Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


     Μόνο οι ευγενείς, ευαίσθητες, καλότεχνες και ευήθεις ψυχές μπορούν να αντιλαμβάνονται και να εκτιμούν την άδολη και ανυπόκριτη ευγένεια του τρόπου των άλλων, όπως αυτή έχει. Πέρα από μύθους, εξιδανικεύσεις και ωραιοποιήσεις. Για την πλειονότητα όμως των σχέσεων του κόσμου· των ανθρώπων που στέκονται στρατωνισμένοι μέσα στο συνηθισμένο και το ανύποπτο· των υπάρξεων που φυλακίζονται στον πύργο των συμβάσεων και της επανάπαυσης· εκείνων που παίρνουν εύθυμα τη στράτα της ρηχότητας και της αβάθειας· των άλλων που ζουν πλασματικά κάτω από τη σκιά του λίγο, του τίποτα και του καθόλου· κάποιων άλλων πάλι που βαλτώνουν στη θολούρα της σκαιότητας και της αβεβαιότητας, για όλους αυτούς και για πολλούς ακόμη, ισχύει το τρίπτυχο της αναισθησίας, του κυνισμού και της αδιαφορίας.

     Πολλές φορές, προσποιούμαστε αντιδραστικά πως δεν κατανοούμε την αξία και το κάλλος της ευγένειας, ερμηνεύοντάς την ανεπιτυχώς σαν κάτι ριζικά διαφορετικό και αντίστροφο απ’ αυτό που η ίδια είναι αυτή καθεαυτή (όπως: υποκρισία, κολακεία, αδυναμία, ενδοτικότητα, δολιότητα, κ.α.). Κι αυτό γιατί; Προφανώς για να απωθήσουμε σιωπηλά το θλιβερό γεγονός της απουσίας της μέσα μας. Πράγματι, η ευγένεια που φέρουν και εκφράζουν οι άλλοι, καρδιακά και ειλικρινά έναντί μας, δε γίνεται να μη μας θυμίζει, ως ένα βαθμό, αυτό που αρνηθήκαμε να είμαστε και να έχουμε στη ζωή μας. Και η άρνηση αυτή, βρίσκει και δίνει διέξοδο στην εκ μέρους μας συχνή διαστρέβλωση που επιφυλάσσουμε προς τον ευγενή και ανεπιτήδευτο τρόπο του συνανθρώπου μας. Και αυτή η διαδικασία, το δίχως άλλο, υπηρετεί και συμφέρει την εικόνα μας· αυτό που πάντα θέλουμε να εμφανίζουμε προς τα έξω· ουσιαστικά δηλαδή το οικείο μας ψέμμα· την ατομική μας μαρκίζα· τη βιτρίνα που στέκεται μπροστά από την ύπαρξή μας· την αφανή χάλκευση των καταστάσεων που αμαρτύρητα ζούμε και βιώνουμε.


     Έτσι, λοιπόν, έχουμε «ανάγκη» βασικά να καλύπτουμε και καλυπτόμαστε· να αποφεύγουμε κάθε αποκάλυψη που ακουμπά τον εσωτερικό μας κόσμο, τον κατειλημμένο από την τραχύτητα, τη βαναυσότητα και την προπέτεια. Έχουμε «ανάγκη» να εφευρίσκουμε ή να ενστερνιζόμαστε διαρκώς «έξυπνους» τρόπους ώστε να πείθουμε πρωτίστως τον εαυτό μας για το κακό και μελανό του το χάλι, το οποίο, ας σημειωθεί, ότι μας είναι κατά πάντα «αθώο» και «ακίνδυνο»· σχεδόν «αγγελικό»! Έχουμε «ανάγκη» να συνθηκολογούμε με το «δεν πειράζει» της δήθεν υπεροχής και της δύναμης που γεννάει η σκληρότητα και η αναλγησία της καρδιάς μας. Έχουμε «ανάγκη» να είμαστε εξωτερικά χαρούμενοι, ακμαίοι, δοτικοί, άτρωτοι, αλύγιστοι, άκαμπτοι, άτυπτοι, εφησυχασμένοι και ανενόχλητοι, όταν και όποτε στρεφόμαστε συνειδητά σε επιλογές ζωής που δεν ευωδιάζουν από ήθος, αρχοντιά, λεβεντιά, ακεραιότητα, εντιμότητα, ευπρέπεια και κάλλος. Έχουμε «ανάγκη» να υποστηρίζουμε σθεναρά ακόμη και την έσχατη ασχήμια ή φθήνια που μας διέπει ανομολόγητα, γιατί στην ουσία απεχθανόμαστε την αγία ταπείνωση από την οποία προέρχεται κάθε ομορφιά και κάθε τι πολύτιμο. Έχουμε «ανάγκη» να είμαστε πεισματικά αυτάρκεις, αμετάπειστοι, ισχυρογνώμονες και ανήκοοι, ακόμη και όταν η μοναδική αποκαρδιωτική συντροφιά του είναι μας κατάντησε να είναι η ενδόμυχη ένδεια της ψυχής μας. Έχουμε «ανάγκη» να υποκρινόμαστε άψογα ότι δεν έχουμε ανάγκη από καμιά προσωπική μετάνοια, από καμιά θεόσδοτη άφεση του εαυτού μας, από κανέναν αγώνα, από καμιά προσπάθεια να βρούμε το νήμα του αληθινού εαυτού μας, από καμιά ψυχότροφη αρετή, από κανέναν Σωτήρα Θεό, αρκεί να μην πέσουμε στα μάτια του αγέρωχου, αταπείνωτου και περήφανου, μα και τόσο μαρτυρικά κενού εαυτού μας.

     Του εαυτού μας: αυτού του ακαθαίρετου, του λατρεμένου και προσκυνητού ειδώλου της γενικά αγενούς και ειδικά αναιδούς ζήσης μας. Μια τέτοια ζήση γίνεται, αργά ή γρήγορα, το αγαπημένο καταφύγιο ή προπύργιο της εγκόσμιας σκληρότητας. Μα η σκληρότητα δεν είναι ούτε αιώνια ούτε ακατάπαυστη. Κάνει κάποιους ορισμένους σαθρούς κύκλους για να φρενάρει απότομα σε μιαν ακαταμάχητη και καθαρτική παίδευση Θεού. Σταματάει πάραυτα μόλις καταπιεί τον κάτοχό της και συντελεσθεί πλήρως η πτώση του ανθρώπου. Μέχρι να βρει το μοναδικό και αναντικατάστατο αντίδοτό της, που είναι εκείνο που αρχικά εδίωκε απηνώς: την ευγένεια και την καλότητα του ήθους. Την ευγένεια που, κάποτε, εμείς οι ίδιοι και κανείς άλλος εκτός από μας, την απορρίψαμε από το σκηνικό της ζωής μας και την εξορίσαμε από το νου και την καρδιά μας. Την καρδιοστάλακτη εκείνη ευγένεια που στο θρυμματισμένο τώρα, καθώς πορευόμαστε έμφοβοι προς το πάντα, μονάχοι και αβοήθητοι, διψάμε και καρτερούμε και ικετεύουμε να μας δοθεί, είτε από κάποιον ευγενή άνθρωπο είτε από τον Ίδιο τον άρχοντα και ελεήμονα Θεό, τόσο πολύ!...


π. Δαμιανός












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου