Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

ΠΟΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΠΟΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


     Ο περίφημος για την οσιακή του ζωή, ο χαρισματικός Στάρετς Ζαχαρίας (1850–1936) διηγήθηκε –μάλιστα δε, το υπαγόρευσε ο ίδιος– ένα περιστατικό, συγκινητικό για το βαθύ του περιεχόμενο. Περιστατικό που συνέβη σε κάποιον νέο, τελείως άπειρο από ψέμα και πονηριά, ο οποίος από την παιδική του κιόλας ηλικία διακρινόταν για την αγάπη του προς την αλήθεια. Εδώ φαίνεται η ψυχή ενός αγράμματου αλλά καθαρού και τίμιου ανθρώπου, με πίστη μικρού παιδιού πίστη ακλόνητη και απλή που είχε καρδιά και θέληση καθαρή και που αγωνιζόταν για τον Θεό· επρόκειτο για μια ψυχή ταγμένη λίγο παρακάτω από τους αγγέλους. Και, όντως, αυτός ο άνθρωπος είχε γίνει σοφός· ικανός να βλέπει τα ουράνια και τα επίγεια.


     Το γεγονός αυτό συνέβη στη Ρωσία, στα απόμερα βάθη αυτής της χώρας, σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μιλίων από το πιο κοντινό χωριό. Εκεί ζούσε ένας ορφανός χωρικός, ο οποίος ήταν τελείως αγράμματος, παρ όλα αυτά εργατικός. Πάντα εργαζόταν και δεν πέρασε ούτε στιγμή στη ζωή του με οκνηρία. Η ψυχή του ήταν καθαρή σαν το κρύσταλλο. Σε κάθε υπόθεση πάντοτε υπάκουγε τη συνείδησή του, η οποία ήταν ευθεία κι όχι ασθενική· πραγματικά, επρόκειτο για μια ευθεία, ευαίσθητη και αυστηρή συνείδηση. Με τον απλό τρόπο της ζωής του δεν την καταπάτησε ποτέ με την παρακοή και, έτσι, άκουγε πάντα τη φωνή της. Αν κάποιος παρακούσει τη συνείδηση μια φορά, δυο φορές ή και περισσότερο ακόμη, τότε δεν την ακούει πια.


     Ο απλοϊκός αυτός άνθρωπος τηρούσε τις νηστείες και τρεφόταν με το ελάχιστο. Ήταν πάντοτε χαρούμενος και γεμάτος ενθουσιασμό για τη ζωή. Δεν κατέκρινε κανέναν ποτέ, θεωρώντας τον εαυτό του χειρότερο και κατώτερο από κάθε άλλον. 

     Μια μέρα, άκουσε από έναν «προσκυνητή» πως, «για να σωθεί κανείς, πρέπει ν αναλάβει τον σταυρό του και ν ακολουθήσει τον Χριστό». Ο απλοϊκός μας άνθρωπος δεν είχε πάει ποτέ μεγάλος στην εκκλησία, αφού αυτή ήταν πολύ μακριά από το χωριουδάκι όπου ζούσε. Είχε βαπτισθεί σε νηπιακή ηλικία, μα δεν θυμόταν καθόλου το λόγο αυτό: «Πρέπει ν αναλάβεις τον σταυρό σου και ν ακολουθήσεις τον Χριστό»! Εντούτοις, αυτά τα λόγια ο ίδιος τα βίωσε στην κυριολεξία.


     Παράγγειλε ένα ξύλινο σταυρό και αποφάσισε να τον πάρει και ν ακολουθεί τον Χριστό. Η καθαρή ψυχή του ποθούσε τον Θεό, η καρδιά του διψούσε τη σωτηρία, αλλά πώς να Τον ακολουθήσει; Και πού; Σε ποιο δρόμο; Πού ήταν ο Χριστός; Να, ο σταυρός· αλλά πού να τον πάει; 

     Ο απλοϊκός άνθρωπος άφησε τα λίγα του υπάρχοντα καθώς και τη δουλειά του. Σήκωσε τον σταυρό του πάνω στους ώμους του και ξεκίνησε. Βάδισε, όπως λέει κι η παροιμία, «ακολουθώντας τη μύτη του». Βάδιζε, βάδιζε για πάρα πολλή ώρα και, επιτέλους, μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος, συνάντησε ένα ανδρικό μοναστήρι. 
     Χτύπησε την πόρτα. 
     «Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε με απορία ο πορτάρης, «και πού πας με τον σταυρό σου;».
     «Να, εδώ είμαι, βαστάζοντας τον σταυρό μου! Αλλά δεν ξέρω πώς να φθάσω στον Χριστό· δεν θα μου δείξεις το δρόμο;».
     «Πω, πω! Βρήκαμε ένα παλαβό! Θα πάω να το πω στον ηγούμενο».


     Πήγε ο μοναχός και το είπε στον ηγούμενο, ο οποίος έμεινε κατάπληκτος και πρόσταξε να φέρουν μέσα τον απλοϊκό άγνωστο. 
     «Μα, δεν έρχεται! Επιμένει να μην αφήσει τον σταυρό του και, έτσι, δεν μπορεί να μπει μέσα στο κελλί σας μαζί με τον σταυρό, ο οποίος είναι πολύ μεγάλος!».
     Έτσι λοιπόν, πήγε ο ίδιος ο ηγούμενος προς τον απλοϊκό επισκέπτη. Κουβέντιασε μαζί του και είδε ότι είναι ένας άνθρωπος του Θεού.
     «Λοιπόν, αν θέλεις, θα σε βοηθήσουμε να φτάσεις τον Χριστό. Κι εμείς σ’ Αυτόν πηγαίνουμε!», τον διαβεβαίωσε ο ηγούμενος
     «Τότε, πού είναι οι σταυροί σας;», απόρησε ο ξένος, «Ξέρετε ότι ο Κύριος δεν θα σας δεχθεί χωρίς να έχετε κανένα σταυρό;».
     «Είναι μέσα μας. Εμείς τους βαστάμε μέσα μας», απάντησε ο ηγούμενος.
     «Μα, πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε πάλι με έκπληξη ο ξένος.
     «Εσύ ο ίδιος θα δεις το πώς. Αλλά, προς το παρόν, θα σου δώσω την ευχή μου να μείνεις εδώ μαζί μας και νά χεις ένα διακόνημα· να καθαρίζεις την εκκλησία. Πάρε τον σταυρό σου και φέρ’ τον στην εκκλησία».


     Ο απλοϊκός άνθρωπος μπήκε μέσα στην εκκλησία με πολύ φόβο κι άρχισε να καθαρίζει. Σήκωσε το κεφάλι του και, πάγωσε! 
     Εκεί ψηλά, πάνω του, πάνω απ το ιερό, είχε φτιαχτεί ένας μεγάλος ξύλινος Σταυρός και πάνω Του εικονιζόταν σε φυσικό μέγεθος ο Εσταυρωμένος Κύριος. 
     Ο απλοϊκός μας άνθρωπος δεν είχε δει ποτέ τέτοιο πράγμα. Τον κοίταζε και Τον ξανακοίταζε. Καρφιά ήταν βαλμένα μέσα στα χέρια και τα πόδια Του, απ’ όπου ανέβλυζε αίμα. Στο στήθος Του, επίσης, υπήρχε αίμα κι ένα τραύμα. Και το κεφάλι Του ήταν κι αυτό λουσμένο στο αίμα· το δε πρόσωπό Του πρησμένο και χτυπημένο. 
     Ποιος ήταν;... Ποιος να ήταν Αυτός;... 
     «Άνθρωπε, Ποιος είσαι; Και Συ, λοιπόν, βάσταξες τον Σταυρό Σου και δεν αποχωρίστηκες απ Αυτόν; Αλλά, πώς γίνεται νά σαι Κρεμασμένος στον Σταυρό Σου;». 
     Αίμα έσταξε στην καρδιά του απλοϊκού. Ένοιωσε τόση αγάπη και οίκτο γι’ Αυτόν που έπασχε, που του φαινόταν πως θά ’δινε και την ζωή του ακόμη, αν μπορούσε να εξυπηρετήσει σε κάτι τον Πάσχοντα και να Τον βοηθήσει.
     «Αλλά πώς μπορείς να κρέμεσαι εκεί συνέχεια χωρίς τροφή; Έλα κάτω! Κατέβα από τον Σταυρό Σου και θα Σου δώσω εγώ να φας!».
     Γονατιστός, ο απλοϊκός άνθρωπος, ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε χωρίς σταματημό. 
     «Κατέβα κι έλα σε μένα! Δίδαξέ με πώς και πού να βαστάω τον σταυρό μου; Μήπως πρέπει κι εγώ να σταυρωθώ πάνω του;».

     Έτσι, προσευχόταν προς τον Εσταυρωμένο για μερικές μέρες και μερικές νύχτες, μ’ όλη του την καρδιά. Έπεσε κάτω μπροστά Του κι έγινε μούσκεμα από τα δικά του δάκρυα. 
     Και ο Εσταυρωμένος, ακούγοντας τις προσευχές που υψώνονταν προς Αυτόν από τα βάθη μιας καρδιάς σαν τη δική του, κατέβηκε από τον Σταυρό και δίδαξε αυτόν τον απλοϊκό άνθρωπο πώς να βαστάει τον σταυρό του για να έρθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Κανένας δεν μπορεί να σωθεί χωρίς τον σταυρό του.


     Ο Κύριος αποκάλυψε στον απλοϊκό άνθρωπο το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, το μυστήριο της αγάπης της Αγίας Τριάδος· του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
     «Εγώ είμαι ο Υιός του ουρανίου Πατρός και έχω λυτρώσει το ανθρώπινο γένος με τον Σταυρό Μου. Κανένας δεν θα μπορέσει να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών χωρίς τον σταυρό του· και κανένας δεν πρόκειται να δεχθεί τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του δίχως αυτόν. Χρειάζεται μονάχα να ενώσεις τον σταυρό σου με τον Σταυρό του Γολγοθά και να πλέξεις γύρω του, σαν τριαντάφυλλα, τα έργα της αγάπης».


     Ο απλοϊκός μας άνθρωπος τ’ άκουγε όλ’ αυτά και δέχθηκε Άγιο Πνεύμα μέσα στην καρδιά του. Και ο Κύριος τού αποκάλυψε πως μέσα σε λίγες μέρες θ’ αναχωρήσει για τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο απλοϊκός, με χαρά άρχισε να προετοιμάζεται για το θάνατό του, προσευχόμενος ακατάπαυστα και ευχαριστώντας τον Θεό για όλα. Επίσης, πήγε και εκμυστηρεύθηκε και στον ηγούμενο την ώρα του τέλους του, όπως αυτή του αποκαλύφθηκε. 

     Ο ηγούμενος δάκρυσε και τον παρακάλεσε να πει λίγες προσευχές στον Κύριο και γι’ αυτόν. 
     Μ’ όλη του την καθαρή καρδιά, ο απλοϊκός άνθρωπος του Θεού άρχισε να μεσιτεύει προς τον Σωτήρα Χριστό και για τον ηγούμενο λέγοντας τα εξής: «Πάρε κι αυτόν στη Βασιλεία των Ουρανών! Απόλυσέ τον από την πρόσκαιρη τούτη ζωή!». 
     Του απαντά ο Κύριος: «Αλλά, γιατί πρέπει να πάρω κι αυτόν; Αφού δεν είναι ακόμη έτοιμος!». 
     Παρακαλάει και πάλι ο απλοϊκός: «Ω, παρ’ τον, Χριστέ μου! Για χάρη εκείνης της αγάπης που μού ’δειξε, όταν μού ’δωσε διπλή μερίδα ψωμί, που το μισό της τό ’φερα σε Σένα. Κάμε λοιπόν αγάπη και σ’ αυτόν, για χάρη της αγάπης που έκαμε αυτός σε μένα. Παρ’ τον στη Βασιλεία των Ουρανών! Ω, Κύριε και Θεέ μας, Εσύ που είσαι ο Σωτήρας μας, που σταυρώθηκες για χάρη μας! Άκουσε την προσευχή μου και μη του στερήσεις την ανέκφραστη χάρη και χαρά Σου!».


     Και ο Κύριος άκουσε τις προσευχές του απλοϊκού Του δούλου και του αποκάλυψε την ώρα του θανάτου και του ηγουμένου. Και ο απλοϊκός άνθρωπος, με τη σειρά του, φανέρωσε στον ηγούμενο την ώρα και του δικού του τέλους. Έτσι, ο ηγούμενος άρχισε να ετοιμάζεται κι αυτός για τη μετάθεσή του προς την αιωνιότητα.
     Στη διορισμένη λοιπόν μέρα και ώρα, ο απλοϊκός και αγνός λάτρης του Χριστού αποδήμησε ειρηνικά προς τον Κύριο. Και μετά από δυο βδομάδες, κατά την ορισθείσα μέρα και ώρα, εκοιμήθη και ο ηγούμενος του μοναστηριού...




[(1) «Ο Στάρετς Ζαχαρίας»,
κεφ. ε΄, σελ. 117–121,
Μετάφραση από την Αγγλική:
Μοναχός Ησαΐας Σιμωνοπετρίτης,
(Σημείωση: 
Κάποιες αμυδρές και ελάχιστες 
τροποποιήσεις ή απαλοιφές 
του παλαιού και «άστρωτου» ύφους 
της γλώσσας του κειμένου
κρίθηκαν αναγκαίες από μας,
πάντα με τη δέουσα προσοχή και σεβασμό
προς το αχάλκευτο και ακέραιο 
της εκδοτικής εργασίας),
έκδοση «Ίνδικτος»
και Ιερού Κοινοβίου
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής, Δεκέμβριος 20024·
(2) Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου:
«Λόγοι» τόμ. Ε' – «Πάθη και Αρετές»,
ενότ. 2η, μέρ. 4ο, κεφ. 1ο, σελ. 273–274,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Δεκέμβριος 20061.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου