Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΘΥΕΛΛΑ

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΘΥΕΛΛΑ


     Παραμονή Θεοφανείων.
     Χιονίζει. Το χωριό μας σκεπάζεται αργά και αθόρυβα από ένα παχύ ολόλευκο στρώμα.
     Μόλις τελείωσα την ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού. Κάθε φορά που βλέπω το νερό, συλλογίζομαι την καθαρότητα. Ω! Να βοηθούσε ο Κύριος, ώστε τα ιορδάνεια νάματα να ξέπλεναν το σκοτεινιασμένο πρόσωπο της γης μας! Πολλή βρωμιά έχει η ζωή μας. Θόλωσαν απ’ αυτήν και τα ποτάμια του Θεού…
     Αύριο θ’ αρχίσω το κήρυγμα με τούτα τα λόγια: «Ο κόσμος σαν ν’ αποτελείται από ένα βιβλίο με δυο μονάχα φύλλα. Το ένα φύλλο είν’ ο ουρανός. Το άλλο, η γη. Και γράμματα, όλα τα πράγματα του κόσμου. Εμείς μολύναμε το μεγάλο βιβλίο του Θεού…».
     Σύμφωνα με μια λαϊκή παράδοση, σήμερα τη νύχτα θα κατέβει απ’ τον ουρανό το Πνεύμα του Θεού για ν’ αγιάσει τα νερά, που θα σκιρτήσουν κάτω απ’ τις παγωμένες επιφάνειες των ποταμών και των λιμνών. Τα μεσάνυχτα οι γέροντες θα πάνε με κουβάδες να πάρουν νερό, θα ραντιστούν όλοι μ’ αυτό… Αλλ’ αύριο, μετά τη Θεία Λειτουργία, το δυνατό το κρασί θα παλέψει σκληρά με τ’ αγιασμένο νερό… Πολλές και διάφορες αμαρτίες θα γίνουν…
     Κύριε, απάλλαξε τη γη Σου απ’ τη βαθειά νύχτα!...


     «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων…».
     Ψάλλοντας, φτάσαμε λιτανευτικά στο ποτάμι, στο σημείο που θα τελούσαμε τον αγιασμό. Η μέρα ήταν σκοτεινή απ’ τα βαριά μολυβένια σύννεφα. Κάτω απ’ τα πόδια μας έτριζε ο πάγος.
     Τι υπέροχα που είναι, όταν ο ρωσικός λαός λιτανεύει και ψάλλει! Τα πρόσωπά τους είναι φωτεινά – λαμποκοπούν από το φως του Κυρίου.
     Αγιάσαμε τα νερά, ανοίγοντας μια τρύπα στην παγωμένη επιφάνεια και καταδύοντας τρεις φορές τον τίμιο Σταυρό. Με τι φλογερή πίστη ο κάθε χριστιανός έπινε το αγιασμένο νερό, ραντιζόταν μ’ αυτό και τό ’βαζε σε δοχεία, για να τό ’χει την ώρα του θανάτου του, για να το πιεί μ’ ευλαβικό πόθο, σαν Θεία Κοινωνία!
     Στην επιστροφή ξέσπασε χιονοθύελλα. Η πομπή μας μέσα στη θύελλα εκείνη είχε κάτι το παλαιορωσικό. Ο δυνατός βοριάς ανέμιζε τα λάβαρα. Το χιόνι έπεφτε πάνω στις εικόνες. Όλοι μας είχαμε ασπρίσει. Η θύελλα από τη μια – το αρχαίο εκκλησιαστικό μέλος από την άλλη… Τι ωραία!... Κι εκείνη η κίτρινη φλογίτσα του φαναριού, που πήγαινε μπροστά, πώς τρεμόσβηνε, χωρίς όμως ποτέ να σβήνει…
     Μέχρι αργά το βράδυ γύριζα στις καλύβες των χωρικών και άγιαζα το ποίμνιό μου με τον Μεγάλο Αγιασμό των Θεοφανείων. Όλο το χωριό ήταν μεθυσμένο!... Πάλι καυγάδες; Πάλι σκοτωμοί; Είναι δυνατόν;…
     Τη νύχτα μ’ έπιασε πονοκέφαλος. Βγήκα στον εξώστη. Η θύελλα μαινόταν. Ανατρίχιαζες ακούγοντας τη φοβερή βοή της.
     –Μην επιτρέψεις, Κύριε, να βρεθεί κανένας μ’ αυτό τον καιρό στον κάμπο ή στα μονοπάτια του δάσους!...
     Α, οι καμπανάρηδες το παραγλέντησαν απόψε! Αναγκάστηκα ν’ ανέβω ο ίδιος στο καμπαναριό, να χτυπήσω τις καμπάνες γι’ αυτούς που βρίσκονταν στο δρόμο…
     Χτυπούσα ώρα πολλή. Πάγωσα. Σταμάτησα. Μα, δεν κατέβηκα αμέσως κάτω. Έμεινα εκεί αρκετή ώρα ακόμα, κοιτάζοντας τη θύελλα… Μήπως ήταν κι αυτή μια προτύπωση εκείνης της απειλής, που έχει απλωθεί πάνω στη ρωσική γη;


     Ο γιατρός κουνούσε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά.
     –Μα είναι λογικό, π. Αθανάσιε, να βγαίνεις έξω, στην παγωνιά και τη θύελλα, αφού ξέρεις πως έχεις τόσο αδύνατους πνεύμονες;
     Όλοι ανησύχησαν για μένα. Έλεγαν πως ο θάνατος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι μου, μα ο Χριστός τον έδιωξε και μου χαμογέλασε…
     Όταν ο παπάς είναι καλά και δεν αντιμετωπίζει δοκιμασίες και θλίψεις, οι άνθρωποι του χωριού όχι μόνο δεν τον πολυσέβονται, μα τον ειρωνεύονται, του πετάνε άπρεπες κουβέντες, τραγουδάνε μπροστά του άσεμνα τραγούδια… Όταν όμως αρρωστήσει –τι αντίθεση!– είναι έτοιμοι και την ψυχή τους να δώσουν για να τον βοηθήσουν… Κακά τα ψέματα, ο ρώσος νιώθει απ’ όλους εγκαταλειμμένος, και μόνο τον ιερέα θεωρεί ακόμα «πατέρα» του –πατέρα συχνά ανάξιο, όμως οικείο και αχώριστο… Το ίδιο έγινε και με μένα: Όταν ήμουνα καλά, υπέμενα συχνά τις ειρωνείες και τις απρέπειές τους. Μόλις αρρώστησα βαριά, άρχισαν να κλαίνε, να προσεύχονται για μένα, να μου φιλάνε τα χέρια!...
     Τώρα για μένα όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Να, τι σημαίνει αρρώστια! Πάνω στο τραπέζι έπεσαν οι ακτίνες του ήλιου. Ακούμπησα εκεί τα χέρια μου κι ένιωσα πολλή χαρά – η ζωή συνεχίζεται!...

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΩΦ – ΒΟΛΓΙΝ
(1901–1941)


[Βασίλειος Ιωακείμοβιτς Νικηφόρωφ – Βόλγιν:
«Το οδοιπορικό ραβδί»
–Σελίδες από το ημερολόγιο ενός λευΐτη–
κεφ. 1ο («Πριν…»), σελ. 14–19,
Μετάφραση από τα Ρωσικά,
Έκδοση Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 19976.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου