Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ


     Ο Κύριος μού αποκάλυψε ότι από τα παιδικά σου χρόνια ζητάς με φλογερό πόθο να μάθεις ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής μας ζωής και ότι, όχι μία, αλλά πολλές φορές ρώτησες γι’ αυτό πνευματικούς ανθρώπους που κατέχουν ψηλά αξιώματα, αλλά κανείς δεν σου μίλησε για το θέμα αυτό οριστικά. Σου έλεγαν: «Πήγαινε στην Εκκλησία, προσευχήσου στο Θεό, εφάρμοσε το νόμο του Θεού, κάνε το καλό. Να, ποιος είναι ο σκοπός της Χριστιανικής ζωής!». Μερικοί, μάλιστα, σε υποτιμούσαν γι’ αυτό· για το ότι δεν ασχολείσαι με το πώς να ευαρεστήσεις το Θεό, αλλά με το πώς να ικανοποιήσεις την περιέργειά σου και σου έλεγαν: «Θέματα που είναι ισχυρότερά σου, μη τα ζητάς!». Όμως αυτοί δεν μιλούσαν όπως θα ταίριαζε να μιλήσουν. Γι’ αυτό τώρα, εγώ, ο φτωχός Σεραφείμ, θα σου εξηγήσω ποιος είναι στην πραγματικότητα αυτός ο σκοπός.


     Η προσευχή, η νηστεία, η αγρυπνία και οποιοδήποτε άλλο χριστιανικό έργο, όσο καλό και να είναι από μόνο του, δεν μπορεί να σταθεί σαν σκοπός της χριστιανικής μας ζωής, μολονότι είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση του σκοπού. Ο αληθινός σκοπός της χριστιανικής μας ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή και η ελεημοσύνη και οποιοδήποτε άλλο καλό έργο που γίνεται για χάρη του Χριστού, αποτελούν μέσα για την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος του Θεού. Πρόσεξέ το αυτό, παιδί μου· μόνο το καλό έργο που γίνεται για χάρη του Χριστού, φέρνει σ’ εμάς τον καρπό του Αγίου Πνεύματος. Κάθε έργο που δεν γίνεται για χάρη του Χριστού, έστω κι αν αυτό είναι καλό, δεν θα έχει ανταμοιβή στη ζωή του μέλλοντος αιώνος και στην παρούσα ζωή δεν φέρει την ευλογία του Θεού. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: «Όποιος δεν μαζεύει μαζί Μου, σκορπίζει» (Ματθ. 12, 30). Το καλό έργο δεν μπορεί να ονομαστεί διαφορετικά παρά «συγκομιδή», αφού κι όταν δεν γίνεται για χάρη του Χριστού είναι «καλό». Η Αγία Γραφή λέει ότι, «ο Θεός δέχεται τον καθένα, σ’ όποιον λαό κι αν αυτός ανήκει, αρκεί να Τον σέβεται και να ζει σύμφωνα με το θέλημά Του» (Πράξ. 10, 35). Και όπως βλέπουμε από τη συνέχεια της ιερής διηγήσεως, «αυτός που ζει με το θέλημά Του», είναι τόσο ευάρεστος στο Θεό, ώστε ο Κορνήλιος «ο εκατόνταρχος, ένας άνθρωπος ευλαβής που λάτρευε το Θεό» (Πράξ. 10, 22), είδε κατά την ώρα της προσευχής του άγγελο, ο οποίος του φανερώθηκε και του είπε: «Στείλε στην Ιόππη να φωνάξεις κάποιον Σίμωνα που ονομάζεται και Πέτρος· και σαν θα έρθει αυτός θα σου πει λόγια αιώνιας ζωής, για να σωθείς εσύ και το σπίτι σου» (Πράξ. 10, 22, 30, 33). Λοιπόν ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα θεϊκά Του μέσα για να δώσει σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο τη δυνατότητα να μη χάσει στη μέλλουσα ζωή την ανταμοιβή των καλών του έργων.


     Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει ν’ αρχίσει κανείς από ’δω να ζει με μια γνήσια πίστη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό –τον Υιό του Θεού, που ήρθε στον κόσμο να σώσει τους αμαρτωλούς– και ν’ αποκτήσει τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο φέρνει στις καρδιές μας τη Βασιλεία του Θεού κι ανοίγει το δρόμο για την κατάκτηση της ευτυχίας της μέλλουσας ζωής. Αλλά μερικές φορές μετριάζεται η ευαρέσκεια των καλών έργων προς το Θεό, επειδή γίνονται όχι για χάρη του Χριστού. Ο Δημιουργός μάς δίνει τα μέσα για την πραγματοποίησή τους. Στον άνθρωπο, όμως, αφήνει την πρωτοβουλία για να τα πραγματοποιήσει ή όχι. Να, γιατί ο Κύριος είπε στους Εβραίους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα είχατε καμιά αμαρτία γι’ αυτό· τώρα όμως λέτε με βεβαιότητα ισχυρογνωμοσύνης ότι “βλέπουμε” κι έτσι η αμαρτία σας παραμένει σ’ εσάς» (Ιωάν. 9, 41). Αν ο άνθρωπος ενδιαφερθεί, όπως ακριβώς ο Κορνήλιος, να ευαρεστήσει στο Θεό με το έργο του, ακόμα κι αν δεν το έχει κάνει για χάρη του Χριστού, αν πιστέψει (κατόπιν) στον Υιό του Θεού, τότε το έργο του αυτό υπολογίζεται σαν να το έχει κάνει για χάρη του Χριστού, μόνο και μόνο εξαιτίας της πίστεώς του. Στην αντίθετη περίπτωση, ο άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να παραπονεθεί, ότι το καλό που έκανε δεν έφερε καρπούς. Παρόμοια αποτυχία αποκλείεται, όταν ένα οποιοδήποτε καλό πραγματοποιείται για χάρη του Χριστού. Γιατί η καλή πράξη που γίνεται για χάρη Του, όχι μόνο εξασφαλίζει στη μέλλουσα ζωή το στέφανο της δικαιοσύνης, αλλά και σε τούτη τη ζωή γεμίζει τον άνθρωπο με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και, όπως έχει γραφεί, «άμετρα και απεριόριστα δίνει ο Θεός το Πνεύμα· ο Πατέρας αγαπά τον Υιό και έχει δώσει στο χέρι Του την εξουσία πάνω σε όλα» (Ιωάν. 3, 34–35).


     Έτσι είναι, φιλόθεε. Σε αυτό το σύνδεσμο με το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται ο πραγματικός σκοπός της χριστιανικής μας ζωής. Και η προσευχή και η νηστεία και οι αγρυπνίες και η φιλανθρωπία και όλα τ’ άλλα καλά έργα που γίνονται χάρη του Χριστού, είναι απλώς μέσα για την απόκτηση του Πνεύματος του Θεού. […] Κι όπως έχει λεχθεί, η «κάθε ψυχή ζωογονείται με το Άγιο Πνεύμα, ανυψώνεται προς Αυτό με την καθαρότητα και με μυστήριο τρόπο φωτίζεται από την Αγία Τριάδα» (Αναβαθμός του Δ΄ Ήχου). Η ενοίκηση αυτή μέσα στις ψυχές μας του Παντοκρατορικού Πνεύματος και η συνύπαρξη της ενωμένης και αδιαίρετης Τριάδας με το δικό μας πνεύμα, επιτυγχάνεται μόνο όταν προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο ετοιμάζει στη ψυχή και το σώμα μας το θρόνο του Δημιουργού ολόκληρου του κόσμου. Σ’ αυτόν τον θρόνο ο Θεός έρχεται και κατοικεί εντός μας και ενώνεται μαζί μας, σύμφωνα με την αναλλοίωτη υπόσχεσή Του: «Θα κατοικήσω μέσα τους, θα περπατήσω πλάι τους, θα γίνω ο Θεός τους κι αυτοί θα γίνουν ο λαός Μου» (Β΄ Κορ. 6, 16· Ιερ. 32, 38). Αυτό είναι και εκείνο το «λάδι» που υπήρχε μέσα στα λυχνάρια των φρονίμων παρθένων (βλ. Ματθ. 25, 1–14), το οποίο έκαιγε αδιάκοπο και φώτιζε. Και οι παρθένες μ’ αυτές ακριβώς τις καιόμενες λαμπάδες μπόρεσαν να περιμένουν το Νυμφίο, που ήρθε τη νύχτα, και να μπουν μαζί Του στο νυμφικό θάλαμο της χαράς. Οι μωρές όμως παρθένες, επειδή έσβησαν τα λυχνάρια τους, έτρεξαν και πήγαν στην αγορά ν’ αγοράσουν λάδι. Δεν κατόρθωσαν, όμως, να γυρίσουν εγκαίρως και οι πόρτες έκλεισαν.


     Αγορά, είναι η ζωή μας. Οι πόρτες του νυφικού θαλάμου, που είναι κλειστές και εμποδίζουν την είσοδο προς το Νυμφίο, είναι ο θάνατος του κάθε ανθρώπου. Οι παρθένες –μωρές και φρόνιμες– είναι οι χριστιανικές ψυχές. Το «λάδι» δεν είναι τα έργα, αλλά η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, η οποία έρχεται μ’ αυτά για να πλημμυρίσει το εσωτερικό μας και για να μεταμορφώνει τη φθορά σε αφθαρσία, το ψυχικό θάνατο σε πνευματική ζωή, τα σκοτάδια σε φως, το σταύλο της ύπαρξής μας –μέσα στον οποίο τα πάθη μας είναι δεμένα σαν τα κτήνη και σαν τα θηρία– σε Ναό του Θεού, σε φωτεινό θάλαμο αιώνιας χαράς, «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν», που είναι ο Δημιουργός και Λυτρωτής και ο αιώνιος Νυμφίος των ψυχών μας. Πόσο μεγάλη είναι η συγκατάβαση του Θεού απέναντι στην κακότητά μας, δηλαδή στην απροσεξία που δείχνουμε απέναντι στις φροντίδες που Εκείνος καταβάλλει για μας! Την ευσπλαχνία Του αυτή τη δείχνει με τα λόγια Του: «Να, στέκομαι έξω από τη θύρα και χτυπώ» (Αποκ. 3, 20), εννοώντας με τη λέξη «θύρα» τη διάρκεια της ζωής μας, που δεν έκλεισε ακόμα (οριστικά) με το θάνατο.


     Ω, πόσο θα επιθυμούσα, φιλόθεε, να είχες πάντα σε τούτη τη ζωή το Άγιο Πνεύμα! «Θα σε κρίνω στην κατάσταση που θα σε βρω» (πρβλ. Ιεζ. 33, 12–16), μας λέει ο Κύριος. Δυστυχία, μεγάλη δυστυχία, αν μας βρει φορτωμένους με τις μέριμνες και τις λύπες της γης! Γιατί, ποιος θα μπορέσει να βαστάξει την οργή Του και ποιος θα μπορέσει να σταθεί μπρος στο οργισμένο πρόσωπό Του; Να, ποιος είναι ο λόγος, για τον οποίο ο Ίδιος μας έχει πει: «Να είστε σε εγρήγορση και να προσεύχεστε, για να μη μπείτε σε πειρασμό» (Ματθ. 26, 41)· δηλαδή, να μη χάσετε το Πνεύμα του Θεού, γιατί η αγρυπνία και η προσευχή μάς φέρνουν την ευλογία Του.


     Φυσικά, το κάθε καλό έργο που ασκείται στο όνομα του Χριστού φέρνει την ευλογία του Αγίου Πνεύματος. Όμως, περισσότερο από όλα τα έργα, την ευλογία αυτή τη φέρνει η προσευχή, γιατί βρίσκεται πάντα στα χέρια μας σαν ένα όπλο για την απόκτηση της Χάριτος του Πνεύματος. Π.χ., έχεις την επιθυμία να πας στην εκκλησία, αλλά είτε δεν υπάρχει εκκλησία είτε η ακολουθία έχει τελειώσει· θα ήθελες να δώσεις ελεημοσύνη στο φτωχό, και είτε ο φτωχός δεν βρίσκεται μπροστά σου είτε δεν έχεις τίποτα να δώσεις· θα ήθελες να κρατήσεις παρθενία, αλλά δεν έχεις τη δύναμη να πραγματοποιήσεις την επιθυμία σου είτε εξαιτίας της ψυχοσύνθεσής σου είτε εξαιτίας των παγίδων του εχθρού, στις οποίες λόγω της ανθρώπινης αδυναμίας σου δεν μπορείς να αντισταθείς· θα ήθελες οποιοδήποτε άλλο τέτοιο καλό έργο να κάνεις, για χάρη του Χριστού, αλλά και πάλι δεν έχεις τη δύναμη ή δεν παρουσιάζεται η κατάλληλη ευκαιρία. Την προσευχή, όμως, όλα αυτά καθόλου δεν την εμποδίζουν. Γι’ αυτήν, ο καθένας (από μας), έχει πάντα τη δυνατότητα: και ο πλούσιος και ο φτωχός και ο σοφός και ο απλοϊκός και ο δυνατός και ο αδύνατος και ο γερός και ο άρρωστος και ο δίκαιος και ο αμαρτωλός.


     Πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της προσευχής –ακόμα κι όταν είναι προσευχή ενός αμαρτωλού ανθρώπου– όταν απευθύνεται από το βάθος της ψυχής του, μπορείς να το κρίνεις και από το παρακάτω παράδειγμα της αγίας μας Παραδόσεως:
     Κάποτε, μια θλιμμένη μητέρα, που ο θάνατος τής άρπαξε και της στέρησε το μονάκριβο γιο της, συνάντησε στο δρόμο μια γυναίκα κακοφημισμένη για τη ζωή της. Και καθώς ήταν πονεμένη, την παρακάλεσε να ικετέψει τον Κύριο. Κι εκείνη, χωρίς ακόμα να έχει καθαριστεί από την αμαρτία της, συγκινημένη από τον πόνο της μητέρας, φώναξε προς τον Κύριο: «Όχι, για χάρη δική μου, της φτωχής και αμαρτωλής, αλλά για χάρη των δακρύων της μάνας αυτής, που θρηνεί το παιδί της και που πιστεύει φλογερά στο έλεός Σου και στην παντοδυναμία Σου, Κύριε, ανάστησε το γιο της!...». Και ο Κύριος τον ανάστησε.


     Τόσο πολύ μεγάλη είναι η δύναμη της προσευχής, φιλόθεε. Περισσότερο από κάθε άλλο μέσο είναι ικανή να μας φέρει το Πνεύμα του Θεού. Και βρίσκεται πάντα στη διάθεση του καθενός. Θα είμαστε μακάριοι, αν μας βρει ο Κύριος άγρυπνους μέσα στην πληρότητα των δωρεών του Αγίου Πνεύματός Του. Τότε, θα μπορούμε να ελπίζουμε, έχοντες μια αγία τόλμη στην ελπίδα μας, πως «θα μας αρπάξουν σύννεφα για να πάμε να προϋπαντήσουμε τον Κύριο στον αέρα» (Α΄ Θεσσ. 4, 17), καθώς Αυτός θα έρχεται με δόξα και με δύναμη για να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς και για ν’ αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα Του.


     Κάποτε, θα πρέπει να προσευχηθούμε μόνο μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία το Άγιο Πνεύμα θα μας επισκεφθεί προσφέροντάς μας, σε βαθμό που γνωρίζει Εκείνο, την ουράνια Χάρη Του. Όταν ευαρεστηθεί και μας επισκεφθεί, τότε πρέπει να σταματήσουμε την προσευχή. Για ποιο λόγο να προσευχηθούμε τότε; «Έλα και σκήνωσε μέσα μας και καθάρισέ μας από κάθε κηλίδα και σώσε, Αγαθέ, τις ψυχές μας», αφού θα έχει ήδη έρθει για να σώσει εμάς, που πιστεύαμε σ’ Αυτό και επικαλούμασταν «ἐν ἀληθείᾳ» το όνομά Του, δηλαδή σ’ εκείνους οι οποίοι, ταπεινά και με αγάπη, ήθελαν να Το συναντήσουν και να Το υποδεχθούν στον εσωτερικό ναό των ψυχών τους, σ’ εκείνους που πεινούν και διψούν για την παρουσία Του!


     Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό στην αγάπη σου μ’ ένα παράδειγμα: υπόθεσε πως μ’ έχεις καλέσει για να με φιλοξενήσεις στο σπίτι σου. Κι εγώ ανταποκρίθηκα στην πρόσκλησή σου και ήρθα με την επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σου. Παρ’ όλα αυτά, εσύ εξακολουθείς να με προσκαλείς: «Σε παρακαλώ, ευαρεστήσου να ’ρθεις στο σπίτι μου!». Ασφαλώς τότε, εγώ, αθέλητα θα έλεγα: «Μα, τι είναι αυτό που μου λέει; Τι έπαθε το μυαλό του; Εγώ ήρθα στο σπίτι του κι αυτός ακόμα εξακολουθεί να με προσκαλεί!». Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Κύριο και Θεό, το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και έχει λεχθεί: «Κάντε μια παύση και μάθετε ότι Εγώ είμαι ο Θεός· θα ανυψωθώ μέσα από τα έθνη, θα ανυψωθώ πάνω στη γη» (Ψαλμ. 45, 11). Εμφανίζομαι και θα εμφανιστώ στον καθένα που πιστεύει σε Μένα και Με προσκαλεί και θα συνομιλήσω μαζί του, όπως κάποτε συνομιλούσα με τον Αδάμ στον Παράδεισο, με τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και με τους άλλους δούλους Μου, με τον Μωυσή και τον Ιώβ και τους ομοίους τους. Πολλοί, ερμηνεύουν ότι αυτή η κατάπαυση (του ρήματος «σχολάσατε»), αναφέρεται μόνο στα έργα του κόσμου· δηλαδή ότι πρέπει, προκειμένου να συνομιλήσει κανείς μέσω της προσευχής στο Θεό, να αποσυρθεί από τα έργα του κόσμου. Όμως, εγώ σου λέω «ἐν Θεῷ» ότι, μολονότι είναι απαραίτητο να τραβηχτεί κανείς από αυτά (τα κοσμικά έργα) για να προσευχηθεί, όταν (όμως είναι) καλεσμένος (ο άνθρωπος) από την πανίσχυρη δύναμη της πίστεως και της προσευχής και (όταν) ευαρεστηθεί ο Κύριος και ο Θεός, το Άγιο Πνεύμα να μας επισκεφθεί και να κατοικήσει μέσα μας, με όλη την άρρητη πληρότητα της Χάριτός Του, τότε θα πρέπει να καταργήσουμε και την προσευχή. Η ψυχή εκφράζεται και βρίσκεται μέσα σε θόρυβο, (ακόμη και) όταν προσεύχεται. Αλλά με την επιδημία του Αγίου Πνεύματος χρειάζεται να παραμείνει σε απόλυτη σιωπή και ν’ ακούει καθαρά και διακριτικά όλα τα ρήματα της αιωνίου ζωής, τα οποία Εκείνο (το Άγιο Πνεύμα) θέλει να (μας) αναγγείλει.


     Εξαγόρασε την ευλογία του Αγίου Πνεύματος με όλα τα καλά έργα, ασκώντας τα στο όνομα του Χριστού. Εμπορεύσου τα με πνευματικό τρόπο. Εξαγόρασε όσα από αυτά φέρουν μεγαλύτερη ευλογία. Μάζεψε το κεφάλαιο των μακάριων ευλογιών της ουράνιας Χάριτος και τοποθέτησέ το στο ταμιευτήριο του αιώνιου Θεού, το οποίο προσφέρει άϋλα κέρδη και όχι τέσσερα ή έξι τοις εκατό, αλλά το λιγότερο εκατό τοις εκατό κι ακόμη περισσότερο. Κι όπως στο εμπόριο δεν βάζει κανείς τη δύναμή του μόνο στο ν’ αγοράσει, αλλά και στο να πετύχει το μεγαλύτερο κέρδος, έτσι και στη χριστιανική ζωή· ο σκοπός δεν είναι απλώς η προσευχή ή η άσκηση του οποιουδήποτε καλού, αλλά η κατάκτηση της Χάριτος στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Μολονότι ο Απόστολος λέει «να προσεύχεσθε αδιάλειπτα» (Α΄ Θεσσ. 5, 17), στη συνέχεια, όπως θυμάσαι, προσθέτει και το εξής: «Θέλω μονάχα πέντε κατανοητά λόγια με το νου μου να πω, παρά μύρια λόγια ακατάληπτα» (Α΄ Κορ. 14, 19). Και ο Κύριος λέει: «Δεν θα μπει στη Βασιλεία του Θεού εκείνος που μου λέει “Κύριε, Κύριε”, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα Μου» (Ματθ. 7, 21)· δηλαδή, αυτός που κάνει το έργο του Θεού με ευλάβεια, μια και είναι «επικατάρατος και ανευλόγητος εκείνος που κάνει το έργο του Θεού με αμέλεια και προχειρότητα» (Ιερ. 31, 10). Και «τούτο είναι το έργο του Θεού· το να πιστεύετε σε Αυτόν που έστειλε Εκείνος» (Ιωάν. 6, 29). Όταν κανένας εμβαθύνει σωστά στα προστάγματα του Χριστού και των Αποστόλων, τότε κατανοεί ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι η αύξηση του αριθμού των καλών έργων. Τα καλά έργα αποτελούν μέσα που υπηρετούν το σκοπό της χριστιανικής μας ζωής. Η επιδίωξη των έργων είναι να αποκτήσουμε με αυτά μεγαλύτερη ωφέλεια, να αποκτήσουμε δηλαδή τα δώρα του Αγίου Πνεύματος.


ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ
(1759–1833)
Διάλογος με τον Νικόλαο Α. Μοτοβίλωφ·
Ημέρα Πέμπτη, αρχές του Νοέμβρη του 1831.



[(1) Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
(1894–1979):
«Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ
Βίος και Ακολουθία»,
σελ. 70–73,
Μετάφραση: Βασιλική Νικολακάκη, 
Εκδόσεις «Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2001.
(2) Μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος
κυρού Νικόδημου Γκατζιρούλη
(1927–2013):
«Ο Σεραφείμ του Σαρώφ 
(1759–1833)»,
μέρος α΄, κεφ. 7ο, σελ. 71–74, 77–83,
εκδόσεις «Σπορά», σειρά «Νέο Στούδιο»,
Αθήνα, 19924.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου