθών και όχι ως το ένα και μοναδικό ένστοργο Αρχέτυπο του αιώνιου Πατέρα και του απόλυτου Αγαθού· της Αγάπης. Κρίμα στο κρίμα, πτώση στην πτώση, προδοσία στην προδοσία, δραπετεύσαμε από τη μάνδρα της πατρικής φιλανθρωπίας Του. Θελήσαμε η ζωή μας να είναι μια ζωή αβαθής, άχαρη και χαρωπή, χαμένη και αβίωτη, χωρίς κανένα βλέμμα προς την αιωνιότητα, χωρίς καμία εμβίωση χάριτος στο στέρνο της ύπαρξής μας. Κι έμεινε κατόπιν, όλο το μαρτύριο δικό μας και όλη η καρτερία δική Του. Αλλά, πάντα και πάλι Αυτός εκεί, να μας αγαπά και να μας περιμένει διαχρονικά· Έτσι, ο Θεός μας, σύμφωνα με την προσευχή του Μανασσή, από άφραστη αγάπη, «Θεὸς τῶν μετανοοῦντων ἐστι». Και εμείς, μόνο εάν μετανοήσουμε, θα μπορέσουμε να έχουμε ανοιχτή καρδιά και εκείνη την ωριμότητα που προάγει δυναμικά κρυστάλλινη πρόοδο σε όλα τα επίπεδα. 

      Ο άνθρωπος που βλέπει αθόλωτα και με βαθιά επίγνωση τις αμαρτίες του, βλέπει και καθαρά τον Θεό του και τον πλησίον του. Και έτσι, πάνω σε αυτό το πνευματικό μεγαλείο της ύπαρξης που μετανοεί, ριζώνει και αναπτύσσεται κάθε έννοια και πράξη δικαιοσύνης και αγάπης. Εμείς, τόσα χρόνια, τι βλέπαμε; Τι αισθανόμασταν; Το υπέρτατο και απόλυτο Τίποτα: τον εαυτό μας, να επεκτείνεται με τα κακότροπα θελήματά του παντού: στην κοινωνία, την πολιτική, την παιδεία, την εκκλησία. Τώρα, η «αξίνη» που λέει το Ευαγγέλιο, βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και προβλέπεται ο θεϊκός κασμάς να μη χαριστεί σε κανένα σάπιο(ν) και σε καμία σαπίλα. Και, το σάπιο, ας μη ψάξουμε να το βρούμε έξω, μακριά και πέρα από εμάς, έξω από τον εαυτό μας, αλλά πρωταρχικά μέσα μας, στον καθένα από μας. Όλα τα μυστήρια και τα δωρήματα του Θεού που πήγαν να γίνουν «σύστημα» και «θεσμός», «τάξη» και «καθεστώς», «ηθική» και «πρέπον», με κρούστα «ευεργεσίας» και «ωφέλειας»τώρα, ή θα αλλάξουν ριζικά ή θα αποδομηθούν τελείως ή θα παταχθούν πλήρως. Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτήν την κάθαρση, την έχουμε ανάγκη όλοι, πια: πολιτεία, εκκλησία, κοινωνία, «λαός και κολωνάκι». Είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε «μας συμφέρει» είτε «δεν μας συμφέρει». Δόξα τῷ Θεῷ, τα ψέματα και οι μάσκες, οι υποκρισίες, οι ρόλοι, οι απάτες και οι δημαγωγίες, τελειώσανε ή τελειώνουν προς λύπη των αυτουργών και των υπαιτίων. Τελειώσανε και τελειώνουν και γι’ αυτούς που συνεχίζουν (με την επάρατη άδειά μας) να το παίζουν ακόμη «αληθινοί», «έντιμοι», «δίκαιοι», «σωτήρες» και «μεταρρυθμιστές». Κανένας μεσσίας δεν βγήκε ποτέ από την νεοελληνική κάλπη της πολιτικής που αναδύεται από στοές. Γιατί και αν ακόμη έβγαινε, αυτό θα ήταν καθαρά συστημική βλασφημία. Όλες ανεξαιρέτως οι αυταπάτες και οι αισχύνες μας, θα σαρωθούν από την πραγματική σωτηρία που έρχεται να βιωθεί μέσα από τη δοκιμασία των ημερών και τη θλίψη της εποχής, επιφυλάσσοντας όμως για μας στο τέλος μία μεγάλη εύνοια και δικαίωση από Θεού, μία ανείπωτη χαρά και δόξα. Η μετάνοια πρώτα και μετά η αγάπη, αλλάζουν αέναα και βαθιά τον κόσμο. Δεν μπορείς να αγαπήσεις, εάν πρώτα δεν μετανοήσεις. Δίχως μετάνοια, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία ποθητή κάθαρση. Το μίσος θα επικρατεί γιατί θα προβάλλεται και θα εκλαμβάνεται σαν αγάπη. Η ρώτα της υποκρισίας, θα συνεχίζει με θράσος να σκορπά θλίψη, απόγνωση και θάνατο. Οι ζωές μας θα είναι προορισμένες για να γεύονται μία συνεχή ήττα. Γι αυτό και η τελική νίκη, στην έκβαση των πραγμάτων, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στις ψυχές που μεταμελούν και μετανοούν. Και το έλεος του Θεού, είναι άπειρο και αδαπάνητο, μη καταδικάζοντας κανέναν που το αναζητά από καρδιάς. Γιατί ο Θεός μας, είναι ο Μόνος Θεός που είναι αγάπη και αλήθεια, αλήθεια και αγάπη, μαζί. 
     «Ἀλλὰ θαρσεῖτε! Αὐτὸς (ὁ Χριστὸς) νενίκηκε τὸν κόσμον!» (πρβλ. Ἰωάν. ιστ΄ 33).


π. Δαμιανός








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου