Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Η ΠΑΝΩΡΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Η ΠΑΝΩΡΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ



Στο υπερώον που ζητάει, κάθε φορά, η αγάπη Σου να εισέλθουμε, για να γευθούμε εκείνο το ουρανόσταλτο Πυρ, αντιστέκεται κοχλασμένη μέσα μας η υπερηφάνεια. Πάνω από τη γη βρίσκονται οι μυρόδροσες πνοές του Πνεύματος, οι απαρχές της καινότητας και του εγκαινισμού μας, μια άλλη, αφάνταστη ζωή που δε μοιάζει της φαντασμένης χωμάτινης ζωής μας.

Το να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί «ομοθυμαδόν», στέκεται πια τιτάνιος άθλος για μας· ίσως μια οχληρή ουτοπία, ίσως ένα αγγελικό ιδανικό, ίσως η τάξη της θεραπείας μας βγαλμένη από την ένθεη αρμονία. Μα, η ενότητα των καρδιών και φρονημάτων, έδωσε τη θέση της στο θέλημα και την έριδα, στη φιλοπρωτία και τη σκληρότητα, στην ανταρσία και τη σύγχυση. Οι γλώσσες μας πολλές, όσες και τα πάθη μας. Στα ανειρήνευτα σπλάχνα μας, ένα το σαράκι, ένας ο καημός, ένας και ο πόθος μας, αφού μία και η αγία ενότητα προς την οποία μας κάλεσες καθολικά.

Όμβρισε, βρέξε, πέμψε τώρα πολλή και άπλετη τη φλόγα Σου, Παράκλητε! Ψυγήθηκαν ανείπωτα οι ψυχές· πάει να νικήσει σιωπηλά η κρυστάλλινη πάχνη του κόσμου· από τα ανήλια καταγώγια που βρεθήκαμε, εκστομίσαμε στεντόρειους λόγους που δεν υπέγραψε ποτέ η σοφία· υφάναμε μεγαλεπήβολα σχέδια που υιοθέτησε χαρούμενα η ματαιότητα· πλέξαμε εύτολμα όνειρα κι ελευθερώσαμε μεθυσμένες ελπίδες· άφλογοι, αφώτιστοι, άθερμοι κι απαρηγόρητοι υψώνουμε άληκτους οδυρμούς· αδύναμοι και άβουλοι, απορούμε και λουφάζουμε πίσω από τις απροσμέτρητες ανομίες μας.

Έρχεται η πανώρια Πεντηκοστή… 
Ο θόλος του κάθε Παντοκράτορα, γεμίζει χρηστότητα και κερνάει τις ψυχές ισχύ αναμειγμένη με την ειρήνη. Δεν έχουμε να ρωτήσουμε τίποτα, δεν απορούμε όπως πρώτα με αβάσταχτο θυμό· έφυγε η αντάρα της λογικής από μέσα μας κι επήλθε μια γνώση που θεράπευσε όλα τα άλγη της αγνωσίας μας. Μια ξένη και οικεία καταλλαγή παύει το παράλογο και το πικρό της σύγχυσης. 

Έφτασε η πανώρια Πεντηκοστή!... 
Αρχίζει να πάλλεται το μυστικό βίωμα που καραδοκούσε η κενή ζήση μας στο σιωπηλό εξωνάρθηκα μιας εκκλησίας· στο ιερό και ησύχιο βήμα των πιο μύχιων προσευχών και λαχτάρων μας, επέρχεται ένα ζεστό φέγγος, μια ψυχότροφη θαλπωρή· αναθαρρούμε ένδακρεις μέσα στη μέθεξη μιας πύρινης και άσβεστης λατρείας που νικά κάθε πόνο και κάθε μαρασμό, κάθε αδυναμία και κάθε πτώση. Παράκλητε Αγαθέ, η παράκληση, το στήριγμα κι η βακτηρία όλων, έλα και σκήνωσε μέσα μας!...


π. Δαμιανὸς










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου