Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

«ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; ΕΛΕΗΣΕ ΚΙ ΕΜΕΝΑ!»

«ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; ΕΛΕΗΣΕ ΚΙ ΕΜΕΝΑ!»


Αλλάζουμε μέσα σε κάθε λεπτό και δευτερόλεπτο που περνάει και μας χαιρετάει δίχως φωνή και δίχως ακρόαση· αλλάζουμε και δεν το παίρνουμε χαμπάρι.

Δεν μοιάζει να το έχουμε για καλό αυτό, να το πιστεύουμε κιόλας, δεν το συνειδητοποιούμε και δεν φαίνεται να το εγκρίνουμε.

Χρεώνουμε τα πάντα ή τα περισσότερα απ’ αυτά στους άλλους. Και οι άλλοι με τη σειρά τους σε μας. Η ευθύνη, το σιωπηλό απόβλητο των περισσότερων σχέσεων. Και το δικαίωμα, η λατρεμένη αναφορά τους.

Τα ρίχνουμε όλα στο παρελθόν που μας φόρτωσε βιώματα τραυματικά, που μας έστεψε με αγκαθερές χαρές, με άληκτα μαρτύρια που δεν τα σκέπασε ακόμη το χώμα του χρόνου, ο κουρνιαχτός της λήθης. 

Ψάχνουμε να βρούμε στ’ απορημένα πρόσωπα των δικών μας περασμένες και φευγάτες στοργές. Μα αυτές είναι φευγάτες πρώτα από την εστία της δικής μας καρδιάς.

Θρέφουμε μυστικά μνήμες και ανάγκες ίσαμε να βηματίσουν στο πολυδαίδαλο σήμερα τα τρυφερά μας οράματα. Μα, το σύστημα δεν θέλει πια τα τρυφερά, θέλει τα αιχμηρά.

Μένουμε κολλημένοι σε αλησμόνητα φίλτρα και σε πάθη που λήξανε, που παύσανε ειρηνικά ή με πάταγο γιατί απλά δεν μπορούσαν να είναι αιώνια δίπλα μας· γιατί εμείς είμαστε οι πρωτόφθαρτοι.

Εμείς φταίμε κατά βάθος και κατά πάντα που αγνοήσαμε τη φύση τους: την άφιλη προσκαιρότητα, την ακατανόητη φθορά στα εγκόσμια. 

Αναρωτιόμαστε ακόμη γιατί δεν μας κάνουν πια τα ωραία αλλά παλιά πουκάμισα των σχέσεων που φθαρήκανε, χωρίς την ιδέα και την άδειά μας. Κάποτε πρέπει να έχεις και καμιά υποψία για κάτι.

Πόσο φαιδρούς και ασύνετους μάς κάνουν τ’ ατσαλένια θελήματά μας, η φρούδα φαντασία που θάλπει τις βαθιά ριζωμένες προσδοκίες μας!

Αγκυλωνόμαστε παρατεταμένα και ανομολόγητα σε διαπιστώσεις, σε πορίσματα για το παρόν που συνεχώς δραπετεύει, που τρέχει δαιμονισμένα, δίχως εμάς και πέρα από μας.

Στάζουμε λογιοτατισμούς του τίποτα μπλεγμένους με αφορισμούς που δεν ωφελούν, αλλά μάλλον πλήττουν και κουράζουν. 

Ζυγιάζουμε σχολαστικά τα πράγματα όταν οφείλουμε να τα υποδεχόμαστε με παιδική απλότητα και αδολότητα νηπίων.

Σκοντάφτουμε και εμμένουμε αντί να υπερβαίνουμε, χάνοντας τις δροσιές της θεϊκής στοργής που θεραπεύει κάθε ενδόμυχο σαράκι.

Γινόμαστε τύποι αψήφιστοι, άσκεφτοι και πρόχειροι όταν είναι χρεία να είμαστε προσεκτικοί, εχέφρονες και νουνεχείς. 

Το μυστήριο της ζωής είναι δίπλα μας ενόσω εμείς το λογαριάζουμε για μακρινό και άφταστο, ιδεώδη και ουτοπικό.

Η πεζότητα των κενών πραγμάτων που αποκηρύσσουμε συχνά κρύβεται στα χνώτα της εξυπνάδας μας· της μεγάλης θεάς που θρονιάζουμε μέσα μας, της κρίσης μας.

Γινόμαστε άνθρωποι ασυγκράτητα κυνικοί και σκαιοί όταν η φθορά της εγκόσμιας κακίας μάς λυγίζει εισβάλλοντας σαρωτικά μέσα μας. Όλα τα φαύλα εκπηγάζουν απ αυτή την εισβολή.

Πληρώνουμε με τραύματα τις αθώες και ανυπεράσπιστες σχέσεις της ζωής μας, παριστάνοντας συνάμα τους αγγέλους μιας πολύπλευρης και καθολικής ευαισθησίας που διαχέεται επιβλητικά παντού.


Έχουμε ψηλά την αλαβάστρινη κι ασκόνιστη εικόνα μας κι ας σωριαζόμαστε χάμω στη γη ανήμποροι κι ακατανόητοι· γονυπετείς προσκυνητές του μυστικού μας κενού.

Αισθανόμαστε ενδεείς, μηδαμινοί, μικροί και ταπεινοί μόλις ριγήσουμε απ το μεγαλείο της καρδιάς ενός συνανθρώπου μας· όταν αισθανθούμε αναπάντεχα την αγάπη του Θεού σε μιαν αθέατη μαρτυρική γωνιά της ζωής μας πού ’ναι γεμάτη πόνο, καημό κι απόγνωση.

Διατηρούμε γερούς τους τοίχους μας, ασπίδες, κρούστες και φλοιούς που αντέχουν στις επιθέσεις, τις χαρακιές, τις πληγές και το αιχμηρό παράλογο που τις αιτιάζει εφιαλτικά στον κόσμο.

Μια αφόρητη στιγμή ανεκδιήγητης αδυναμίας, μια γερή μαχαιριά βαθιάς ανελπιστίας κι αναχωρούμε με έμπικρη δριμύτητα προς τον ουρανό που ανοίγει για μας φιλάνθρωπα τις πύλες του.

Υποκρινόμαστε ακμαία δύναμη, εμφορούμαστε από άτρωτη αθεΐα, φορτσάτο αγνωστικισμό, ανεπιεική σοφία, άτεγκτη κρίση, ακαδημαϊκή αλαζονεία, άσχετα αν καίγονται μέσα μας τα σπλάχνα από δίψα Θεού και νοσταλγία του χαμένου παραδείσου.

Πίσω από τη αγλαή γοητεία που διανέμουμε παντού, απωθούμε αλύτρωτες μοναξιές που κουρνιάζουν σε κάθε μας ίνα.

Προχωράμε μόνοι μα σίγουροι για τον εαυτό μας μέχρι να μας ραγίσει μια αδέσποτη ψιχάλα προσευχής από τα παιδικά χρόνια όπου δέσποζε το κάλλος της ελεύθερης ψυχής μας.

Παλεύουμε πεισματικά, σώμα με Σώμα, με τον Θεό που μας λείπει αφόρητα γιατί κι εμείς Του λείπουμε παντοτινά.

Συγκρουόμαστε μετωπικά με το μυστήριο της καρδιοστάλακτης γνώσης Του· αυτή που απορρίψαμε επειδή δεν μας δόθηκε να τη χορτάσουμε με λαχτάρα όπως εμείς θα θέλαμε.

Αργήσαμε να μάθουμε ότι τίποτα δεν μας δίνεται με την εγωική αρπαγή και ότι όλα μας χαρίζονται με την ταπείνωση που αρπάζει τα πάντα.

Θηρεύουμε το παλαίφατο αξίωμα της αρχαίας ελευθερίας μας σα τρελοί και σα μεθυσμένοι, λησμονώντας τις βαριές αλυσίδες των εγκοσμίων, τα οποία έγιναν η αχώριστη σκιά μας κι εμείς οι πικραμένοι ουραγοί τους.

Όλα είναι πέρα, μακριά και γνοφώδη, στην απέναντι όχθη της αντίληψης, στο αγεφύρωτο της νόησης, στο ανεκπλήρωτο της ιδέας, στο αραχνοΰφαντο της ρωμαλεότητας και της ισχύος μας.

Όλα είναι μέσα μας· στα σπαράζοντα έγκατα του είναι μας που σπεύδει αναίτια κάθε φορά να φεύγει, αγνοώντας τους λόγους, κάθε λόγο, προσπερνώντας εξηγήσεις, επιχειρήματα, λογικές και ευφυΐες.

Όλα είναι κλεισμένα στο είναι του είναι· που τρέχει από χαρά, που σπαράζει από λύπη, γιατί ο πολύτιμος λόγος που έψαχνε είναι τελικά φυτεμένος μες τα ευάλωτα φυλλοκάρδια του.

Όλα και, πάνω από όλα, είναι χαραγμένα στην κάθιδρη και πασίχαρη ύπαρξη. Τη δική μας ύπαρξη και τη ξένη. Την άγνωστη και την οικεία. Αυτήν κι εκείνη που μπορεί να περιμένει, να σταματάει, να παύεται, να αγωνιά, να αδημονεί και να προσεύχεται με αθόρυβους λυγμούς που κάθονται και τους μετράνε τ’ άστρα των πόθων μας· με δάκρυα σα στιλπνές ασημένιες χάντρες που τρικλίζουν προς την πεδιάδα αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο ζούμε και πεθαίνουμε, έξω από τον οποίον κάποιοι ανασταίνονται από Αυτόν που τον έφτιαξε και τον κυβερνά· 
όλοι, με μια προσευχή στα νυχτερινά χείλη και μ’ ένα αυγερινό κέλευσμα καρδιάς σαν κι ετούτο:
«Χριστέ μου, που είσαι; Ελέησε κι εμένα!».  

π. Δαμιανός









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου