Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΤΩΧΟΣ

1. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
ΚΑΙ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΤΩΧΟΣ


     Ο όσιος Ιωάννης, ο διά Χριστός Πτωχός, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί βασιλείας Λέοντος Α΄ (457–474). Γιος του πλούσιου και ισχυρού συγκλητικού Ευτροπίου, έλαβε εξαιρετική μόρφωση από ονομαστούς διδασκάλους και επέδειξε από παιδί μεγάλη ευλάβεια. Όντας ακόμη δωδεκαετής, συνάντησε μια ημέρα έναν μοναχό της Μονής των Ακοιμήτων, ο οποίος ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, και τον καθικέτευε να του μιλήσει για την πολιτεία των μοναχών, την άσκηση, την αδιάλειπτη δοξολογία και την απερίσπαστη προσευχή τους. Τον χαροποίησε τόσο πολύ η περιγραφή της αγγελικής βιοτής που διάγουν θνητοί άνθρωποι, ώστε ζήτησε από τον μοναχό να του υποσχεθεί ότι θα τον έπαιρνε μαζί του όταν θα επέστρεφε στην Βασιλεύουσα. Με πρόφαση ότι το χρειαζόταν για τα μαθήματα στο σχολείο, ζήτησε και έλαβε από τους γονείς του ένα περικαλλές Ευαγγέλιο, με στάχωση, επιχρυσωμένη και κοσμημένη με μαργαριτάρια. Το έφερε πάντα μαζί του ως το πολυτιμότερο αγαθό του και, όταν ο γέροντας επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα, έφυγε κρυφά από την πατρική οικία παίρνοντας μαζί μονάχα αυτό το Ευαγγέλιο.

     Όταν ο Ιωάννης έφθασε στην Μονή των Ακοιμήτων, συγκίνησε τον ηγούμενο με την θέρμη του και τα δάκρυά του και κατάφερε να τον πείσει να τον κείρει και να τον ενδύσει το μοναχικό Σχήμα την ίδια κιόλας ημέρα, παρά το νεαρό της ηλικίας του, χωρίς να τον υποβάλλει στην κανονική δοκιμασία. Από τότε, επέδειξε θαυμαστό ζήλο στους ασκητικούς αγώνες και ξεπέρασε γρήγορα στην αρετή τους εμπειρότερους μοναχούς. Επί τρία χρόνια δεν έτρωγε παρά μόνον τις Κυριακές, μετά την θεία Κοινωνία, και είχε τόσο πολύ αδυνατίσει που κανένας δεν αναγνώριζε πλέον τον νεαρό και λεπτεπίλεπτο αριστοκράτη. Ο διάβολος, φθονώντας την πρόοδό του, εξαπέλυσε εναντίον του λυσσαλέο πόλεμο, με αδιάκοπους λογισμούς ανάμνησης των γονέων του, παρακινώντας την νεανική του καρδιά να τους επισκεφθεί. Οι επανειλημμένες εξομολογήσεις, ο πολλαπλασιασμός των νηστειών και τα άφθονα δάκρυα δεν κατάφεραν να τον απαλλάξουν από αυτόν τον ολέθριο λογισμό. Τελικά, έλαβε από τον ηγούμενο ευλογία να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία, όχι για να υποταγεί νικημένος στον πειρασμό, αλλά για να αγωνιστεί κατά μέτωπο εναντίον του διαβόλου, με την δύναμη του Χριστού και των αγίων Πατέρων.

     Βγαίνοντας από το μοναστήρι άλλαξε τα ρούχα του με τα κουρέλια ενός ζητιάνου και οδοιπορώντας πολλές ημέρες έφθασε νύχτα, κατάκοπος στην θύρα του οικογενειακού ανακτόρου, αγνώριστος ύστερα από τόσους ασκητικούς αγώνες και ρακένδυτος. Οι υπηρέτες τον περιμάζεψαν και τον λυπήθηκαν, καθώς όμως απαγορευόταν να περιθάλπουν ζητιάνους, έλαβαν από τον κύριό τους την άδεια να τον εγκαταστήσουν όχι μακριά από την είσοδο, σε μια πτωχική καλύβα, για να τον προστατεύσουν από το δριμύ κλίμα. Μια ημέρα, καθώς η μητέρα του, θλιμμένη ακόμη από την στέρηση του πολυαγαπημένου γιου της, έβγαινε να πάει στην εκκλησία, παρατήρησε με αποστροφή αυτόν τον ζητιάνο, τρόμαξε από την αγριότητα του προσώπου του και πρόσταξε στο εξής να μείνει κλεισμένος μέσα στην καλύβα, αν δεν ήθελε να τον διώξουν.

     Τρία ολόκληρα χρόνια ο άγιος Ιωάννης έζησε έτσι έγκλειστος, έκθετος στην περιφρόνηση των γονιών του, στην χλεύη και στην κακομεταχείριση των υπηρετών και των περαστικών. Μη αρκούμενος στις ακούσιες θλίψεις, πρόσθετε στην εκούσια προσφορά του στον Κύριο την νηστεία και την αδιάλειπτη προσευχή. Μια νύχτα εμφανίστηκε ο Χριστός και του είπε: «Χαίρε, Ιωάννη, ότι νίκησες τον διάβολο με την υπομονή και αντέκρουσες τα τεχνάσματά του. Το τέλος του αγώνα σου πλησιάζει· σε τρείς ημέρες άγγελοι θα έλθουν να σε πάρουν και να σε φέρουν εις Εμέ».

     Ο Ιωάννης παρήγγειλε στην οικοδέσποινα να καταδεχθεί να τον επισκεφθεί προτού πεθάνει. Η μητέρα του, ξαφνιασμένη στην αρχή από αυτό το αίτημα, ήλθε στην καλύβα. Ο πτωχός, που τόσο καιρό τον είχε περιφρονήσει, την ευχαρίστησε θερμά για την φιλοξενία της, της ζήτησε την χάρη να ταφεί μέσα στην καλύβα αυτή με τα ρούχα του, και της πρόσφερε το χρυσό Ευαγγέλιο που του είχε δώσει δέκα χρόνια πρωτύτερα. Η καρδιά της αναπήδησε στο αντίκρισμα του χειρογράφου. Έτρεξε να το δείξει στον σύζυγό της και ύστερα ήρθαν και οι δυο τους να παρακαλέσουν τον ζητιάνο να τους αποκαλύψει πού βρήκε ένα τόσο πολύτιμο αντικείμενο. Με το πρόσωπο μουσκεμένο από τα δάκρυα ο άγιος τούς είπε: «Είμαι ο Ιωάννης ο γιος σας, και για την αγάπη του Χριστού πήρα αυτό το βιβλίο που μου προσφέρατε, ωσάν “χρηστό ζυγό και ελαφρό φορτίο” (Ματθ. 11, 29) και αποφάσισα να ζήσω σαν ξένος».

     Οι γονείς, με ανάμεικτα αισθήματα χαράς που τον ξαναβρήκαν και θλίψης για τον επικείμενο θάνατό του, κρατούσαν στην αγκαλιά τους τον γιο τους όσο τους διηγιόταν της περιπέτειες της ζωής του, και όταν παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, έπλυναν το σώμα του με τα δάκρυά τους. Όλη η Κωνσταντινούπολη συγκινήθηκε μαθαίνοντας την ηρωική ιστορία του οσίου Ιωάννη και συμπόνεσε τους γονείς του. Πλήθη συνέρρευσαν στην κηδεία αυτού του εκούσιου μάρτυρα, που έγινε στην άθλια καλύβα του, στο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε αργότερα ναός όπου η χάρη του Θεού, διά των προσευχών του αγίου Ιωάννη του Πτωχού, επιτέλεσε πολλά θαύματα.


2. «Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ Μ’ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ…»


     «Στην Εύβοια υπάρχει ένα χωριό, ο Άγιος Ιωάννης· απ’ αυτό το χωριό κατάγομαι. Οι γονείς μου ήταν φτωχοί, γι’ αυτό ο πατέρας μου έφυγε απ’ το χωριό και πήγε στην Αμερική. Εκεί δούλευε ως εργάτης στη διώρυγα του Παναμά. Εμείς τα παιδιά στο χωριό, από μικρά που ήμασταν κάναμε δουλιές. Ποτίζαμε τον κήπο, τα δέντρα, φέρναμε τα ζώα, τρέχαμε παντού, όπου μας λέγανε οι μεγάλοι. Εγώ μικρός έβοσκα τα ζώα στο βουνό. Ήμουνα κουτός και ντροπαλός. Στο σχολείο πήγα μια μόνο τάξη και σχεδόν δεν μάθαμε τίποτα, γιατί ο δάσκαλος ήταν άρρωστος. Εκεί που φύλαγα τα πρόβατα, διάβαζα συλλαβιστά το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου κι από κει μου ήρθε ο ζήλος να φύγω και να γίνω μοναχός. Χωρίς να ξέρω τίποτα. Ούτε μοναχό είχα δει, ούτε μοναστήρι. Τίποτα.«

     »Μια μέρα ήλθαν στο μπακάλικο που δούλευα δυο γέροι. Μου ζήτησαν δυο σαρδέλες και μισή οκά κρασί. Αμέσως τους τα πήγα. Σε μια στιγμή λέει ο ένας απ’ τους δυο γέρους:
     –Πού να δεις το κρασί που ήπια στο Άγιον Όρος!
     –Πήγες στο Άγιον Όρος; τον ρωτάει ο άλλος.
     –Ναι, έφυγα μια φορά απ’ την πατρίδα μου, απ’ τη Μυτιλήνη, απ’ την Καλλονή κι επήγα στο Άγιον Όρος. Κι επίναμε εκεί και κρασί μονοξυλίτικο. Τι κρασί ήταν αυτό!
     Τον ξαναρωτάει ο άλλος:
     –Πήγες ν’ ασκητέψεις;
     –Ναι, ήθελα να γίνω καλόγερος, αλλά δεν μπόρεσα, δεν άντεξα. Πόσο μετάνιωσα που δεν έμεινα εκεί!«

     »Εγώ τ’ άκουγα με προσοχή, γιατί πριν από καιρό είχαν περάσει κάποιοι μοναχοί και μοιράζανε φυλλάδια. Ένα απ’ αυτά έγραφε για τη ζωή του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου, που την είχα διαβάσει συλλαβίζοντας, όταν έβοσκα τα πρόβατα στο χωριό μου, όπως σας είπα. Την είχα διαβάσει και πάλι στη σοφίτα με τη βοήθεια ενός κλεπτοφάναρου με δυσκολία, γιατί δεν ήξερα πολλά γράμματα. Τόσο μ’ ενθουσίασε η ζωή του Αγίου, που ήθελα να τον μιμηθώ· αλλ’ όμως για το Άγιον Όρος δεν ήξερα τίποτα. Σε λίγο φύγανε οι γέροι, αλλ’ εμένανε το μυαλό μου εκεί. Μου ήλθε ένας ζήλος από εκείνη τη στιγμή να πάω κι εγώ εκεί που έλεγε αυτός. Μου κόλλησε στο νου ότι θα μπορούσα να πραγματοποιήσω τ’ όνειρό μου, να μιμηθώ τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη. Μου έγινε πόθος διακαής.«

     »Πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα –δώδεκα-δεκαπέντε χρόνων, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά– και, θέλοντας να τον μιμηθώ, με πολύν αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Το απόγευμα που θα έφευγα για το Άγιον Όρος, άρχισαν να έρχονται και να μπαίνουν στο καράβι καλόγεροι. Τους εκοίταζα με θαυμασμό. Πρώτη φορά έβλεπα μοναχούς με τα ράσα. Εγώ ήμουνα στη σκάλα. Εκεί που ήμουνα, τους έβλεπα όλους που περνούσαν. Σε μια στιγμή ανέβηκε ένας ψηλός γέρος, σεβάσμιος, με μακριά γενειάδα, φορτωμένος με τα δισάκια του. Με πλησίασε. Κάθισε σ’ έναν πάγκο και μου είπε να καθίσω κι εγώ.
     –Πού πας, παιδί μου; μου λέγει.
     –Πάω στο Άγιον Όρος, του απάντησα.
     –Και τι πάεις να κάνεις εκεί;
     Εγώ του έκρυψα την αλήθεια και του λέγω:
     –Πάω να δουλέψω.
     –Έλα στα Καυσοκαλύβια, μου λέει. Εκεί μένω με τον αδελφό μου σ’ ένα καλύβι στην έρημο. Έλα, παιδί μου, εκεί, να δοξάζομε όλοι μαζί τον Χριστό μας. Τι βιβλία διαβάζεις, παιδί μου; με ρώτησε.
     –Την επιστολή του Χριστού, την επιστολή της Παναγίας, το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου. Δεν ξέρω πολλά γράμματα…«

     »Πολλοί στο Άγιον Όρος ζήσανε μυστικά. Πεθάνανε χωρίς κανείς να τους γνωρίζει. Κι εγώ ήθελα να ζήσω έτσι μυστικά. Ούτε ιεροκήρυκας ήθελα να γίνω, ούτε κάτι άλλο. Ούτε είχα ποτέ σκεφθεί να βγω έξω απ’ το Άγιον Όρος. Παιδάκι μικρό σε τέλεια ερημιά! Για να καταλάβω το έρημον και το αβοήθητον, ανέβαινα στο βουνό, έμενα ώρες εκεί κι ήθελα να ζω σαν ερημίτης. Έβρισκα αγριάδες και τις έτρωγα. Το έκανα για άσκηση. Ήθελα να ζήσω μόνος μου, όπως ο άγιος που αγάπησα από μικρούλης, ο Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης. Αυτός είναι ο αγαπητός μου άγιος. Αυτόν εγώ μιμήθηκα. Μου έκανε εντύπωση πώς άντεξε να μείνει εκεί, κοντά στους γονείς του, κι έστησε την καλύβα του δίπλα τους χωρίς να αποκαλυφθεί και τους ενίσχυε συνεχώς: “Ἔπηξας τὴν καλύβην πρὸ πυλῶν σῶν γονέων”. Έτσι λέει το τροπάριό του:
     “Ἐκ βρέφους τὸν Κύριον
     ἐπιποθήσας θερμῶς,
     τὸν κόσμον κατέλιπες
     καὶ τὰ ἐν κόσμῳ τερπνὰ
     καὶ ἤσκησας ἄριστα·
     ἔπηξας τὴν καλύβην
     πρὸ πυλῶν σῶν γονέων,
     ἔθραυσας τῶν δαιμόνων
     τὰς ἐνέδρας, παμμάκαρ·
     διό σε, Ἰωάννη, Χριστὸς ἀξίως ἐδόξασεν”.
     Οι βίοι των αγίων, και πιο πολύ ο βίος του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου μού έκαναν εντύπωση...«

     »Αυτή η αγάπη προς τον Θεό και αυτός ο έρωτας και αυτός ο ενθουσιασμός σε φέρνει και στο μαρτύριο ακόμη. Σε κάνει να θυσιάζεσαι, να μη λογαριάζεις τίποτα. Να μη φοβάσαι τίποτα. Να φεύγεις μακριά, στα σπήλαια και στις οπές της γης. Αυτή τη θεία τρέλα είχε και ο Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης, ο Άγιος που μ’ ενέπνευσε…».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


3. ΕΠΙΜΥΘΙΟ:
«ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»


     Παρ’ όλη όμως την αυστηρότητα στον εαυτό του, προς τους άλλους (ο πνευματικός μου ο π. Χριστόφορος, από τα φρικτά Καρούλια), ήταν γεμάτος αγάπη. Μια αγάπη πηγαία, ταπεινή, πρωτότυπη. Κάθε φορά που θα συναντούσε κάποιον, μοναχό, λαϊκό, ηλικιωμένο ή και νέο, αντί άλλου χαιρετισμού, έσκυβε βαθειά και του έβαζε μετάνοια. Όταν το πρωτοείδα αυτό, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η ταπεινοφροσύνη του δεν είχε όρια.
     Ένα πρωινό, ενώ καθόμασταν μαζί στην αυλή της καλύβης, χτύπησε η πόρτα. Ένας ζητιάνος λαϊκός ζητούσε βοήθεια. Μόλις τον αντελήφθη ο πνευματικός, τρέχει κοντά του και του βάζει εδαφιαία μετάνοια. Πόσο παράδοξο μου φάνηκε! Όταν λοιπόν έφυγε ο ζητιάνος, πήρα ευλογία από τον γέροντά μου να ρωτήσω τον πνευματικό, γιατί το έκανε αυτό, ποιο ήταν το κίνητρό του. Εκείνος προθυμοποιήθηκε να μου απαντήσει, αλλά αναλύθηκε σε δάκρυα και μόλις κατόρθωσε να αρθρώσει πέντε-έξι λέξεις:
     –Παιδί μου, αυτοί είναι οι αδελφοί του Κυρίου…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ
1920–1979


[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
τόμ. 5ος, Ιανουάριος, σελ. 158–160,
Διασκευή από τα Γαλλικά: Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος», Αθήναι Ιούνιος 20142.
(2) Αγίου Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
μέρος 1ο, κεφ. 2–3· μέρος 2ο, λόγ. 2 και 4,
σελ. 31, 35, 42, 72, 228, 289,
Έκδοση Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά Οκτώβριος 200910.
(3) «Από το Περιβόλι της Παναγίας
Νοσταλγικές αναμνήσεις»,
κεφ. 8ο, σελ. 129–130,
Έκδοσις Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 20007.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου